περιεχόμενα

Επίγνωση της αλήθειας

Της Διονυσίας Κωνσταντούρου-Κατρίτση

Από το περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ, Τεύχος 55, Σελ. 25-29

Η πόρτα άνοιξε κι η ψυχή του Κώστα φτερούγισε. Δεν είδε —ήταν μέσα στο φτωχικό δωμάτιο που το βάφτισαν σαλόνι. Όμως εκείνο το άνοιγμα του σπιτιού του ήταν γνώριμο. Το γύρισμα του κλειδιού, το τρίξιμο της πόρτας, τα μικρά βήματα, όλα είχαν το ψυχανέμισμα της αγαπημένης του.

— Καλώς την. Έλα, κάθησε να ξεκουραστείς. Πώς ήταν η μέρα σου σήμερα;

Η Χριστίνα έβγαλε κατάκοπη τα παπούτσια της απ' τα πρησμένα πόδια και τα πέταξε σε μια γωνιά. Πήγε δίπλα στον Κώστα, τον φίλησε απαλά και κάθησε κοντά του στον καναπέ. Εκείνος με δυσκολία τράβηξε το σώμα του στην άκρη για να κάνει χώρο.

— Πες μου Χριστίνα, πώς είναι ο κόσμος εκεί έξω:

— Όπως τον ξέρεις. Πάντα βιαστικός κι ανυπόμονος. Κλεισμένος στη μοναξιά του πηγαινοέρχεται στους δρόμους. Αμίλητος κι αγέλαστος τρέχει στα λεωφορεία, ξεσπάει σε βρισιές και χάνει ολοένα και περισσότερο τον εαυτό του.

Ο Κώστας στήλωσε τα μάτια στον απέναντι τοίχο και αφέθηκε να τον τρυπάει με μανία, θα ήθελε να είναι έξω απ' αυτόν, να τον αφήνει πίσω του και να ξεχύνεται κάθε μέρα σ' αυτό το ανθρωποθαλάσσι. Τι όμορφα θα ένιωθε να βλέπει αυτό το μελίσσι ολοζώντανο να κινείται, να βουίζει έστω και με τόσο θόρυβο, τόσο δηλητήριο. Θα ήταν ζωντανός. Γεμάτος με θυμό, γέλιο, πίκρα, χαρά, θα ήταν ολόκληρος ένα πλημμυρισμένο συναίσθημα που άλλοτε θα τον έπνιγε, θα τον λάσπωνε κι αυτός θα αγωνιζόταν γιατί είχε όνειρα. Κι άλλοτε θα τον φλόγιζε με το άλικο χρώμα του κάμπου και με το θρόισμα ενός πευκοφυτεμένου αγέρωχου δάσους.

Η Χριστίνα αναστέναξε. Σηκώθηκε απ' τον καναπέ με αργές κινήσεις κι άρχισε αδύναμη να βγάζει τα ρούχα της. Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Τα καθημερινά της, έξω από τη μόδα χρόνια τώρα. Τα λεφτά λιγοστά. Δούλευε μόνο αυτή κι ο Κώστας ανήμπορος κατρακύλαγε όλο και πιο βαθιά στην απελπισία. Όχι πως ήταν τεμπέλης. Όμως εκείνη η καταραμένη αρρώστια από τα νιάτα του τον σιγοτρώει ύπουλα, αλύπητα μέχρι να τον ρίξει τον τάφο. Το σώμα του σιγά-σιγά χάνει την ισορροπία του και στο τέλος θα παραλύσει. Πότε; Άγνωστο. Κι αυτό είναι που μαραζώνει το τριαντάχρονο παλληκάρι.

Δεν μπορούσε να φτεροκοπήσει. Η αναμονή τον τρέλλαινε. Η αδυναμία του τον σύνθλιβε. Όλα ήσαν περιττά και πιο πολύ τα όνειρα. Αυτά είναι για τους υγιείς, τους ανθρώπους με «μέλλον». Αυτός μέσα στο σπίτι έσερνε ακανόνιστα το κορμί του και πονούσε ολόκληρος. Μόνος, ώρες αμέτρητες, τρωγόταν με τα ρούχα του, του 'φταιγαν τα πράγματα που τα 'βλεπε χίλιες φορές ακίνητα, ριζωμένα σαν τη μοίρα του. Του 'φταιγαν οι άνθρωποι· ήταν τόσο σκληροί χωρίς ίχνος κατανόησης κι ανθρωπιάς, θυμάται όταν — χρόνια πριν— προσπάθησε να ξαλαφρώσει τον περίσσιο πόνο της καρδιάς του και βρέθηκε δίπλα τους, μέσα τους.

Τα γέλια και τα λόγια ειρωνικά ξέφευγαν και καρφώνονταν στα σωθικά του.

— Τι θέλει κι αυτός και σέρνεται στους δρόμους; Όλο περιθωριακούς γέμισε αυτός ο κόσμος. Δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος να τους μαζέψει πια!

Τότε ήταν που οι δυνάμεις του τον πρόδιδαν απόλυτα. Του ερχόταν να σωριαστεί κατάχαμα ανήμπορος κι απελπισμένος. Να αφήσει τις σάρκες του να ποδοπατηθούν από τους «τυχερούς» της ζωής. Ήταν μια λύση, μια λύτρωση. Σ' αυτήν καταφεύγουν όλοι οι ανεπιθύμητοι της κοινωνίας. Γιατί να μην τελειώσει έτσι απλά κι αυτός σαν ένα πληγωμένο σπουργίτι; Κατέρρευσε...

Όμως όχι. Δεν έπρεπε να τους αφήσει, να τους αφήνει να νεκρώνουν τις ελπίδες του. Είχε κι αυτός δικαίωμα στη ζωή. Εξάλλου ποιος ξέρει —έχει ο Θεός—. Κάθε ημέρα καινούργια φάρμακα γιατρεύουν ανίατες αρρώστιες.

Σηκώθηκε, κρατώντας το δεντράκι που ξεφύτρωνε καχεκτικό στο πεζοδρόμιο κι έπιασε τα πόδια του ένα-ένα, τα έστησε ίσια κάτω από το κορμί του. Αυτά σαν τα ανοιξιάτικα κλαδάκια έτρεμαν στο ασήκωτο βάρος του σώματος.

Προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Ύψωσε και κορμί και κουράγιο, έβγαλε απ' το μυαλό του ανυπόφορα λόγια που τον είχαν εξουθενώσει, τίναξε το κεφάλι να φύγουν οι έγνοιες και τράβηξε, για πού αλλού, για το σπίτι του. Εκεί δεν μπορούσαν να τον πληγώσουν. Οι τοίχοι δεν είχαν λαλιά. Βουβοί ήσαν μαζί του, ανέκφραστοι. Τους μιλούσε. Ήσαν γεμάτοι από τον πόνο του. Τον πόνο της κάθε στιγμής, της κάθε σκέψης.

Κάποια μέρα η Χριστίνα μπήκε αλλιώτικη στο σπίτι. Νευρική, απότομη κι αμίλητη. Δεν τον πλησίασε ούτε τον φίλησε τρυφερά όπως παλιά.

Έβγαλε τα ρούχα της, σχεδόν τα εκσφενδόνισε σε μια καρέκλα και πήγε τρέχοντας στην κρεβατοκάμαρα. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Ούτε που πρόσεξε τον Κώστα, ούτε που πήρε είδηση το ιδιαίτερο στρώσιμο του τραπεζιού της κουζίνας ούτε τις μυρωδιές που ξεπηδούσαν από τα πιάτα.

Σε λίγο ακούστηκαν αναφιλητά και μικρά ξεσπάσματα της φωνής της.

Ο Κώστας ανησύχησε, τρόμαξε, σχεδόν τον έπιασε πανικός. Το μοναδικό του στήριγμα, η Χριστίνα, ήταν τόσο πονεμένη, πικραμένη, γιατί άραγε: Οι σκέψεις φοβερές, αλλόκοτες, διαδέχονταν η μία την άλλη.

Έτρεξε κοντά της, τι ειρωνεία... Σύρθηκε, διαγράφοντας στο χώρο σχήματα παράξενα. Κράτησε το χερούλι της πόρτας και το έστριψε σιγά. Αυτό υποχώρησε. Δειλά πρόβαλε το κεφάλι του γεμάτο αγωνία.

— Μπορώ να περάσω; Απόλυτη σιωπή... θα έλεγες νεκρικής...

Πάνω στο κρεβάτι, μπρούμυτα πεσμένη η Χριστίνα. Το σώμα της ανασηκωνόταν ρυθμικά αναδίνοντας τον πόνο των βουβών κυμάτων. Τα χέρια της κάλυπταν το δυστυχισμένο πρόσωπο και το μαξιλάρι κόκκινη ηλιοκαμένη γη που κατάπινε με λαχτάρα της ψυχής το ουράνιο τόξο.

Ο Κώστας ακόμα στο άνοιγμα της πόρτας με μάτια διάπλατα και κορμί μισοστεκούμενο πρόσμενε.

— Θα 'θελες να μιλήσουμε; Ξέρεις είναι γιατρειά να μιλάς σε κάποιον. Ξαλαφρώνεις όπως η γη που τινάζει απ' τα σπλάχνα της τη λάβα. Άφησε με να δροσίσω τις πληγές σου. Ξέρω πως είναι δικές μου. Εσύ υπομένεις το δικό μου φορτίο αγόγγυστα. Όμως δεν άντεξες άλλο...

Αράδιαζε τις λέξεις μία-μία κι αναρωτήθηκε αν η Χριστίνα τον άκουγε χαμένη στον κόσμο της.

Αργά και με δυσκολία έστριψε προς το μέρος του. Τότε είδε ένα απελπισμένο πρόσωπο. Δεν αναγνώρισε το βλέμμα της και η ανησυχία του μεγάλωσε. Τόσο σκυθρωπή, απόμακρη...

— Τι είναι, Κώστα; Θα ήθελα να μείνω μόνη...

—- Τόσα χρόνια, πρώτη φορά με νιώθεις ξένο και δε μοιράζεσαι μαζί μου ό,τι έχεις... Κάποτε βαδίζαμε μαζί στις ερημιές, ανάμεσα στις παπαρούνες, κυνηγούσαμε ηλιαχτίδες ανάμεσα στα φυλλώματα, κρυβόμαστε φοβισμένοι απ' τους κεραυνούς στις σχισμές των βράχων...

Ανασηκώθηκε, κάθησε στο κρεβάτι, έκρυψε το πρόσωπο της ανάμεσα στα γόνατα της σα φοβισμένο πουλί, σταύρωσε τα χέρια της πάνω στα διπλωμένα πόδια της.

Άκουγε χωρίς να αντιδρά. Τα μέλη της είχαν παραλύσει. Τα 'νιωθε τα λόγια του Κώστα. Τίποτα δεν πέρναγε ξώδερμα κι επειδή την τρυπούσαν κατάστηθα απόμενε βουνή σαν το ηφαίστειο που ζητάει δρόμο.

Όμως έπρεπε να πει την αλήθεια. Τα ψέματα ποτέ δεν σβήνουν τη θλίψη. Αιωρούνται σαν τη σκόνη διάχυτα στην ατμόσφαιρα, δε φαίνονται μα όταν κατασταλάξουν κάτω από τον ήλιο θαμπώνουν μορφές, πράγματα και συναισθήματα. Εξάλλου, πόσο θα κρυβόταν πίσω τους...

— Έχεις δίκιο να αναρωτιέσαι τι μου συμβαίνει. «Είμαι ο άνθρωπος που εμπιστεύεσαι, η ηλιαχτίδα σου, το απάνεμο λιμάνι σου...» Λόγια δικά σου κάτω απ' τα αστέρια, μέσα στον πόνο, στο χάδι της στοργής...

Όμως, Κώστα, νιώθω αδύναμη. Δε στο κρύβω. Σκέφτομαι το μέλλον μας και κατηγορώ τον εαυτό μου. Μήπως σε βοήθησαν με ελπίδες που είναι παραπανίσιες από την αντοχή μου να τις στηρίξω: Μήπως στις πληγές σου είμαι γιατρικό πρόσκαιρο, αυθόρμητο, χωρίς περίσκεψη και βάθος...

— Χριστίνα...

— Σε παρακαλώ, θέλω να ανοίξω την καρδιά μου, όπως έκανες τόσο καιρό εσύ. Δος μου κουράγιο...

Πέρασαν τόσα χρόνια. Ζήσαμε πολλά. Ήμουν κοντά σου κι ήσουν ο άνθρωπος για να νιώθω άνθρωπος. Στη θλίψη σου, στην αρρώστια σου, στο αύριο που με πανικό μαζί και λαχτάρα καρτερούσες, εύρισκα την ουσία της ανθρώπινης ζωής. Είναι εύκολο να την γνωρίζεις μέσα σε πύρινα ηλιοβασιλέματα και σε υποσχόμενες ανατολές.

Όμως κοντά σου έζησα τον ουρανό και την άβυσσο. Τη μια καλοτύχιζα τον εαυτό μου που βρέθηκε πλάι σου και την άλλη έντρομη πάσχιζα να δραπετεύσω απ' τον κλοιό που στένευε γύρω μας. Κάποιες στιγμές έπαιζα μαζί σου ανέμελο παιδί κι άλλοτε η μοναξιά μ' έπνιγε χωρίς να μπορώ να αντισταθώ. Ταξίδευα μέσα σου στρατολογώντας τα λόγια σου, το χαμόγελο σου, τις εκρήξεις σου, τις κινήσεις σου, τη γαλήνη σου. Κι εύρισκα σε σένα το σπάνιο σύντροφο...

— Χριστίνα, πώς μπόρεσες να κλείσεις στην καρδιά σου τόση τρικυμία... Ήξερα ότι η ζωή δίπλα μου ήταν σκληρή ιδίως τον τελευταίο καιρό. Όμως φαίνεται δε διέκρινα τα θολά μηνύματα της κόπωσης. Τι συνέβει όμως σήμερα και ξέσπασες ατέλειωτα, βουβά μέσα σε λυγμούς κι απόγνωση;

Φοβόταν την απάντηση, έτρεμε ότι θα έκλεινε την πόρτα της ελπίδας κι οι στάχτες θα ερήμωναν ολόκληρο το σώμα του. Τα φεγγάρια γι' αυτόν θα ήσαν ματωμένα, ολόγυμνα κι η «καλημέρα» την αυγή θα πέθαινε. Τώρα τις άδειες φούχτες του θα ανταμώνει τις άδειες ημέρες της αναμονής του τέλους.

Κι όταν ο κόσμος τον πλήγωνε, ήξερε ότι ο κόσμος της Χριστίνας ήταν όμορφος. Κι όταν λάσπωναν οι δρόμοι κι ο ορίζοντας έσταζε δάκρυα, είχε τ' αντιστύλι του... Και σαν μετρούσε τις ημέρες της ζωής του, «σήμερα, αύριο, σήμερα, αύριο»... ήξερε ότι θα μάκραιναν σαν υπάρχει η Χριστίνα. «Γιατί όχι, μπορώ να φυτέψω τριαντάφυλλα, να ευωδιάσω μαζί τους την Άνοιξη... Αρκεί να διαβαίνω το γεφύρι κρατώντας τη Χριστίνα...».

— Προχωρούσα στο δρόμο, ανάμεσα στο πλήθος, όπως κάθε φορά, του απάντησε. Προσπαθώντας να περάσω στο απέναντι τετράγωνο είδα κοντά μου ένα παλληκάρι στην ηλικία σου, ανήμπορο, με κόπο να σέρνει τα πόδια του. Προθυμοποιήθηκα να το βοηθήσω και τότε ένιωσα τόσο αμήχανη... «Όχι, κυρία, θα τα καταφέρω, πρέπει να τα καταφέρω». Στάθηκα στη γωνία και τον ακολούθησα με το βλέμμα μου. Έσερνε τα βήματα του, προσπαθούσε να μοιραστεί το ρυθμό και τη βιασύνη των άλλων. Ίδρωνε, στεκόταν, ανάσαινε βαριά κι ένα κύμα ορμής κι οργής φούντωνε το πρόσωπο του. Να τον έβλεπες σκυφτό. σα γέρικη ελιά ενώ δίπλα του αχολογούσαν τα γέλια...

Ετρεξα στο γραφείο, σφάλισα την πόρτα πίσω μου και μια μπόρα ξέσπασε μέσα μου. Σκέφτηκα εσένα, εμένα, τη ζωή μας, την πορεία μας. Δεν αντέχω να σε δω έτσι, να φθινοπωριάζει γύρω μας κι εμείς να πατάμε σε ξερά φύλλα και θα πληθαίνουν και θα μας πνίγουν. Ίσως ήταν λάθος που πορευτήκαμε μαζί. Κάποια στιγμή θα σταθούμε μετέωροι, αδύναμοι ακόμα και να πενθήσουμε για τη νύχτα που έφτασε...

— Μίλα, πόσο όμορφα μιλάς... Ακόμα κι όταν τα μαύρα σύννεφα θρηνούν, ακόμα κι όταν ο ίσκιος της χαράς λιγοστεύει και μιλάς για ταξίδι αγύριστο εγώ αντέχω, γιατί ποθώ τη φωνή σου. Κι όσο χαμηλώνει ο ουρανός και τον τρυπούν τα κυπαρίσσια, η ψυχή μου αντέχει, αντιστέκεται, γιατί έχει το άστρο της...

— Μην προχωράς, με τρελαίνουν τα λόγια σου, μην κρέμεσαι από πάνω μου. Δεν ξέρω, δεν μπορώ, είμαι από σάρκα, μη με βυθίζεις στην επερχόμενη θύελλα της θλίψης. Κρατώ το φως της σκιάς σου και τρέμω μη χάσω καλοκαίρια και χειμώνες που έζησα μαζί σου...

Ο Κώστας σιγά-σιγά ξέφυγε από το όνειρο και κοίταξε κατάματα το απελπισμένο βλέμμα της Χριστίνας. Είχε δίκιο. Είχε στηρίξει πάνω της τόσα πολλά κι οι ωμοί της είχαν γείρει απ' τις ευθύνες. Ένας τρυφερός βλαστός πως να αντισταθεί στη δίνη της ζωής.

Καταλάβαινε το ξέσπασμα της, την οργή, τον πόνο που λιώνει, την ψυχή που λιμνάζει. Το δίλημμα, φοβερό, αδυσώπητο και γι' αυτόν και για εκείνη. Αυτός μόνος, θα σερνόταν πιο χαμηλά στη γη. Ο νόμος της βαρύτητας για τους πονεμένους δεν έχει έλεος- τους τραβάει πιότερο στην άβυσσο και τους γονατίζει, τσακίζοντας την περηφάνια τους...

Εκείνη, βουτηγμένη κάθε, μέρα στο τίποτα, την κενότητα του αύριο, στον τρόμο της επερχόμενης ημέρας. Ήθελε να είναι μαζί του, το ήξερε, όμως πως να πορευτείς με πληγωμένες ελπίδες, με στράτα που υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου;

Έπρεπε ο ίδιος να βρει το κουράγιο και να κοιτάξει την αλήθεια κατάματα. Όσο κι αν κομμάτιασε η σκέψη, όμως η αγάπη θέλει δύναμη, πόνο ψυχής...

Οι ημέρες κυλούσαν. Τα κεφάλια σκυμμένα μετέφεραν την ανυπαρξία μιας σπίθας, έστω και μίας για να κρατηθεί η ζεστασιά και η ελπίδα...

Το απόγευμα μουντό, θολός ο ουρανός έτσι όπως απαιτούσαν οι αζήτητες στιγμές. Ο Κώστας είχε αποφασίσει να δώσει τέλος στο μαρτύριο της Χριστίνας και να κάνει ατέλειωτο το δικό του...

— Χριστίνα, κάθησε κοντά μου. Θέλω να μιλήσουμε. Θέλω να μ' ακούσεις ήρεμα, κρατώντας ανοιχτό το μυαλό σου.

— Κι η καρδιά μου; Γιατί θα την αφήσεις μακριά; Δίχως αυτήν δεν ξέρω πώς να ζω...

— Ξεκινήσαμε μαζί. Δυο μονοπάτια που έγιναν δρόμος χωρίς τελειωμό. Ενωθήκαμε σε πίκρες και χαρές τρυγήσαμε το παρελθόν μας με τόση αγάπη και κρυφτήκαμε σε παιδιακίσια λημέρια. Πετάξαμε τα χρόνια από πάνω μας. κλείσαμε τα μάτια και συναντήσαμε τους πρωτινούς μας εαυτούς. Γελάγαμε για τις σκανταλιές μας, κυνηγούσαμε μαζί τις ξεχωριστές στιγμές και φωλιάζαμε ήρεμα ο ένας στα όνειρα του άλλου. Πόσο λυπόσουν, γιατί το συναπάντημα μας αργοπόρησε και πόσο θλιβόμουν. γιατί έχασα όλα αυτά που νοσταλγικά μου διηγόσουν...

Όμως, στην πορεία οι χειμώνες έγιναν τόσο παγωμένοι που οι αναμνήσεις υποχώρησαν. Υπήρχε μόνο το παρόν. Οδυνηρό, αβοήθητο, χωρίς δυνατότητα να το αλλάξουμε. Στην αρρώστια μου εσύ πλάι μου, εγώ μέσα σου να αντλώ ζωή...

Δυσβάσταχτος πια ο χρόνος, κι εγώ, εγωιστής, έβλεπα μόνο εμένα. Κι ήρθε το ξέσπασμα σου, καταιγίδα καλοκαιρινή, για να ταράξει τη σιγουριά μου. Τότε είδα ότι η θέση σου ήταν τόσο δύσκολη, ανυπόφορη, όσο δεν ήταν η αρρώστια μου. Θεέ
μου, άθελα μου σε έκανα συνεργάτη, μέτοχο στο θάνατο, ενώ εκεί πρέπει να βαδίζεις μόνος..

— Μη συνεχίζεις, σε παρακαλώ...

— Όχι Χριστίνα, η αλήθεια τόσο σκληρή μα και τόσο λυτρωτική... Τα σκέφτηκα όλα... Εσένα, εμένα... Τέλος, για σένα το μαρτύριο. Φύγε από κοντά μου. Πρέπει να ζήσεις. Η λέξη λέει τα πάντα. Όσο μένουμε μαζί πληγώνουμε ο ένας τον άλλον. Εγώ σε βλέπω να βυθίζεσαι, κι εσύ να παραλύω... Κι οι δυο σηκώνουμε τους σταυρούς μας. Άφησε με να σηκώσω το δικό μου μέσα στη μοναξιά· πολλές φορές γίνεται ελαφρύτερος... Δεν υπάρχουν λόγια, δάκρυα, πονεμένα μάτια, κυρτωμένο κορμί, αβέβαιο βήμα, χέρια που τρέμουν...

Θα ήθελα να ακούω τη φωνή σου στο τηλέφωνο χαρούμενη, δροσερή, να μου λες για τη ζωή σου που άλλαξε... Τότε κι η δική μου νοερά θα είναι κοντά σου...

— Η καρδιά σου είναι μια πληγή, Κώστα, κι η φωνή σου λαβωμένη. Μου ζητάς να σ' αφήσω. Να πεθάνεις, από αγάπη αβοήθητος, σε μια αρρώστια τυραννική.

— Χριστίνα, την πήρα την απόφαση μου. Πρέπει να χωρίσουμε... Μην κάνεις δύσκολες τις τελευταίες στιγμές μας. Εγώ θα μείνω εδώ μαζί με τις αναμνήσεις μας κι εσύ... γκρέμισε πίσω σου τις σκιές, κοίταξε μόνο μια φορά και φύγε, τώρα. Τώρα που μπορώ και στέκω όρθιος στην εξώπορτα... Να σε δω να χάνεσαι μέσα στο μέλλον...

Είχε πια βραδιάσει. Τα άστρα άναψαν κι η πόρτα είχε σφαλίσει, στέλνοντας τη Χριστίνα μακριά.

Ο Κώστας ακούμπησε αποκαμωμένος το κεφάλι του στο τραπέζι κι αποκοιμήθηκε. Δεν έπεσε στο κρεβάτι. Φοβήθηκε ότι θα έμενε εκεί, παράλυτος κι έρημος, αιώνες ολόκληρους...