περιεχόμενα

Η νέα γενιά στα χνάρια της παλιάς

Κασσιανού Αναστασίας

Από το βιβλίο "Στα νύχια του κακού"

Ο Άκης είναι μοναχοπαίδι και πολύ χαϊδεμένο. Το μαθητικό του δωμάτιο με το κομψό γραφείο, μα και όλο το σπίτι δείχνει να είναι δικό του.

Παντού είναι δώρα για κείνον από συγγενείς φίλους κι από τους γονείς του. Τα έχει χορτάσει όλα... Ούτε και που τ' αγγίζει πια...

Δίπλα στο γραφείο του έχει ένα πικ - απ με μεγάλους δίσκους ξένης ως επί το πλείστον μουσικής. Τώρα όμως τελευταία δεν του αρέσουν να τ' ακούει.

Μόλις βάλει κάποιο δίσκο, αμέσως τον σταματάει. Έτσι και τώρα: ύστερα τον παίρνει τον πετά κάτω και τον κάνει κομμάτια. Η μάνα του ανήσυχη μπαίνει στο δωμάτιο και του λέει:

Άκη έχεις γίνει πολύ απρόσεχτος. Από τη μέρα που γυρίσαμε από την εξοχή, αυτός είναι ο τρίτος δίσκος που σπάς.

Ο Άκης δε μιλά καθόλου. Είναι καθισμένος τώρα στην πολυθρόνα του γραφείου του, έχει μισοανοιγμένο το συρτάρι και κοιτά μέσα. Η μαμά του πάει κοντά και σκύβει να δει, τι είναι κείνο που τον τραβά και είναι τόσο απορροφημένος. Βλέπει τη μαθητική του ταυτότητα με τ' όνομα του.

Οδυσσέας Καπετανάκης. Ένα δάκρυ του στάζει πάνω κει... Τ' απλώνει με το δάχτυλο του θολώνοντας τη ζελατίνα...

Άκη μου... Λέει έντρομη η μαμά του και τον αγκαλιάζει. Ο Άκης σηκώνεται ήρεμα και απαλά ξεφεύγει από τα χέρια της. Με μάτια και ύφος σοβαρό της λέει... Άκου μάνα, από δω και πέρα θα με λες Οδυσσέα και όχι Άκη... Γιατί παιδί μου; δε μ' αγαπάς πια; Το βλέμμα της είναι λυπημένο και συνεχίζει, με παράπονο... Δε με είπες μαμά και με κοιτάς παράξενα σα να είμαι ένοχη: ξέφυγες από τα χέρια μου... Τι σου έκανα;

Τίποτε μάνα δε μου έκανες: κι εγώ σ' αγαπάω, αλλά θέλω και σας παρακαλώ να σέβεστε και σεις τις ιδέες μου, και να μη μου επιβάλλεται τις δικές σας.

Έλα λοιπόν Άκη μου: πες μου τι ακριβώς ζητάς από μας, κι αν είναι σωστό, δεν πρόκειται να σου το αρνηθώ...

Φώναξε με μάνα με τ' όνομα μου ολόκληρο... Θέλω να τ' ακούσω... Να γεμίσει το δωμάτιο λεβεντιά... Ναι Οδυσσέα μου... είπε η μάνα ησυχασμένη...

Σ' ευχαριστώ μάνα... Και μονολογώντας...
Μάνα... Τι ωραία που ακούγεται... Και πόσο σ' αλλάζει... Σε κάνει αλλιώτικη...
Πώς δηλαδή; Λέει εκείνη με περιέργεια.
Να... Πώς να στο πω... Γλυκιά και περήφανη σαν τη Λευτεριά...

Η μάνα του δακρύζει με τα λόγια τα ζεστά που με τόση σοβαρότητα βγαίνουν από το στόμα ενός παιδιού... Του παιδιού της, που είναι μόνο έντεκα χρονών.

Θα σου ζητήσω ακόμα κάτι μάνα... Εκείνη τον βλέπει, τον ακούει και σιωπά. Το βλέμμα της τα λέει όλα: πως τον ακούει προσεκτικά και πως δε θέλει να τον διακόψει... Ο Οδυσσέας συνεχίζει:

Εγώ έχω να διαβάσω και δε μου περισσεύει ώρα να πάμε μαζί... Πάρε αυτό το χαρτάκι... Έχω σημειώσει να μου πάρεις τρεις δίσκους... Ναι Οδυσσέα μου, λέει η μάνα του ανύποπτη... Πάω τώρα κιόλας, και παίρνοντας το σημείωμα το διπλωμένο βγαίνει από το δωμάτιο. Ντύνεται πρόχειρα, χώνει το χαρτάκι στην τζέπη του παλτού της και φεύγει.

Σε λίγη ώρα μπαίνει στο κατάστημα δίσκων που είναι πελάτισσα γνωστή και δίνει το σημείωμα βιαστική... Ο καταστηματάρχης το διαβάζει και λέει· στον υπάλληλο: Ανέβα στο πατάρι και θα τους βρεις. Γυρίζοντας στην κ. Καπετανάκη λέει:
Δεν έχουν κίνηση, γι’ αυτό τους έχομε στο πατάρι.

Εκείνη απόρησε μα δε μίλησε. Αυτό που την ενδιέφερε μόνο, ήταν να εκτελέσει την παράκληση του παιδιού της... Του είχε εμπιστοσύνη...

Ο υπάλληλος κατέβασε τους δίσκους, τους ξεσκόνισε, τους τύλιξε και τους έδωσε στα χέρια της. Εκείνη πλήρωσε γρήγορα και σε λίγο έφτασε σπίτι της λαχανιασμένη...

Ο γιος της που την είδε της είπε με χαρά: Μάνα είσαι ένα γοργόφτερο πουλί... Εκείνη του έδωσε τους δίσκους και βγήκε από το δωμάτιο ακούγοντας το γιο της να της λέει:

Σ' ευχαριστώ μάνα.

Ο Οδυσσέας έβγαλε το περιτύλιγμα, πήρε στα χέρια του τον πρώτο δίσκο. Απάνω έγραφε:

(Η Ελαφίνα: επιτραπέζιο κλέφτικο... εξήγηση = Αλληγορική παράδοσις της δούλης Ελλάδος ως ταπεινής ελαφίνας κρυπτομένης, ενώ τα λοιπά ελάφια (ευρωπαϊκά κράτη δροσολογιούνται. Είναι ελεύθερα) Κατά τον διδάσκαλον του γένους Ψαλλίδαν 19ου αιώνος.

Σε λίγο το δωμάτιο του Οδυσσέα μα κι όλο το σπίτι, γέμισε από τους πονεμένους ήχους του κλέφτικου τραγουδιού:

(Κλάψε με μάνα κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι
Και την αυγούλα με δροσιά, ώσπου να παρ’ ο ήλιος
Να βγουν τ' αλάφια στις βοσκές να βγούνε κι αλαφίνες
Όλα τ' αλάφια βόσκουνε, κι όλα δροσολογιούνται...
Και μ' αλαφίνα ταπεινή, δεν πάει κοντά με τ' άλλα.
Όλα τ' απόσκια περπατεί, τ' αντίζερβα κοιμάται.
Κι όπ' έβρει γάργαρο νερό, θολώνει το και πίνει
Κι ο ήλιος την απάντησε, στέκει και τη ρωτάει
Τι έχεις αλαφίνα μου, δεν πας και συ με τ' άλλα;
Μόνο τ' απόσκιο περπατείς, κι αντίζερβα κοιμάσαι;)

Σε λίγο το δεύτερο:

(Ξύπνα πουλί μου το πρωί, κι ανέβα στο κλαράκι
Και τίναχ' τα φτερούγια σου, να πέσουν οι δροσιές σου
Και μη λαλείς παράωρα, τώρα το μεσονύχτι
Δείχνεις σημάδια των κλεφτών, και των καπεταναίων)

(Εξήγηση: Ο κλέφτης μόνος νύχτα ή χαράματα στη σιωπή του δάσους προσπαθεί να συλλάβει τον παραμικρό ψίθυρο ή βήματα από μακριά. Την ώρα κείνη ένα πουλάκι τινάζει τα φτερά του, κι αδιάκριτα αρχίζει το κελάιδημά του. Αυτό βάζει σε κίνδυνο τον κλέφτη να προδοθεί από το πουλί, το μέρος που κρύβεται.)

Η μάνα του Οδυσσέα με μάτια δακρυσμένης περηφάνειας ακούει από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Στη συνέχεια ακούγεται η «Ανδρούτσενα» που κλαίει τον άδικο θάνατο του γιου της Οδυσσέα:

(Σηκώνομαι μια χαραυγή δυ' ώρες να ξημερώσει
Κι άκουσα πετροπέρδικα που γλυκοκελαϊδούσε
Κι άκουσα την Ανδρούτσενα όπου μοιρολογούσε.
Σαν την τρυγώνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται
Δε στώειπα γω Δυσσέα μου, δε στώπα γω παιδί μου
Να μην πγιασθείς με τη βουλή, με τους καλαμαράδες)

Μόλις τέλειωσε το τρίτο τραγούδι ο Οδυσσέας φώναζε: Μάνα πού είσαι;

Εκείνη μπήκε αλαφρά κοιτάζοντας μ' απέραντο θαυμασμό το γιο της, και λέει:
Πες μου Οδυσσέα μου, τι σ' έκανε ν' αλλάξεις έτσι;

Εκείνος σα νάβλεπε και ν' άκουγε αυτά που θα έλεγε, είπε:
Ο γέρος... Ο γέρος της Σαμαρίνας μάνα, πάνω στην Πίνδο... Τα έλεγε και τάπαιζε μέρα νύχτα με τη φλογέρα όλο το καλοκαίρι...

Ο γέρος όταν τραγουδούσε είχε στα μάτια του πάντα κι απόνα δάκρυ.
Όταν μου εξήγησε την έννοια του κάθε κλέφτικου τραγουδιού, έκλαιγα κι εγώ μαζί του. Τα τραγούδια αυτά μάνα είναι γεμάτα θάρρος, δύναμη και λεβεντιά, θα κάνω πρόταση στο δάσκαλο μας μάνα να κάνει ενέργειες να μπουν τα τραγούδια της κλεφτουριάς στο σχολείο να τα τραγουδάμε.

Ναι γιε μου, θάναι πολύ ωραίο.
Ο γέρος μάνα, μου είχε πει πως τα τραγούδια αυτά είναι για τους κλέφτες και τους καπεταναίους που πολέμησαν τον Τούρκο και σκοτώθηκαν για τη λευτεριά της Ελλάδας μας.

Η μάνα τον αγκάλιασε...

Ο Οδυσσέας τούτη τη φορά ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της και κείνη του είπε: Είμαι πολύ περήφανη για σένα παιδί μου...
Κι εγώ μάνα είμαι περήφανος για σένα...
Ήταν και οι δυο συγκινημένοι.


from http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=4012