Εὐριπίδη

Βάκχαι

Μετάφραση Παντελῆ Πρεβελάκη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

(τίτλος, τα πρόσωπα, πρόλογος, πάροδος, α' επεισόδιο, α' στάσιμο, β' επεισόδιο, β' στάσιμο, γ' επεισόδιο, γ' στάσιμο,
δ' επεισόδιο, δ' στάσιμο, ε' επεισόδιο, ε' στάσιμο, έξοδος)

Το βασιλικό παλάτι πάνω στην Καδμεία, την
ακρόπολη της Θήβας. Δεξιά στο βάθος, ένας
τάφος· από τη μεριά τον παλατιού αναδίνεται
ανάριος καπνός από κάτι ερείπια.
Ο τάφος και τα ερείπια είναι τόπος ιερός·
μιά κληματαριά τον σκεπάζει.
Μπαίνει ο Διόνυσος, φορώντας τη στολή των
οπαδών του, των βάκχων, και κρατώντας
το θύρσο.

  Διόνυσος ΔΙΟΝΥΣΟΣ
  ἥκω Διὸς παῖς τήνδε Θηβαίων χθόνα
Διόνυσος, ὃν τίκτει ποθ᾽ ἡ Κάδμου κόρη
Σεμέλη λοχευθεῖσ᾽ ἀστραπηφόρῳ πυρί·
μορφὴν δ᾽ ἀμείψας ἐκ θεοῦ βροτησίαν
Έρχομαι εδώ στη χώρα των Θηβαίων,
ο Διόνυσος εγώ, του Δία το τέκνο,
που μ' έκαμε η Σεμέλη, η θυγατέρα
του Κάδμου, από φωτιάν αστραποφόρα
ξεγεννημένη. Κι αφού τη μορφή μου
τη θεϊκιά τη συνάλλαξα με ανθρώπου,
5 πάρειμι Δίρκης νάματ᾽ Ἰσμηνοῦ θ᾽ ὕδωρ.
ὁρῶ δὲ μητρὸς μνῆμα τῆς κεραυνίας
τόδ᾽ ἐγγὺς οἴκων καὶ δόμων ἐρείπια
τυφόμενα Δίου πυρὸς ἔτι ζῶσαν φλόγα,
ἀθάνατον Ἥρας μητέρ᾽ εἰς ἐμὴν ὕβριν.
φτάνω εδώ πλάι στα νάματα της Δίρκης
και στου Ισμηνού το ρέμα. Και το μνήμα
της αστραποκαμένης μου μητέρας
βλέπω πλάι στο παλάτι, και τα ερείπια
από το σπίτι της, που ακόμα βγάνουν
ζωντανή φλόγα απ' τη φωτιά του Δία,
στη μάνα μου άσβηστη αδικία της Ήρας.
10 αἰνῶ δὲ Κάδμον, ἄβατον ὃς πέδον τόδε
τίθησι, θυγατρὸς σηκόν· ἀμπέλου δέ νιν
πέριξ ἐγὼ ᾽κάλυψα βοτρυώδει χλόῃ.
λιπὼν δὲ Λυδῶν τοὺς πολυχρύσους γύας
Φρυγῶν τε, Περσῶν θ᾽ ἡλιοβλήτους πλάκας
Και τον Κάδμο παινεύω πού 'χει ορίσει
να μένει ο τόπος άβατος, της κόρης του
περίβολος ιερός· με χλωρό κλήμα
τον σκέπασα κ' εγώ σταφυλιασμένο.
Τους πολύχρυσους κάμπους έχω αφήσει
των Λυδών και Φρυγών, κι αντιπερνώντας
τα ηλιοκρουσμένα της Περσίας τα πλάτη,
15 Βάκτριά τε τείχη τήν τε δύσχιμον χθόνα
Μήδων ἐπελθὼν Ἀραβίαν τ᾽ εὐδαίμονα
Ἀσίαν τε πᾶσαν, ἣ παρ᾽ ἁλμυρὰν ἅλα
κεῖται μιγάσιν Ἕλλησι βαρβάροις θ᾽ ὁμοῦ
πλήρεις ἔχουσα καλλιπυργώτους πόλεις,
τα Βακτριανά τα τείχη και των Μήδων
την αγέλαστη γη, την Αραβία
την περίπλουτη κι όλη την Ασία
που πλάι στο κύμα κείτεται και πού 'χει
πολιτείες καστρογύριστες, γιομάτες
από Έλληνες και βάρβαρους αντάμα,
20 ἐς τήνδε πρῶτον ἦλθον Ἑλλήνων πόλιν,
τἀκεῖ χορεύσας καὶ καταστήσας ἐμὰς
τελετάς, ἵν᾽ εἴην ἐμφανὴς δαίμων βροτοῖς.
πρώτας δὲ Θήβας τῆσδε γῆς Ἑλληνίδος
ἀνωλόλυξα, νεβρίδ᾽ ἐξάψας χροὸς
σ' αυτήν εδώ πρωτόρθα της Ελλάδας
την πόλη, αφού πρωτύτερα εκεί πέρα
στέριωσα τους χορούς και τελετές μου,
θεός φανερός για τους θνητούς να γίνω.
Και πρώτη, μες στη χώρα των Ελλήνων,
τη Θήβα εγώ την έκαμα να σκούξει,
αφού της κρέμασα αλαφιού τομάρι
25 θύρσον τε δοὺς ἐς χεῖρα, κίσσινον βέλος·
ἐπεί μ᾽ ἀδελφαὶ μητρός, ἃς ἥκιστα χρῆν,
Διόνυσον οὐκ ἔφασκον ἐκφῦναι Διός,
Σεμέλην δὲ νυμφευθεῖσαν ἐκ θνητοῦ τινος
ἐς Ζῆν᾽ ἀναφέρειν τὴν ἁμαρτίαν λέχους,
στο κορμί και της έβαλα στο χέρι
το θύρσο, το κισσόδετο κοντάρι·
επειδή της μητρός μου οι αδερφάδες
-πού δεν τους έπρεπε καθόλου λέγαν:
“Ο Διόνυσος δε σπάρθηκε απ' το Δία,
μόν' η Σεμέλη από θνητό εγκαστρώθη,
κι απέ 'ριξε στο Δία την αμαρτία
30 Κάδμου σοφίσμαθ᾽, ὧν νιν οὕνεκα κτανεῖν
Ζῆν᾽ ἐξεκαυχῶνθ᾽, ὅτι γάμους ἐψεύσατο.
τοιγάρ νιν αὐτὰς ἐκ δόμων ᾤστρησ᾽ ἐγὼ
μανίαις, ὄρος δ᾽ οἰκοῦσι παράκοποι φρενῶν·
σκευήν τ᾽ ἔχειν ἠνάγκασ᾽ ὀργίων ἐμῶν,
του κρεβατιού —τεχνάσματα του Κάδμου,
που για δαύτα τη σκότωσεν ο Δίας,
επειδή ψέματα είπε για το γάμο”.
Αυτά καταλαλούσανε· για τούτο
τις οιστρολάτησα κ' εγώ απ' τα σπίτια
με τη μανία, και τώρα λημεριάζουν
στο βουνό φρενιασμένες· και τις έχω
στανέψει τη στολή των τελετών μου
35 καὶ πᾶν τὸ θῆλυ σπέρμα Καδμείων, ὅσαι
γυναῖκες ἦσαν, ἐξέμηνα δωμάτων·
ὁμοῦ δὲ Κάδμου παισὶν ἀναμεμειγμέναι
χλωραῖς ὑπ᾽ ἐλάταις ἀνορόφοις ἧνται πέτραις.
δεῖ γὰρ πόλιν τήνδ᾽ ἐκμαθεῖν, κεἰ μὴ θέλει,
να φορέσουν, κι ολάκερο το γένος
το θηλυκό των Καδμείων, γυναίκες
όσες βρέθηκαν, τις ξεπόρτισα όλες·
και με τις Καδμοπούλες τώρα ομάδι
ανταμωμένες κάθονται στους βράχους
τους ξέσκεπους και στα έλατα αποκάτω.
Τί πρέπει η πόλη τούτη, κι ας μη θέλει,
40 ἀτέλεστον οὖσαν τῶν ἐμῶν βακχευμάτων,
Σεμέλης τε μητρὸς ἀπολογήσασθαί μ᾽ ὕπερ
φανέντα θνητοῖς δαίμον᾽ ὃν τίκτει Διί.
να καταλάβει τί θα πει ν' απέχει
απ' τη δική μου τη λατρεία· συνάμα
πρέπει να διαφεντέψω τη Σεμέλη,
στους θνητούς φανερώνοντας πώς είμαι
θεός κι από το Δία γιος δικός της.
  Κάδμος μὲν οὖν γέρας τε καὶ τυραννίδα
Πενθεῖ δίδωσι θυγατρὸς ἐκπεφυκότι,
Πού λες ο Κάδμος το βασίλειο δίνει
και τα πρωτεία στον Πενθέα, το φύτρο
45 ὃς θεομαχεῖ τὰ κατ᾽ ἐμὲ καὶ σπονδῶν ἄπο
ὠθεῖ μ᾽, ἐν εὐχαῖς τ᾽ οὐδαμοῦ μνείαν ἔχει.
ὧν οὕνεκ᾽ αὐτῷ θεὸς γεγὼς ἐνδείξομαι
πᾶσίν τε Θηβαίοισιν. ἐς δ᾽ ἄλλην χθόνα,
τἀνθένδε θέμενος εὖ, μεταστήσω πόδα,
μιανής του κόρης, που όλα τα δικά μου
τα θεομάχεται αυτός και δε μου στέργει
σπονδές μηδέ με βάνει στις ευκές του.
Γι' αυτό, θεός πώς είμαι γεννημένος
θα του δείξω, και σ' όλους τους Θηβαίους.
Κι αφού τα πάντα εδώ βάλω σε τάξη,
θα μετασύρω πόδι σε άλλους τόπους,
50 δεικνὺς ἐμαυτόν· ἢν δὲ Θηβαίων πόλις
ὀργῇ σὺν ὅπλοις ἐξ ὄρους βάκχας ἄγειν
ζητῇ, ξυνάψω μαινάσι στρατηλατῶν.
ὧν οὕνεκ᾽ εἶδος θνητὸν ἀλλάξας ἔχω
μορφήν τ᾽ ἐμὴν μετέβαλον εἰς ἀνδρὸς φύσιν.
τη δύναμη μου δείχνοντας· κι ας κάμει
η Θήβα, στο θυμό της, με τα όπλα
να διώξει απ' το βουνό τις βάκχες, τότε
θα χτυπηθώ μαζί της, οδηγώντας
τις μαινάδες στη μάχη. Γι' αυτό κ' έχω
τη μορφή σε θνητού αλλαγμένη κι όψην
αντρός επήρα αντί για τη δική μου.
    Φωνάζει για ν' ακουστεί έξω από τη σκηνή.
55 ἀλλ᾽, ὦ λιποῦσαι Τμῶλον ἔρυμα Λυδίας,
θίασος ἐμός, γυναῖκες, ἃς ἐκ βαρβάρων
ἐκόμισα παρέδρους καὶ ξυνεμπόρους ἐμοί,
αἴρεσθε τἀπιχώρι᾽ ἐν πόλει Φρυγῶν
τύμπανα, ῾Ρέας τε μητρὸς ἐμά θ᾽ εὑρήματα,
Αλλά, γυναίκες πού 'χετε αφησμένο
τον Τμώλο, της Λυδίας το δυναμάρι,
ώ θίασε μου ! εσείς πού 'χω φερμένες
απ' τους βαρβάρους συνοδοί να μου είστε
και σύντροφοι, τα τύμπανα σηκώστε
που συνηθούνε στων Φρυγών τη χώρα
κι από τη Ρέα τη μάνα κι από μένα
60 βασίλειά τ᾽ ἀμφὶ δώματ᾽ ἐλθοῦσαι τάδε
κτυπεῖτε Πενθέως, ὡς ὁρᾷ Κάδμου πόλις.
ἐγὼ δὲ βάκχαις, ἐς Κιθαιρῶνος πτυχὰς
ἐλθὼν ἵν᾽ εἰσί, συμμετασχήσω χορῶν.
βρέθηκαν, και ζυγώστε το παλάτι
του Πενθέα, και χτυπάτε ! να τα βλέπει
του Κάδμου η πολιτεία. Κ' εγώ πηγαίνω
τις μαινάδες να βρω στου Κιθαιρώνα
τα φαράγγια, να πιάσω στους χορούς των.
    Φεύγει.

 

Αρχή σελίδας
Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Μάρτιος 2003