περιεχόμενα

Ξένη στην πόλη μου

Διήγημα

Ευγενίας Ρέγκου-Σγουρού

Από το βιβλίο "Άλλοι Τόποι Άλλες Εποχές"

Μαρτιάτικο πρωινό στη βορινή πατρίδα μου. Ο ου-ρανός μουντός, βαρύς. Πίσω από ένα μπλάβο σύννεφο ο δίσκος του ήλιου ασημής, ίδιος φεγγάρι. Ο ορίζοντας πέρα απ' τη θάλασσα χάνεται στην καταχνιά. Ψυχρό αεράκι. Σφίγγω το μπουφάν μου κι ανεβάζω μέχρι ψηλά το φερμουάρ.

Θ' αρχίσω την περιήγηση μου από την Τσιμισκή.

Στρίβω στο δρόμο. Δεξιά μου κατάστημα γυναικείων ρούχων OLD POST. Πλάι η πόρτα, η γνώριμη μου πόρτα του ταχυδρομείου. Μα εκεί πλάι ήταν το γραφείο του πατέρα. Πόσες φορές δε χώθηκα εκεί μέσα! Στο γραφείο του ο πατέρας σκυμμένος πάνω από χαρτιά, και κάθε λίγο τη δουλειά του να τη διακόπτουν τηλεφωνήματα. Οι πελάτες του από την επαρχία. "Αντιπρόσωπος των ταινιών της Σκούρας Φιλμς στη Βόρειο Ελλάδα". (Έτσι με είχαν μάθει ν' απαντώ στο Δημοτικό, σαν με ρωτούσαν για τη δουλειά του). Η Πέπη χτυπάει στη γραφομηχανή. Πάνω η θεία Άννα δουλεύει στο κοντρόλ των ταινιών, κόβει, κολλάει. Ο Γιάννης είναι στην αποθήκη. Εκεί οι ταινίες, εκεί και οι φωτογραφίες, που μπαίνουν μπροστά στους κινηματογράφους, οι διαφημιστικές. Έχω το λέφτερο να διαλέξω όσες κι όποιες θέλω. Εκείνα τα χρόνια ήταν που πήρα το Μάρλον Μπράντο "Ζαπάτα", το Ρίτσαρντ Μπάρτον από το "Ξαδέρφη μου Ραχήλ", τον Τζόζεφ Κότεν από τη "Μονομαχία στον ήλιο", τον Γκάρυ Κούπερ με την Ίνγκριθ Μπέργκμαν στο "Για ποιον χτυπά η καμπάνα", τον Γκρέγκορυ Πεκ με την Άβα Γκάρντνερ στο "Κιλιμάντζαρο" κι άλλους κι άλλους περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς. Κινηματογραφικοί θρύλοι κι όνειρα αποτυπωμένα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Τώρα λοιπόν ο χώρος είναι το OLD POST. Κάτι κρύες κούκλες με κακόγουστα πυργωμένα μαλλιά. Τα ρούχα δε μ' ενδιαφέρουν, δεν είναι της στιγμής.

Προχωρώ. Ο Τερκενλής υπάρχει ακόμα εκεί, αλλά πολύ πιο λουξ. θυμάμαι που τρώγαμε τις τυρόπιτες μετά τις παρελάσεις. Ο κινηματογράφος Τιτάνια δεν υπάρχει. Κατάστημα κι αυτός. Πλάι η Αγία Ελεούσα ενσωματωμένη, καταχωνιασμένη — πες — στο καινούριο κτίριο.

Ο Φλόκας έγινε το κατάστημα DIL. Ο Φλόκας, από τον οποίο αγόραζε ο πατέρας τα γλυκά, τις λιχουδιές των παιδικών μας χρόνων. Του Αγίου Δημητρίου, που ήταν η δεύτερη γιορτή μου, η μικρή μου γιορτή, από κει θα έπαιρνε την καθιερωμένη ροζ τούρτα με φράουλες. Εκεί έπρεπε να καθίσει ο Ντόντος, γιατί έλεγε ότι αν δεν καθίσει μια μέρα πίσω από τη βιτρίνα του Φλόκα να πάρει το γλυκό του και να χαιρετάει τους γνωστούς του, που περνούσαν απ' έξω, ήταν σαν να μην την έζησε εκείνη τη μέρα. Πάει λοιπόν κι αυτός.

Ασυναίσθητα στρέφω το κεφάλι αριστερά, στο ζαχαροπλαστείο του Λίγδα. Άλλη ιστορία με παρακλάδια. Κάποιο καλοκαιριάτικο βράδυ καθίσαμε εκεί με τη μάνα και τα λέγαμε. Συζήτηση φιλοσοφικοκοινωνική. Πού είχαμε καταλήξει; Ανάμεσα στ' άλλα θυμάμαι που λέγαμε πόσο ταιριαστός μπορεί να είναι ένας γάμος, όταν η γυναίκα είναι πιο μορφωμένη ή πιο καλλιεργημένη απ' τον άντρα. Τα είχαμε λίγο χαμένα και οι δύο μας. Παραμονές που θα έφευγα (για πάντα δυστυχώς) για την Αθήνα να εργαστώ. Παραμονές ενός πικρού χωρισμού μας. Διαβάζω την επιγραφή του καταστήματος, που διαδέχθηκε το ζαχαροπλαστείο, AVANTI.

Πιο κάτω η Εκάλη, το καφενείο, όπου σύχναζαν οι νεαροί — αθλητές κυρίως — του καιρού εκείνου. Ήταν και κάπως μάγκες και πειραχτήρια. Κι εγώ, σαν περνούσα από κει, κοπελίτσα, θαρρώ πως έχανα λίγο το βήμα μου, απόφευγα να κοιτάξω, αλλά κατά κανόνα θα τίναζα και το μαλλί με μια λοξή και προς τα πίσω κίνηση του κεφαλιού. Δεν υπάρχει πια. Δεν ξέρω τι τοιμάζονται να το κάνουν. Βλέπω δυο εργάτες ανεβασμένους σε σκάλες να ξηλώνουν κάποια παλιότερη επιγραφή.

Σειρά καταστήματα εκεί που παλιότερα ήταν ο Μπερμπεριάν. Πού ακριβώς δεν μπορώ να εντοπίσω. Ο Μπερμπεριάν. θρυλική φιγούρα. Μελαψός, με τα μουστάκια του, σωματώδης και κομματάκι άγριος, μου φάνταζε στα μικράτα μου. Το πρώτο μαγαζί, απ' όπου άρχισα να ψωνίζω μοναχή μου. Και τι δεν ψώνιζα; Σακουλάκια μαστίχα χιώτικη (κρυφά αυτά). Σκαλιστά (κάποιοι τα λέγανε και ζωγραφιές), όμορφα σκαλιστά, αγγελούδια, παιδάκια, φασουλήδες, χέρια αέρα περιτριγυρισμένα με λουλούδια, καλάθια με μπουκέτα, τετράγωνα σκαλιστά με ζωάκια ή σκηνές παραμυθιών. (Τώρα δα θυμάμαι το "Με μια χτυπιά σκοτώνω εφτά". Ο ήρωας είχε εξουδετερώσει εφτά (!) αντιπάλους). Αργότερα — μαθήτρια — θ' αγόραζα τις πένες μου, τετράδια, μελάνι, μπλοκ, μπογιές και και... Από κει θα 'παιρνα φρεσκοκομμένο τον (τότε) "τούρκικο" καφέ για τη γιαγιά.

Συνεχίζω την οδοιπορία μου. Άφαντο το γαλακτοπωλείο του Γκιγκιλίνη. Πότε πότε καθόμασταν εκεί τα βράδια με την παρέα μετά από κάποιες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Το γιαούρτι μέσα σε πήλινες τσανάκες. Τρώγαμε τουλούμπες με καϊμάκι κι εκμέκ κανταΐφι, γνήσιο μαστιχάτο, κι άλλα ανατολίτικα γλυκά. Πότε πότε ο πατέρας έφερνε και ασουρέ από κει. Ύστερα έγινε Χορτοφαγία. Φάγαμε κάποια βράδια με τον άντρα μου σε ταξίδια μας. Τώρα διαβάζω την ταμπέλα του καταστήματος "SAKS" (κι εδώ ρούχα), και πλάι κάποιο κατάστημα ειδών δώρων.

Φτάνω μέχρι την εκκλησιά που εκκλησιαζόμασταν μικρές, τη Νέα Παναγιά. Εξωτερικά ακόμα κι αυτή έχει αλλάξει. Γυάλινες πόρτες ασφαλείας από πάνω μέχρι κάτω και φύλακες απ' έξω. Έχει πολύτιμες εικόνες η εκκλησιά του 17ου αιώνα μέσα. Έχει κι ένα αξιοπρόσεχτο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Πόσες φορές το είχα περιεργαστεί μικρούλα, καθώς άκουγα τα ακατανόητα ακόμα για μένα, αλλά υποβλητικά λόγια και ψαλμούς της λειτουργίας! Πηγαίνω προς τ' αριστερά, στο γυναικωνίτη. Εκεί τα στασίδια, που μας έστελναν η γιαγιά κι η μητέρα να τους κρατήσουμε θέση, για τις πολύωρες ακολουθίες της Μεγάλης Βδομάδας. Εμείς καθόμασταν, άμα παρακουραζόμασταν, κάτω στο ξύλινο βάθρο τους ή στα σκαλιά του άμβωνα. Τώρα έχουν προστεθεί κι άλλα καθίσματα. Να κι η μεγάλη εικόνα της Παναγιάς μ' ένα σωρό τάματα γύρω τριγύρω, μάτια, χέρια, πόδια, καρδιές, κάτι ολόσωμα παιδάκια. Ίδια κι απαράλλαχτη η Παναγιά, όπως μου φάνταζε τότε. Μεγαλομάτα, συμπονετική, γεμάτη κατανόηση, συγκατάβαση κι άφεση για τα παιδικά μας κρίματα, γεμάτη οίκτο για τη δύστυχη πολύπαθη ανθρωπότητα. Και τότε, τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή, θα 'παιρνα όρκο πως τα μάτια της στάλαζαν δάκρυα μητρικά. "Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που εδυ σου το κάλλος; ... ή Παρθένος θρηνωδούσε γοερώς". Πνίγω τα δικά μου δάκρυα, καθώς ασπάζομαι την εικόνα.

Βγαίνω και τραβώ για τη Διαγώνιο. Απέναντι από την εκκλησιά ο κινηματογράφος Ηλύσια παραμένει. Στην αρχή της οδού Βύρωνος δεξιά υπάρχει ακόμα το φωτογραφείο Paolo. Ο πατέρας καμάρωνε για τις κόρες του και συχνά μας πήγαινε εκεί για φωτογράφιση. Στην άλλη γωνιά το ζαχαροπλαστείο "Ρωσικόν", απ' όπου παράγγελνε ο πατέρας τα παγωτά, για να δροσιστούμε τις θερμές μέρες του καλοκαιριού, πριν φύγουμε για το χωριό, έγινε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Ωστόσο το σπίτι της Βύρωνος, το σπίτι μας υπάρχει. Το σπίτι αυτό, που είναι το μόνο σπίτι, που βλέπω στα όνειρα μου, το σπίτι που στον ξύπνο μου το αναθυμάμαι χιλιοστό προς χιλιοστό, σπιθαμή προς σπιθαμή, την κάθε άκρη και γωνιά του, όλες τις λεπτομέρειες της διαρρύθμισης του, στέκει εκεί ακόμα πιο παλιό, αλλ' ανθίσταται ηρωικά στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό. (Ως πότε άραγε; Μήπως είναι η τελευταία φορά που το αντικρίζω;) Βέβαια κάποιες αλλαγές έχει υποστεί. Του έχουν αλλάξει την εξώπορτα. Και κάτω, εκεί που ήταν το διαμέρισμα του Παυλίδη, είναι το ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ, Jazz Club. Από το μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας μας μέχρι το πλαϊνό μπαλκόνι του σαλονιού κρέμεται ένα μεγάλο ξέθωρο πανό, που γράφει "Φροντιστήριο Γκεσούλη".

Τι παιχνίδια δε γνώρισε εκείνο το μπαλκόνι της παιδικής κρεβατοκάμαρας! Πόσες φορές αργότερα ακουμπισμένες στα κάγκελα του δε χαζέψαμε τους περαστικούς και δε ρομαντζάραμε τις έναστρες νύχτες! Εκεί θυμάμαι ο Πετράκης μου τίναξε κάποτε ένα ραβασάκι τυλιγμένο γύρω σε μια καραμέλα και συχνοπερνούσε σφυρίζοντας κάποιο σκοπό της εποχής. Από κει είδα το Γιώργο να περνάει πάνω σ' ένα παιδικό ποδήλατο, για να με κάνει να γελάσω. Ήταν στις καλές μας μέρες, θεέ μου, πόσα δεν έχω να θυμάμαι και να νοσταλγώ! Χαρές, λύπες, περιστατικά, ερωτικούς νεανικούς καημούς.

Τα σπίτια όμως της Μαριάννας και της Γιάννας, των φιλενάδων μας, το σπίτι της Σίας δεν υπάρχουν πια. Τα γκρέμισαν. Κι εκεί βρέθηκαν ένα σωρό ερείπια Ρωμαϊκά. Περιφραγμένος ο χώρος, θαρρώ πως διάβασα ότι εκεί είναι και το Στάδιο, όπου μαρτύρησε ο ‘Αι Δημήτρης. Χαλάλι το γκρέμισμα.

Απέναντι ανοίγεται η πλατεία Ναυαρίνου με καφετέριες ένα γύρο, με συντριέάνι μπροστά. Ένα αγοράκι με τα χέρια στη μέση τινάζει νερό από το στόμα του και από το πουλί του. Ένα δύο παγκάκια. Πλακόστρωτη όλη η πλατεία, όχι σαν παλιά, που ήταν γεμάτη χωμόλοφους και γινόταν λασπότοπος, σαν άρχιζε ο "κατουρλόκαιρος".

Ο γερο-πλάτανος! Κι αυτός υπάρχει. Σεβάστηκαν την ηλικία και την πολύχρονη ιστορία του. Τον περιτριγύρισαν και με κάγκελα. Πολλά είδε, πολλά άκουσε, πολλά έκρυψε στη μακρόχρονη ζήση του. Τώρα τον τιμούν. Δεν υπάρχει βέβαια η βρύση πλάι του. Τί να γίνει! Αναστενάζω.

Διασχίζω την Απελλού και βγαίνω στην Πολωνίας. Εκεί αριστερά το σπίτι της Χαρίκλειας. Κι αυτό αντιστέκεται. Εκείνη δεν άντεξε, δεν τα κατάφερε ν' αντισταθεί στην κατα-ραμένη αρρώστια, που την στέρησε για πάντα, οριστικά και αμετάκλητα, απ' όσους την αγαπούσαμε.

Η Χαρίκλεια, η καλή μου φιλενάδα και συμμαθήτρια του Δημοτικού.

Πόσες φορές δεν παίξαμε, πόσες φορές δεν κάθισα στη βεράντα τους, μια μεγάλη βεράντα στον τελευταίο όροφο, πνιγμένη στις τριανταφυλλιές και στις γαριφαλιές, στο άρωμα του γιασεμιού! Εκεί και μια κουνιστή πολυθρόνα. Εκεί με κέρναγε η μητέρα της, μια γλυκιά Σμυρνιά οικοδέσποινα, το γλυκό του κουταλιού με το κρύο νερό και την πορτοκαλάδα. Και μας παρακολουθούσε γεμάτη στοργή με τα γαλάζια μητρικά της μάτια. Εκεί θυμάμαι — αχνή φιγούρα — και τη Σμυρνιά γιαγιά της.

Λεπτή, σβέλτη γερόντισσα, με λευκασμένα μαλλιά, αλλά πάντα νεανική καρδιά, με αστείρευτο γέλιο και καλοσύνη. Έσμιγε τα λιπόσαρκα χέρια της, γελούσαν τα μάτια της, που είχαν αντικρίσει την καταστροφή της Σμύρνης, και ρώταγε: "Λοιπόν, τι κάνουν τα παιδάκια; Μπράβο, μπράβο, παίξετε τώρα εσείς".

Συνεχίζω βιαστικά το δρόμο μου. Με ζώνουν, με πνίγουν τόσες εικόνες, τόσες νοσταλγικές στιγμές παιδιάστικης ευδαιμονίας. Προσπερνώ την Αγία Σοφία και στρίβω αριστερά.

Να και τα Διονύσια. Ποια Διονύσια δηλαδή. Άλλο κατάστημα, παιδικών ρούχων αυτή τη φορά, το ΒΙΜΒΟ.

Στα Διονύσια έδινε ταινίες ο πατέρας και συχνά βρισκόμασταν στην παλιά αίθουσα του κινηματογράφου. Στην πόρ-τα στέκονταν ο γερο-Δαρβέρης ή σπανιότερα ο Τάσος και πάντα πάντα ο Γρηγόρης, που έκοβε τα εισιτήρια. Κοντός, σγουρομάλλης, λίγο κακομούτσουνος, αλλά γεμάτος συγκαταβατική καλοσύνη για μας, τα παιδιά του Δημοσθένη.

Ξαναβγήκα στην Τσιμισκή και κατευθύνομαι προς το ξενοδοχείο. Φτάνει πια! Όχι άλλες αναμνήσεις, όχι άλλες συγκρίσεις, όχι άλλα ξαφνιάσματα.

Λοιπόν, τούτος ο δρόμος έγινε δρόμος καταστημάτων, εδώ χτυπάει η εμπορική καρδιά της θεσσαλονίκης. Κάποτε, έφηβοι, τα Κυριακάτικα βράδια με την παρέα μας σουλατσέρναμε πάνω κάτω, πάνω κάτω, ώσπου να εξαντλήσουμε τα θέματα της συζήτησης και τα δύστυχα ποδαράκια μας. Εδώ ήταν το "νυφοπάζαρο".

Χθες το βράδυ περπατούσαμε στην παραλία.

Άλλα μας περίμεναν εκεί. Καφετέριες και μπαράκια, μπαράκια και καφετέριες. Εκεί ακόμα ένας Τόττης. Ο Τόττης, που έχει κυριαρχήσει, αυξάνεται και πληθύνεται κι έχει κατακυριεύσει τη Σαλονίκη. Σίγουρα την πλατεία Αριστοτέλους .

Η παραλία, που προσφέρονταν για ήρεμους περίπατους, για μόνωση, για περισυλλογή, για χαλάρωση, σφύζει από ζωή, από τη ζωή του νεαρόκοσμου, του φοιτητόκοσμου. Τόπο στα νιάτα, αλλά σε ποια νιάτα το πιο πολύ; Γεμάτο το πεζοδρόμιο και τα κέντρα πανκιά, φρικιά, μακρύ μαλλί, σκουλαρίκια, βωμολοχία, με κορόνα το "ρε μαλάκα" και το "γαμώ το". Άγρια νιάτα, ατίθασα και βιαστικά.

Και μόνο εκεί, κατά το τέλος του δρόμου, κατά το Λευ-κό Πύργο, ένα δυο ζευγαράκια, που περπατούν αγκαλιασμένα, θυμίζουν παλιό καλό καιρό. Τα νεαρά ερωτευμένα παιδιά, τόσο ξέγνοιαστα, τόσο ανίδεα, τόσο όμορφα, τόσο αθώα για το αύριο αυτού του έρωτα...

Μια τελευταία γλυκιά εντύπωση, που όμως δεν είναι αρκετή να σβήσει, να αναιρέσει όλες τις προηγούμενες εικό-νες της αλλοίωσης, της αλλοτρίωσης της πόλης. "Ή πόλις εάλω".

Κι εμείς αλωθήκαμε. Από τον καιρό κι από τις περιστάσεις. Κι από τις αποστάσεις. "Η πόλις θα με ακολουθεί".

Όμως θα παρεμβαίνουν αυτές οι εικόνες της αλλαγής και της μεταμόρφωσης και της παραμόρφωσης...

Το αίμα μου, η ψυχή μου, η καρδιά μου ζυμώθηκαν μ' αυ-ή την πόλη. Το δικό της οξυγόνο, όπου κι αν βρίσκομαι, κυκλοφορεί στα πνεμόνια μου, το δικό της θαλασσινό άρωμα αναπνέω. "Όπου κι αν πάω με πληγώνει".

Και τώρα αναρωτιέμαι, αν θα επιστρέψω, αν θα ξαναγυ-ρίσω ποτέ κοντά της. Το καινούριο της πρόσωπο, το μακιγιαρισμένο της πρόσωπο με τρομάζει και μ' απωθεί.

Ξένη λοιπόν στην πόλη μου.
Πότε θα ξαναρθώ;
Αν θα ξαναρθώ.
Γιατί να ξαναρθώ;
Να ξαναρθώ;

Καλοκαίρι 1996


from http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=1749