Εὐριπίδη

Βάκχαι

Μετάφραση Παντελῆ Πρεβελάκη

ΠΑΡΟΔΟΣ

(τίτλος, τα πρόσωπα, πρόλογος, πάροδος, α' επεισόδιο, α' στάσιμο, β' επεισόδιο, β' στάσιμο, γ' επεισόδιο, γ' στάσιμο,
δ' επεισόδιο, δ' στάσιμο, ε' επεισόδιο, ε' στάσιμο, έξοδος)

Μπαίνει ο Χορός: δεκαπέντε Ασιάτισσες Βάκχες
ντυμένες εξωτικά, ζωσμένες με λαφοτόμαρα και
κρατώντας θύρσους και τύμπανα.

  Χορός ΧΟΡΟΣ
  Ἀσίας ἀπὸ γᾶς Απ' της Ασίας ξεκίνησα
65 ἱερὸν Τμῶλον ἀμείψασα θοάζω
Βρομίῳ πόνον ἡδὺν
κάματόν τ᾽ εὐκάματον, Βάκ-
χιον εὐαζομένα.
τίς ὁδῷ τίς ὁδῷ; τίς;
μελάθροις ἔκτοπος ἔστω, στόμα τ᾽ εὔφη-
τη γη, τον Τμώλο τον ιερό,
και τρέχω για το Βροντερό,
κι ο κάματος μου είναι γλυκός
κ' η κούραση μου είν' αλαφρή,
κράζοντας: Βάκχε, ευάν ευοί!
Ποιός βρίσκεται στο δρόμο; ποιός;
Στο σπίτι μέσα ας τραβηχτεί,
70 μον ἅπας ἐξοσιούσθω·
τὰ νομισθέντα γὰρ αᾇεὶ
Διόνυσον ὑμνήσω.
και στόμα σφαλιστό ας κρατεί
με την πανόσια τη σιγή !
Κι ως το 'χει η πίστη, πάντα εγώ
το Διόνυσο θα τον υμνώ.
    [στρ.
73b μάκαρ, ὅστις εὐδαίμων
τελετὰς θεῶν εἰδὼς
Μακάριος, καλορίζικος
που των θεών τις τελετές
74b βιοτὰν ἁγιστεύει καὶ ξέρει κι αγνή ζωή περνά
75 θιασεύεται ψυχὰν
ἐν ὄρεσσι βακχεύων
ὁσίοις καθαρμοῖσιν,
τά τε ματρὸς μεγάλας ὄρ-
για Κυβέλας θεμιτεύων,
βακχεύοντας πα στα βουνά
με τους ιερούς τους καθαρμούς
και νιώθει εντός του την ψυχή
του θίασου του βακχικού·
και της Κυβέλης, της τρανής
Μάνας, τιμώντας τα όργια,
80 ἀνὰ θύρσον τε τινάσσων,
κισσῷ τε στεφανωθεὶς
Διόνυσον θεραπεύει.
ἴτε βάκχαι, ἴτε βάκχαι,
Βρόμιον παῖδα θεὸν θεοῦ
θύρσο τινάζοντας ψηλά,
στεφανωμένος με κισσό,
το θεό λατρεύει Διόνυσο.
Βάκχες, εμπρός ! Βάκχες, εμπρός !
Το Βροντερό, του θεού το γιο,
85 Διόνυσον κατάγουσαι
Φρυγίων ἐξ ὀρέων Ἑλ-
λάδος εἰς εὐρυχόρους ἀ-
το θεό το Διόνυσον, εδώ
απ' τα βουνά τα Φρυγικά
μες στης Ελλάδας τις φαρδιές
87b γυιάς, τὸν Βρόμιον·
ὅν
τις στράτες πίσω φέρτε τον,
το Βροντερό, το Βροντερό !
    [αντ.
88b ποτ᾽ ἔχουσ᾽ ἐν ὠδίνων
λοχίαις ἀνάγκαισι
Πού η μάνα του η κατάβαρη,
νιώθοντας τα κοιλιόπονα,
90 πταμένας Διὸς βροντᾶς νη-
δύος ἔκβολον μάτηρ
ἔτεκεν, λιποῦσ᾽ αᾇῶ-
να κεραυνίῳ πληγᾷ·
λοχίοις δ᾽ αὐτίκα νιν δέ-
του Δία σαν έπεσε η βροντή,
τον γέννησε πριν του καιρού,
κι αυτή παράδωσε ψυχή
απ' τη φωτιά του κεραυνού.
95 ξατο θαλάμαις Κρονίδας Ζεύς,
κατὰ μηρῷ δὲ καλύψας
χρυσέαισιν συνερείδει
περόναις κρυπτὸν ἀφ᾽ Ἥρας.
ἔτεκεν δ᾽, ἁνίκα Μοῖραι
Μα ευθύς ο Δίας, του Κρόνου ο γιος,
μες στο μηρό του τ' άνοιξε
φωλιά καινούριας αγκαστριάς
και μέσα εκεί τον έραψε
με τις βελόνες τις χρυσές,
της Ήρας έτσι να κρυφτεί.
Κι όταν οι Μοίρες έφεραν
100 τέλεσαν, ταυρόκερων θεὸν
στεφάνωσέν τε δρακόντων
στεφάνοις, ἔνθεν ἄγραν θη-
ροτρόφον μαινάδες ἀμφι-
βάλλονται πλοκάμοις.
την ώρα, εκείνος γέννησε
τον ταυροκέρατο θεό
και φίδια τον στεφάνωσε,
π' όμοια η μαινάδα τα φορά
περιπλεχτά μες στα σγουρά.
    [στρ.
105 ὦ Σεμέλας τροφοὶ Θῆ-
βαι, στεφανοῦσθε κισσῷ·
βρύετε βρύετε χλοήρει
μίλακι καλλικάρπῳ
καὶ καταβακχιοῦσθε δρυὸς
Ω Θήβα, τη Σεμέλη εσύ
που ανάστησες ! Από κισσό
βάλε στεφάνι· με χλωρό,
καλόκαρπο αρκουδόβατο
γιομώσου, ρίχ' το πληθερό,
και βάκχευε με τα κλαδιά
110 ἢ ἐλάτας κλάδοισι,
στικτῶν τ᾽ ἐνδυτὰ νεβρίδων
στέφετε λευκοτρίχων πλοκάμων
μαλλοῖς· ἀμφὶ δὲ νάρθηκας ὑβριστὰς
ὁσιοῦσθ᾽· αὐτίκα γᾶ πᾶσα χορεύσει--
του ελάτου, της βελανιδιάς·
και τα τομάρια του αλαφιού
τα παρδαλά που θα ντυθείς,
με φούντες ζώσε τα σγουρές,
αρνομαλλίσιες και λευκές·
και σείσε τους ψηλάρμενους
τους θύρσους ευλαβητικά·
όπου και νά 'ναι η πάσα γη
χορούς θα στήσει στο βουνό
115 Βρόμιος ὅστις ἄγῃ θιάσους--
εἰς ὄρος εἰς ὄρος, ἔνθα μένει
θηλυγενὴς ὄχλος
ἀφ᾽ ἱστῶν παρὰ κερκίδων τ᾽
οἰστρηθεὶς Διονύσῳ.
-βάκχος λογιέσαι αν βακχευτείς—
που λημεριάζει το πυκνό
γυναικομάνι, απ' αργαλειούς
και χτένια που ξεσήκωσε
με το κεντρί του ο Διόνυσος.
    [αντ.
120 ὦ θαλάμευμα Κουρή-
των ζάθεοί τε Κρήτας
Διογενέτορες ἔναυλοι,
ἔνθα τρικόρυθες ἄντροις
βυρσότονον κύκλωμα τόδε
Ώ των Κουρητών κατοικία,
της Κρήτης θεοτικά βουνά,
σεις που το Δία γεννήσατε !
Μες στις σπηλιές σας τούτο εδώ
το τσέρκι με το τανυστό
τουμπανοπέτσι μιά φορά
125 μοι Κορύβαντες ηὗρον·
βακχείᾳ δ᾽ ἀνὰ συντόνῳ
κέρασαν ἁδυβόᾳ Φρυγίων
αὐλῶν πνεύματι ματρός τε ῾Ρέας ἐς
χέρα θῆκαν, κτύπον εὐάσμασι Βακχᾶν·
μου βρήκαν οι Κορύβαντες,
πού 'χουν τα κράνη τρίκορφα·
και μπλέξανε το βρόντο του,
μες στη βακχεία τους τη σφοδρή,
με τη γλυκόλαλη πνοή
απ' τους αυλούς τους φρυγικούς,
130 παρὰ δὲ μαινόμενοι Σάτυροι
ματέρος ἐξανύσαντο θεᾶς,
ἐς δὲ χορεύματα
συνῆψαν τριετηρίδων,
αἷς χαίρει Διόνυσος.
και μες στα χέρια τό 'βαλαν
της Ρέας της μάνας να βαρεί
με των βακχών τα ευάν ευοί·
κ' οι μανιασμένοι οι Σάτυροι
της θεάς μητέρας το άρπαξαν
και τό 'σμιξαν με τους χορούς
τους ταχτικούς στα Δίχρονα
που κάνει ο Διόνυσος χαρά.
    [επωδ.
135 ἡδὺς ἐν ὄρεσιν, ὅταν ἐκ θιάσων δρομαί- Τί γλύκα πόχει στα βουνά με θιάσους να συντρέχεις,
138 ων πέσῃ πεδόσε, νε- να πέφτεις πα στη γης,
140 βρίδος ἔχων ἱερὸν ἐνδυτόν, ἀγρεύων
αἷμα τραγοκτόνον, ὠμοφάγον χάριν, ἱέμε-
νος ἐς ὄρεα Φρύγια, Λύδι᾽, ὁ δ᾽ ἔξαρχος Βρόμιος,
και το δερμάτι του αλαφιού ιερό ντύμα να το έχεις,
και να ποθείς να πιεις
αίμα τραγιού που σκότωσαν, τη σάρκα να γυρεύεις
να τη γευτείς ωμή,
στα Φρυγικά, στα Λυδικά τα όρη ν' αναδεύεις
145 εὐοἷ. και να γρικάς τα ευοί !
  ῥεῖ δὲ γάλακτι πέδον, ῥεῖ δ᾽ οἴνῳ, ῥεῖ δὲ μελισσᾶν
νέκταρι.
Χορό να σέρνει ο Βροντερός,
να τρέχει γάλα ποταμός,
στη γη να τρέχει του κρασιού
το νέκταρ και του μελισσιού !
  Συρίας δ᾽ ὡς λιβάνου κα-
πνὸν ὁ Βακχεὺς ἀνέχων
Σαν τον καπνό του λιβανιού
ψηλά σηκώνει ο βακχευτής
  πυρσώδη φλόγα πεύκας
ἐκ νάρθηκος ἀίσσει
δρόμῳ καὶ χοροῖσιν
πλανάτας ἐρεθίζων
ἰαχαῖς τ᾽ ἀναπάλλων,
πεύκινη φλόγα φουντωτή
πάνω στου θύρσου την κορφή·
και στην πιλάλα, στο χορό,
τις βουνοπλάνητες κεντά,
τινάζοντας τα χουγιαχτά,
και κατ' ανέμου τρυφερά
150 τρυφερόν <τε> πλόκαμον εἰς αἰθέρα ῥίπτων.
ἅμα δ᾽ εὐάσμασι τοιάδ᾽ ἐπιβρέμει·
Ὦ ἴτε βάκχαι,
[ὦ] ἴτε βάκχαι,
Τμώλου χρυσορόου χλιδᾷ
πλεξούδια ρίχνοντας χυτά.
Και μέσα στην αλαλαχή
κάνει η φωνή του ν' αντηχεί:
“Βάκχες, εμπρός! Βάκχες, εμπρός!
Μέσα στου χρυσορέματου
του Τμώλου εσείς την μπολικιά,
155 μέλπετε τὸν Διόνυσον δοξάζετε το Διόνυσο
157 βαρυβρόμων ὑπὸ τυμπάνων, με τύμπανα βαρύβροντα
160 εὔια τὸν εὔιον ἀγαλλόμεναι θεὸν
ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε,
λωτὸς ὅταν εὐκέλαδος
και κάντε στο θεό χαρά
με φρυγικά αναφωνητά,
όταν το καλοκέλαδο
164 ἱερὸς ἱερὰ παίγματα βρέμῃ, σύνοχα ιερό καλάμι τα ιερά
λαλήματα θα τραγουδά,
τις βάκχες να τις προβοδά
165 φοιτάσιν εἰς ὄρος εἰς ὄρος· ἡδομέ-
να δ᾽ ἄρα, πῶλος ὅπως ἅμα ματέρι
για τα βουνά, για τα βουνά!”
Κ' η βάκχη τότε αναγαλλιά,
και σαν πουλάρι που σκιρτά
169 φορβάδι, κῶλον ἄγει ταχύπουν σκιρτήμασι βάκχα. πλάι στη φοράδα μάνα του,
παίζει τα πόδια της γοργά.

 

Αρχή σελίδας
Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Μάρτιος 2003