περιεχόμενα

Η ακαμάτρα η Βγενιώ

Πουλχερίας Σπηλιοπούλου

Από το περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ, τεύχος 56, σσ 26-30

Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά χρόνια ένας βοσκός που ζούσε στο βουνό με το κοπάδι του, αποφάσισε να παντρευτεί.

Να βρει μια καλή κοπέλα να την έχει συντροφιά στην ερημιά που ζούσε. Να τον βοηθάει κιόλα στο άρμεγμα των ζωών του, στο πήξιμο του τυριού, στο χτύπημα του βουτύρου. Να μη ζει ολομόναχος, χωρίς να έχει έναν άνθρωπο να πει μια κουβέντα.

Στο χωριό κατέβαινε σπάνια. Στις μεγάλες γιορτές για να πάει στην εκκλησία και όποτε επιθυμούσε τους γονείς και τ' αδέλφια του και πήγαινε στο χωριό να τους δει. Είχε μάθει να ζει στο βουνό μέσα στη φύση και ήτανε ευχαριστημένος από τη ζωή του, δεν είχε παράπονο. Κάθε τόσο πήγαινε και στην πολιτεία να πουλήσει το τυρί και το βούτυρο κι έβλεπε πως ζούσε ο κόσμος. Τον έπνιγε ο σκονισμένος αέρας στον λαιμό, και δεν μπορούσε ν' αναπνεύσει. Έτσι μόλις τελείωνε τη δουλειά του, ψώνιζε λίγα πράγματα που του χρειαζότανε για την απλή ζωή του κι έφευγε για το χωριό για να δει λίγο τους δικούς του να τους δώσει κανένα δώρο και αμέσως μετά ανέβαινε στο βουνό. Ανάσαινε ξανά τον μοσχομυριστό καθαρό αέρα, άκουγε το κελάηδισμα των πουλιών, το γαργάρισμα της πηγής ανάμεσα στις φτέρες και στις κάτασπρες στρόγγυλες πέτρες και αναγάλλιαζε η καρδιά του... Όταν όμως μεγάλωσε ο Γιωργής ο μοναχικός βοσκός, ένοιωσε την ανάγκη να πάρει μια καλή γυναίκα να κάνει οικογένεια. Είχε φτάσει στη κανονική ηλικία να κάνει παιδιά και να τα μεγαλώσει μέσα στη φύση και στην όμορφη απλή ζωή. Πού να βρει όμως τη νύφη; Απομονωμένος όπως ζούσε, δεν είχε γνωρίσει καμιά καλή κοπελιά.

Έτσι αποφάσισε να κατεβαίνει πιο συχνά στο χωριό τις Κυριακές, να πηγαίνει στην εκκλησία για να μπορέσει να δει και να διαλέξει κάποιο κορίτσι που θα του άρεσε και να το ζητήσει σε γάμο. Ήτανε καλός νοικοκύρης και πολύ προκομμένος. Είχε πολλά αρνιά και κατσίκια, μια γερο-χτισμένη καλύβα και καλό κομπόδεμα.

Δεν γίνεται, κάποια θα εύρισκε που θα της άρεσε να ζει στο βουνό και θα δεχότανε να μοιραστεί τη ζωή του.

Είδε αρκετές κοπέλες στο χωριό και στην εκκλησία αλλά καμιά δεν του άρεσε πολύ. Η Μάνα του του έφερε αρκετές προξενιές μα εκείνος δεν αποφάσιζε. Είχε δική του γνώμη ο Γιωργής και ήθελε να διαλέξει μόνος του τη γυναίκα του...

Μια γιορτή και σχόλη που κατέβηκε στο χωριό είδε μια κοπέλα να κάθεται στο παραθύρι σ' ένα σπίτι λίγο μακρύτερα από το δικό τους. Δεν την είχε δει τόσο καιρό ούτε στην εκκλησία ούτε στην πλατεία και ρώτησε τη Μάνα του ποια ήτανε... Τα γαλανά μάτια της όταν συναντήθηκαν με τα δικά του, δεν χαμήλωσαν και τον ζάλισαν. Τα ξανθά σγουρά μαλλιά της λίγο μπερδεμένα, είναι η αλήθεια, όμως της πήγαιναν πολύ, καθώς σχημάτιζαν ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. Σαν Παναγιά, σαν Αγια Βαρβάρα του φάνηκε...

Μα η Μάνα του όταν την ξαναρώτησε, κούνησε το κεφάλι της με περιφρόνηση και του είπε: «Παιδί μου, αυτή βρήκες να κοιτάξεις; Αυτή είναι η Βγενιώ, μια τεμπέλα, μια ακαμάτρα που όλη μέρα τεμπελιάζει στον ήλιο και ούτε υφαίνει ούτε ράβει ούτε τα ρούχα της δεν μπαλώνει, άμα σχιστούν και φαίνονται τα κρέατά της! Ούτε στην εκκλησία δεν πάει για να μην κουραστεί. Δεν κάνει για σένα παιδί μου. Έχω εγώ διαλέξει μια νύφη πολύ καλή που θα σε κάνει ευτυχισμένο. Νοικοκυρά, μυαλωμένη, σωστή» Άκουσε τα λόγια της Μάνας του ο Γιωργής και το καλοσκέφτηκε. Τι έχανε να δει την κοπέλα που του προξένευε; Έτσι το απόγευμα φόρεσε τα καλά του και μια και δυο κινήσανε για το σπίτι του κοριτσιού να τους κάνουν επίσκεψη και να μιλήσουν οι δυο τους. Έτσι γίνονταν τότε τα προξενιά...

Η κοπελίτσα που ήρθε με τον δίσκο στα χέρια να τους κεράσει γλυκό του κουταλιού και κρύο νερό από το πηγάδι τους ήτανε χαριτωμένη και χαμηλοβλεπούσα. Ο Γιωργής τη βρήκε αρκετά νόστιμη αλλά το μυαλό του ήταν στη Βγενιώ που σε κοίταζε θαρρετά στα μάτια και δεν χαμήλωνε τα δικά της. Κι όταν αργότερα ρώτησε τη χαμηλοβλεπούσα αν ήξερε ν' αρμέγει τις προβατίνες και τις κατσίκες, εκείνη κοκκίνισε και είπε πως δεν ήξερε... Κι ούτε να πήξει τυρί ήξερε ούτε να χτυπάει το βούτυρο...

Για να μην τα πολυλογούμε, αυτό βρήκε σαν αφορμή ο Γιωργής για ν' αρνηθεί το προξενιό. Είχε ερωτευτεί τη Βγενιώ έτσι άβγαλτος που ήτανε και δεν άκουγε τίποτα. Άδικα η Μάνα του τον συμβούλευε να πάρει την Κατινιώ την χαμηλοβλεπούσα που ήταν χρυσοχέρα και νοικοκυρά και ειλικρινής. Είπε ότι δεν ήξερε ν' αρμέγει, και τι έγινε; Θα μάθαινε απ' όλα... Δεν είχε όμως τα ξανθά σγουρά μαλλιά της Βγενιώς και τα γαλανά θαρρετά μάτια.

«Παιδάκι, μου γιατί δεν μ' ακούς;» τον παρακαλούσε η Μάνα του. «Δεν λέω καλή κι όμορφη είναι αλλά τόσο τεμπέλα κι ανεπρόκοπη που όλοι τη φωνάζουν "η ακαμάτρα η Βγενιώ". Όλη μέρα στο παραθύρι, ούτε κεντάει ούτε ράβει ούτε υφαίνει ούτε καμιά άλλη δουλειά δεν κάνει... Να φανταστείς πόσο τεμπέλα είναι που και στην εκκλησία να πάει, βαριέται, γιατί πέφτει λίγο μακριά. Κάθε Κυριακή ακούω τη Μάνα της να φωνάζει: Βγενιώ μου σκουθούς, πλυθούς, ντυθούς, ταιριαστούς, στολιστούς να πας στην εκκλησιά σαν όλες τις κοπέλες. Να σε δει κανένας μορφονιός να έρθει να σε ζητήσει. Που εκείνη! Όλη μέρα στο παραθύρι ν' αγναντεύει το βουνό!»

«Ε! Μάνα που ξέρεις, μπορεί εμένα να περιμένει τόσο καιρό. Εγώ θα την πάρω κι ελπίζω να διορθωθεί. Άλλωστε πάλι θα κάθεται, όταν θα φυλάει τα πρόβατα! Εγώ αυτήν διάλεξα!»

Η Μάνα του κούνησε με δυσπιστία το κεφάλι της και είπε από μέσα της: «Καλά λένε όπου ακαμάτρα και λωλή, έχει την τύχη την καλή!» Δεν το είπε όμως δυνατά για να μην κακοκαρδίσει το παιδί της και για χατίρι του έστειλε προξενιό στη Βγενιώ, και την άλλη κιόλας μέρα πήγαν να της κάνουν επίσκεψη...

Το σπίτι της ήταν όμορφο, γεροχτισμένο αλλά φαινότανε ότι δεν είχε καλή νοικοκυρά να το περιποιηθεί. Το τζάκι ήταν σβηστό γεμάτο στάχτες, οι μαξιλάρες του μιντεριού ξεκοιλιασμένες, και φαινότανε το μαλλί από μέσα από τα ξηλώματα, και το πάτωμα κακοσκουπισμένο και ασφουγγάριστο. Όλα σκονισμένα και απεριποίητα. Μόνο η Βγενιώ έλαμπε όμορφη και δροσερή μέσα στο παλιό ξεφτισμένο της φόρεμα. Μα ο έρωτας είχε θαμπώσει τόσο-τα μάτια του Γιωργή που δεν έβλεπε τίποτα απ' όλα αυτά.

Το μόνο που πρόσεχε ήταν το φωτεινό χαμόγελο της, τα μεγάλα μάτια της τα γαλάζια και το τρυφερό χεράκι που άπλωσε στο δικό του. Κι όταν της έκανε την ερώτηση αν ήξερε ν' αρμέγει και να πήζει το τυρί και κείνη απάντησε αρνητικά, δεν τον πείραξε καθόλου...

«Δεν ξέρω μα θα μάθω» είπε με την τραγουδιστή της φωνή. «Εμένα μ' αρέσει η ζωή στο βουνό και στη φύση. Εσένα περίμενα τόσα χρόνια κι αγνάντευα κατά κει... Έπειτα δεν θα έχω τόσες δουλειές στο σπίτι και δεν θα με φωνάζει πια η Μάνα μου ακαμάτρα!» Η αφέλεια της έκανε όλους να γελάσουν, και η πεθερά σκέφτηκε: «Λες και δεν είναι ακαμάτρα! Μην την αδικήσουμε!»

Αλλά πάλι δεν είπε τίποτα στα φανερά για να μην στενοχωρήσει το γιο της: «Αφού αυτή αγάπησε, ας την πάρει. που ξέρεις μπορεί να διορθωθεί με τον καιρό», είπε.

Έτσι έγιναν οι χαρές του Γιωργή με τη Βγενιώ, και όλοι γλέντησαν, έφαγαν και ήπιαν με την ψυχή τους και τους ευχήθηκαν καλή ζωή.

Πραγματικά όλα πήγαν καλά τον πρώτο καιρό. Εκείνος την αγαπούσε πολύ και της συγχωρούσε την τεμπελιά της, όσο δεν τον ενοχλούσε. Ήταν καλόκαρδη και γλυκιά κοπέλα και αγαπούσε τον άντρα της κι έμαθε για χάρη του όλα όσα δεν ήξερε. Ν' αρμέγει, να πήζει τυρί, να χτυπάει το βούτυρο και να πηγαίνει το κοπάδι να βοσκήσει στα λιβάδια κοντά στο ποτάμι. Το βράδυ μαγειρεύανε μαζί νόστιμα φαγητά και περνούσανε ήσυχα και καλά. Μόνο νοικοκυριό να κάνει να μην της έλεγες. Μήτε βελόνι μήτε αργαλειό μήτε βελόνες να πιάσει στο χέρι ήθελε.

Σε λίγο καιρό όμως οι κάλτσες που του είχε πλέξει η Μάνα του σχίστηκαν και θέλανε μπάλωμα, τα ρούχα του πιάνονταν στα πουρνάρια και στα τσαλιά και θέλανε μπάλωμα μα που να πιάσει βελόνι στο χέρι η Βγενιώ και βελόνες να πλέξει κανένα ζευγάρι κάλτσες!

«Να πάγεις καινούργια!» έλεγε στον άντρα της γελώντας ανέμελα και εκείνη φορούσε τη χιλιοσκισμένη φουστάνα της, σφύριζε στο σκύλο-φύλακα του κοπαδιού κι έτρεχε στα λιβάδια...

Τον πρώτο καιρό ο Γιωργής τη συγχωρούσε, γελούσε με τα καμώματα της και όσο μπορούσε, έκανε εκείνος όλες τις δουλειές που δεν έκανε εκείνη. Αγόρασε καινούργια ρούχα, όταν κουρελιάστηκαν τα παλιά, κι έλπιζε ότι σιγά-σιγά θα τη διόρθωνε. Μάταιος κόπος. Όσο περνούσε ο καιρός, γινότανε χειρότερη. Δεν έδινε καμιά σημασία σε τίποτα. Η αρρώστια της τεμπελιάς προχωρούσε. Όλοι στο χωριό άρχισαν να τους κοροϊδεύουν. Έβλεπαν τη Βγενιώ να τριγυρίζει με ξεσκισμένα ρούχα και γελούσαν.

«Δεν την μαλώνεις να διορθωθεί, ρεζίλι σ' έκανε» του είπε με λύπη μια μέρα η Μάνα του κι αμέσως μετάνιωσε που πίκρανε το παιδί της...

«’Ακου να σου πω παιδί μου Γιωργή» του είπε μια μέρα ένας γέροντας του χωριού. «Αφού δεν παίρνει από λόγια και περπατάει και φαίνονται τα κρέατα της μέσα από τις πορτσαδιές στα ρούχα της, δεν της τραβάς ένα χέρι ξύλο μήπως και συμμορφωθεί;»

Ο Γιωργής κούνησε αρνητικά το κεφάλι του: «Δεν χρειάζεται το ξύλο γέροντα. Εγώ ό,τι είχα να πω, της το είπα. Κατάντησε σαν ζητιάνα. Άστην θα τιμωρηθεί μόνη της και θα βάλει μυαλό με τον καιρό. Θάρθει μια μέρα που θα δέρνεται μόνη της!! Ο Θεός να φυλάξει εγώ ποτέ δεν θα σηκώσω χέρι στη γυναίκα μου!!»

Αυτά είπε ο Γιωργής και πήρε το δρόμο για το βουνό για να μην ακούει τα κουτσομπολιά και τα λόγια του κόσμου.

«Κρίμα στο παλικάρι», είπε ο καλός γέροντας «τόσα καλά κορίτσια στο χωριό, κι αυτός διάλεξε τη χειρότερη! Καλά λένε "Όπου ακαμάτρα και λωλή, έχει την τύχη την καλή!"». Και χτύπησε ξύλο για καλό και για κακό...

Μα ο Γιωργής είχε το σχέδιο του. Με την πρώτη ευκαιρία που βρήκε και κατέβηκε στην πόλη να πουλήσει τυρί και βούτυρο ψώνισε διάφορα πράγματα και γύρισε φορτωμένος μ' ένα μεγάλο δέμα τυλιγμένο σ' ένα χαρτόνι...

Το έκρυψε πίσω από την πόρτα του καινούργιου δωματίου που είχε χτίσει για να μεγαλώσει το καλύβι του. Ήτανε ένα μεγάλο φωτεινό δωμάτιο που έβλεπε στο ποτάμι. Το καθάριζε και το περιποιότανε μόνος του, γιατί αν περίμενε από τη Βγενιώ αλίμονο...

Εκείνη ούτε που έμπαινε μέσα μ' όλο που εκείνος όλο και κάτι έφτιαχνε για να το στολίσει. Στην αρχή έφτιαξε ένα ωραίο μεγάλο τραπέζι και καρέκλες, μετά ένα κρεβάτι και κρέμασε καινούργιες κουρτίνες στα παράθυρα που τις έραψε η Μάνα του για να τον ευχαριστήσει. Με τα προκομμένα χέρια του όλο και κάτι πελεκούσε στο ξύλο και κατασκεύαζε χρήσιμα και ωραία πράγματα. Εκείνη καθότανε όλη μέρα έξω με το κοπάδι και τώρα που καλοκαίριασε κοιμότανε κιόλας έξω, κάτω από τον ουρανό τον κεντημένο μ' αστέρια. Κουρελιασμένη, αναμαλλιασμένη και κουρασμένη από την τεμπελιά σε τίποτα δεν θύμιζε την όμορφη δροσερή κοπέλα που είχε αγαπήσει ο Γιωργής...

Όπως είχε πιάσει μεγάλη ζέστη, μύγες, ζουζούνια και σφήκες πετούσαν γύρω της και όλο την τσιμπούσαν στα χέρια, στα μπράτσα, στα μπούτια και στα πόδια της. Πατ, πατ, πατ, χτυπούσε τις μύγες για να τις σκοτώσει η Βγενιώ, πατ-κιουτ ξανά χτυπούσε τις σφήκες πάνω της, είχε γεμίσει μελανιές το σώμα της...

Καλά είχε πει ο άντρας της, ήρθε ο καιρός και χτυπιότανε μοναχή της. Μα βελόνι δεν έλεγε να πιάσει να μπαλώσει τη φουστάνα της. Ο Γιωργής την έβλεπε να τυραννιέται και δεν έλεγε τίποτα. Τη λυπότανε αλλά την άφηνε να τιμωρηθεί μόνη της και να καταλάβει το κακό που έκανε στον εαυτό της.

Έτσι μια από τις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού η Βγενιώ η Ακαμάτρα άλλη δουλειά δεν έκανε από το να παλεύει με τις μύγες και να χτυπιέται. Δεν είχε κοιμηθεί και όλο το βράδυ από τα κουνούπια και τους κοριούς που την τσιμπούσαν κι ήτανε χάλια. Σήκωσε το δεξί της χέρι να ξύσει την πλάτη της. Το μανίκι της φουστάνας της ξηλωμένο ως απάνω κρέμασε και τη χτύπησε στο μάτι. Αδιάφορη εκείνη έξυσε την πλάτη της μέσα από το άνοιγμα του λαιμού της που έχασκε.

Καθισμένη μπροστά στην πόρτα της ομορφοφτιαγμένης καλύβας ήτανε η εικόνα της τσαπατσουλιάς. Το φόρεμα της που κάποτε είχε ωραίο βυσσινί χρώμα ήταν γεμάτο λεκέδες και σχισίματα. Στα μανίκια, στο στήθος, στη φούστα, παντού...

Τα μαλλιά της αχτένιστα κρεμότανε γύρω από το πρόσωπο της ξανθά και μπερδεμένα. Και το σώμα της ήταν γεμάτο μελανιές, αφού δερνότανε μόνη της, όπως είχε πει ο άντρας της...

Ο Γιωργής όλα τα είχε φτιάξει γύρω τους ωραία με την αξιοσύνη του. Ο μεγάλος κήπος τους είχε δέντρα, λουλούδια και λαχανικά, μια πέτρινη βρύση για το πότισμα, και το καινούργιο δωμάτιο καθαρό, επιπλωμένο, στολισμένο με καινούργια στρωσίδια και κουρτίνες έλαμπε από καθαριότητα. Έβλεπε όμως τη γυναίκα του σ' αυτή την κατάντια κι αισθανότανε μεγάλη λύπη. Ήταν καιρός να εφαρμόσει το σχέδιο του....

Ετοίμασε το φαγητό και τη φώναξε να φάνε στο ωραίο τραπέζι που το είχε στρώσει στο μεγάλο φωτεινό δωμάτιο. Πριν όμως ξετύλιξε το μεγάλο δέμα που είχε φέρει από την πολιτεία κι έστησε ένα ωραίο μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο πλάι στο τζάκι. Έκανε τη σκέψη ότι ίσως όταν θα έβλεπε τα χάλια της μέσα στον καθρέφτη, θα καταλάβαινε τι κακό την είχε βρει με την αρρώστια της τεμπελιάς και ίσως να διορθωνότανε. Αυτή ήταν η μεγάλη του ελπίδα.

Η Βγενιώ μπήκε με το τεμπέλικο περπάτημά της αδιαφορώντας για το στολισμένο με μια χεριά αγριολούλουδα τραπέζι, τα καινούργια κουρτινάκια στα παραθύρια και το φαΐ που μοσχοβολούσε, καθώς έβραζε ακόμη στην χύτρα την καλογυαλισμένη από τον Γιωργή κι έμοιαζε κι αυτή σαν στολίδι πάνω στη φωτιά του τζακιού. Βιαζότανε να φάει για να πάει να κοιμηθεί. Όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Την πονούσαν τα χτυπήματα που έδινε όλη μέρα στα χέρια της και στα πόδια της για να σκοτώνει τα ζουζούνια που την περπατούσαν. Χτες κιόλα την είχε τσιμπήσει και μια σαύρα που είχε τρυπώσει από μια παρτσαδιά στην πλάτη της.

Μόλις έκανε ένα βήμα προς το τραπέζι, είδε ξαφνικά μια γυναίκα κουρελιασμένη, ξεχτένιστη και γεμάτη μελανιές να την κοιτάζει με κάτι μάτια που μπορεί να ήταν όμορφα και γαλάζια μα ούτε που φαινότανε από τα ξασμένα βρώμικα μαλλιά που έπεφταν επάνω της.

Ποια ήταν αυτή; Έκανε ένα βήμα για να την πιάσει. Τι ζητούσε μέσα στο σπίτι της; Άπλωσε το χέρι της, και η άγνωστη γυναίκα έκανε το ίδιο. Άπλωσε και το άλλο, και η αναμαλλιασμένη γυναίκα έκανε την ίδια κίνηση.

Τότε κατάλαβε η Βγενιώ ότι εκείνη η άγνωστη γυναίκα με τα κουρελιασμένα ρούχα, τα σημάδια από τα χτυπήματα και τα μπερδεμένα μαλλιά ήτανε η ίδια. Όχι ότι δεν είχε δει καθρεφτάκι ποτέ αλλά ένα τόσο μεγάλο καθρέφτη που θα της έδειχνε το χάλι της δεν είχε δει. Τρόμαξε τόσο πολύ από την εικόνα που έβλεπε που έβαλε φωνή δυνατή και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Ο Γιωργής τη λυπήθηκε, πήγε κοντά της, την έπιασε από το χέρι και την έβαλε να καθίσει πλάι στο τζάκι.

Εκείνη έκλαψε πολλή ώρα, ώσπου να ξεσπάσει το παράπονο που ένοιωθε και η ντροπή μπροστά στον άντρα της που με τόσο καλό τρόπο και λεπτότητα της έδωσε ένα καλό μάθημα. Έτσι είχε καταντήσει από την τεμπελιά και δεν το καταλάβαινε; Γι' αυτό της έλεγε ο Γιωργής ότι θα τιμωρηθεί μια μέρα μόνη της; Η τιμωρία της είχε έρθει. Σίγουρα ο άντρας της δεν θα την αγαπούσε πια. Πόσο καλός ήτανε που τόσο καιρό έκανε υπομονή να βλέπει αυτή την ακαμάτρα τη γυναίκα πλάι του. Κι έκανε όρκο μεγάλο η μετανοιωμένη Βγενιώ. Ποτέ πια δεν θα τεμπέλιαζε. Ποτέ πια δεν θ' αδιαφορούσε για τίποτα.

Έτρεξε στο ποτάμι και λουτροκοπανίστηκε για πολλή ώρα. Έλουσε τα μαλλιά της που έγιναν πάλι απαλά, μεταξένια και σγουρά όπως κάποτε. Δροσίστηκαν οι πληγές της μαζί με την ψυχή της. Και μετά γύρισε στο καινούργο καθαρό δωμάτιο μια καινούργια, καθαρή και λαμπερή Βγενιώ και φόρεσε την καινούργια φουστάνα που ο Γιωργής της την είχε αγοράσει και περίμενε να γιατρευτεί από την αρρώστια της τεμπελιάς για να της τη δώσει. Χτενίστηκε κι έλαμψε η ομορφιά της, όταν γυαλίστηκε στον καθρέφτη που γελούσε τώρα όπως και κείνη, κι έδειχνε μια καθαρή νοικοκυρεμένη κοπέλα μετανοιωμένη για την τεμπελιά της.

Από τη χαρά της φιλούσε τα χέρια του χρυσού της Γιωργή που είχε ετοιμάσει όλα τα καλά για κείνη και του ζητούσε να τη συγχωρέσει. Και του έδινε το λόγο της ότι από δω και πέρα όλοι θα τη φωνάζανε η προκομμένη η Βγενιώ.

Και τον κράτησε τον λόγο της λεβέντικα. Τα σημάδια από τα μπράτσα της φύγανε γρήγορα, η αγάπη του Γιωργή δυνάμωσε, και η Βγενιώ τώρα πια, πότε ύφαινε, πότε έραβε, πότε έπλεκε και καθάριζε το σπίτι που έλαμπε από την καθαριότητα.

Είχε γιατρευτεί πια. Κι όταν κατέβαιναν στο χωριό, όλοι απορούσαν με την αλλαγή της. Πιο νοικοκυρεμένο ζευγάρι δεν ήταν άλλο.

Κι η ζωή τους κύλησε μετά σαν το γάργαρο ποταμάκι, και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Πλάνα εξουσία

Ω πλάνα Κίρκη εξουσία,
διχάζεις και μεταμορφώνεις τους ανθρώπους,
απανθρωπίζοντάς τους στην ουσία.
με μύριους όσους παρα-τρόπους...

Άσημοι, σπουδαίοι, βασιλιάδες,
για χάρη σου αλληλοφθονούνται
και δε στοχάζονται, οι φουκαράδες
ότι τον εαυτό τους εκδικούνται...

Άτομα, κράτη, αυτοκρατορίες,
για σένανε καταστράφηκαν,
παγιδευμένες σε στυγνές ραδιουργίες,
άδικα και άδοξα χάθηκαν...