ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Ο΄

(στίχοι  : 579-746 [τέλος] )

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Του όρμησ’ επάνω ο Αντίλοχος, σαν σκύλος εις το ελάφι,

που ως επηδούσε απ’ την μονιά, του κυνηγού το ακόντι

τον ήβρε κι εξεψύχησε. Παρόμοια το κορμί σου

όρμησεν, ω Μελάνιππε, τα όπλα να σου πάρη

ο Αντίλοχος. Αλλ’ έδραμεν απ’ όπου επολεμούσε

ο θείος Έκτωρ, κατ’ αυτόν κι εκείνος έμπροσθέν του

δεν έμεινε αν και ανδράγαθος, ότι τον πήρε φόβος,

κι έφυγε, ως κάνει το θεριό, που έχει κακουργήσει,

πόκοψε σκύλον ή βοσκόν που μόσχους εφυλάγαν,

και φεύγει πριν συναθροισθούν πολλοί να το κτυπήσουν.

 

Ἀντίλοχος δ᾽ ἐπόρουσε κύων ὥς, ὅς τ᾽ ἐπὶ νεβρῷ

βλημένῳ ἀΐξῃ, τόν τ᾽ ἐξ εὐνῆφι θορόντα                580

θηρητὴρ ἐτύχησε βαλών, ὑπέλυσε δὲ γυῖα·

ὣς ἐπὶ σοὶ Μελάνιππε θόρ᾽ Ἀντίλοχος μενεχάρμης

τεύχεα συλήσων· ἀλλ᾽ οὐ λάθεν Ἕκτορα δῖον,

ὅς ῥά οἱ ἀντίος ἦλθε θέων ἀνὰ δηϊοτῆτα.

Ἀντίλοχος δ᾽ οὐ μεῖνε θοός περ ἐὼν πολεμιστής,  585

ἀλλ᾽ ὅ γ᾽ ἄρ᾽ ἔτρεσε θηρὶ κακὸν ῥέξαντι ἐοικώς,

ὅς τε κύνα κτείνας ἢ βουκόλον ἀμφὶ βόεσσι

φεύγει πρίν περ ὅμιλον ἀολλισθήμεναι ἀνδρῶν·

 

 

Και ως έφευγε με αλαλαγμούς βέλη πολλά του εχύναν

οι Τρώες με τον Έκτορα. Κι εστάθη ο Νεστορίδης

εκεί  που ήσαν οι σύντροφοι κι εστράφη προς τους Τρώας.

Και ως ωμοφάγοι λέοντες ορμούσαν προς τα πλοία

οι Τρώες και τους ορισμούς τελούσαν του Κρονίδη,

που σφόδρα εμψύχωνεν αυτούς και εμάργωνεν το πνεύμα

των Αχαιών, να στερηθούν την νίκην και την δόξαν,

 

ὣς τρέσε Νεστορίδης, ἐπὶ δὲ Τρῶές τε καὶ Ἕκτωρ

ἠχῇ θεσπεσίῃ βέλεα στονόεντα χέοντο·                590

στῆ δὲ μεταστρεφθείς, ἐπεὶ ἵκετο ἔθνος ἑταίρων.

Τρῶες δὲ λείουσιν ἐοικότες ὠμοφάγοισι

νηυσὶν ἐπεσσεύοντο, Διὸς δ᾽ ἐτέλειον ἐφετμάς,

ὅ σφισιν αἰὲν ἔγειρε μένος μέγα, θέλγε δὲ θυμὸν

Ἀργείων καὶ κῦδος ἀπαίνυτο, τοὺς δ᾽ ὀρόθυνεν.  595

 

 

ότ’ ήθελε του Έκτορος να δώσει αυτός την νίκην,

ώστε φωτιάν αδάμαστην να βάλει στα καράβια,

όλ’ η ευχή της  Θέτιδος να γίν’ η διεστραμμένη.

Διότι εκείνο ανάμενε ο πάνσοφος Κρονίδης,

μιας πρύμνης που να καίεται να πρωτοϊδεί την λάμψην.

Ότι κατόπιν θα’καμνεν να φύγουν προς την Τροίαν

οπίσω οι Τρώες κι οι Αχαιοί να δοξασθούν στην νίκην.

 

Ἕκτορι γάρ οἱ θυμὸς ἐβούλετο κῦδος ὀρέξαι

Πριαμίδῃ, ἵνα νηυσὶ κορωνίσι θεσπιδαὲς πῦρ

ἐμβάλοι ἀκάματον, Θέτιδος δ᾽ ἐξαίσιον ἀρὴν

πᾶσαν ἐπικρήνειε· τὸ γὰρ μένε μητίετα Ζεὺς

νηὸς καιομένης σέλας ὀφθαλμοῖσιν ἰδέσθαι.          600

ἐκ γὰρ δὴ τοῦ μέλλε παλίωξιν παρὰ νηῶν

θησέμεναι Τρώων, Δαναοῖσι δὲ κῦδος ὀρέξειν[1].

 

 

Με αυτό στον νουν έσπρωχνε ο Ζευς επάνω στα καράβια

τον Πριαμίδην Έκτορα που εμάνιζε και μόνος

ελύσσ’ αυτός όσο λυσσά ο λογχοσείστης Άρης,

ή σ’ όρος μεγαλόδενδρον, φλόγα κακή θεριεύει.

Αφροκοπά το στόμα του, κάτω από τ’ άγρια φρύδια

τα μάτια του λαμποκοπούν, και, όπως πολεμούσε,

τρομακτικό στους μήλιγγες το κράνος εσειόταν.

Είχεν βοηθόν τον ίδιον Κρονίδη απ’ τον αιθέρα,

οπού από τόσους ήρωες εδόξαζε κι ετίμα

εκείνον ότι λιγοστές είχε να ζήσ’ ημέρες.

Ότ’ ήδη εσήκων’ η Αθηνά την σκοτεινήν ημέραν

επάνω του απ’ την δύναμιν να πέσει του Αχιλλέως.

Και ότ’ έβλεπε πυκνότερες τες καλοαρματωμένες

τάξες ανδρών δοκίμαζεν εδώ κι εκεί να σπάσει.

 

τὰ φρονέων νήεσσιν ἔπι γλαφυρῇσιν ἔγειρεν

Ἕκτορα Πριαμίδην μάλα περ μεμαῶτα καὶ αὐτόν.

μαίνετο δ᾽ ὡς ὅτ᾽ Ἄρης ἐγχέσπαλος ἢ ὀλοὸν πῦρ 605

οὔρεσι μαίνηται βαθέης ἐν τάρφεσιν ὕλης·

ἀφλοισμὸς δὲ περὶ στόμα γίγνετο, τὼ δέ οἱ ὄσσε

λαμπέσθην βλοσυρῇσιν ὑπ᾽ ὀφρύσιν, ἀμφὶ δὲ πήληξ

σμερδαλέον κροτάφοισι τινάσσετο μαρναμένοιο

Ἕκτορος· αὐτὸς γάρ οἱ ἀπ᾽ αἰθέρος ἦεν ἀμύντωρ

Ζεύς, ὅς μιν πλεόνεσσι μετ᾽ ἀνδράσι μοῦνον ἐόντα

τίμα καὶ κύδαινε. μινυνθάδιος γὰρ ἔμελλεν

ἔσσεσθ᾽· ἤδη γάρ οἱ ἐπόρνυε μόρσιμον ἦμαρ

Παλλὰς Ἀθηναίη ὑπὸ Πηλεΐδαο βίηφιν.

καί ῥ᾽ ἔθελεν ῥῆξαι στίχας ἀνδρῶν πειρητίζων,    615

ᾗ δὴ πλεῖστον ὅμιλον ὅρα καὶ τεύχε᾽ ἄριστα·

 

 

 

Αλλά δεν το κατόρθωσεν μ’ όση κι αν είχε λύσσαν

ότι βαστούσαν πυργωτοί σαν πήκτρα μορφωμένοι,

σαν βράχος που σ’ ακρογιαλιά την κορυφήν του υψώνει,

άσειστος μένεις στες ορμές των σφυρικτών ανέμων

και στα μεγάλα κύματα που επάνω του ξερνούνται.

Ομοίως άσειστ’ οι Αχαιοί εδέχοντο τους Τρώας.

 

 

ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς δύνατο ῥῆξαι μάλα περ μενεαίνων·

ἴσχον γὰρ πυργηδὸν ἀρηρότες, ἠΰτε πέτρη

ἠλίβατος μεγάλη πολιῆς ἁλὸς ἐγγὺς ἐοῦσα,

ἥ τε μένει λιγέων ἀνέμων λαιψηρὰ κέλευθα          620

κύματά τε τροφόεντα, τά τε προσερεύγεται αὐτήν·

ὣς Δαναοὶ Τρῶας μένον ἔμπεδον οὐδὲ φέβοντο.

 

 

Και όλος ζωσμένος αστραπές έπεσε μες στο πλήθος

μ’ όσην ορμήν τα κύματα μες στο καράβι πέφτουν

σφοδρά θρεμμένα μ’ άνεμον, που εγέννησαν τα νέφη.

Σκεπάζετ’ όλο απ’ τους αφρούς, ανέμου λύσσα τρίζει

εις τα πανιά και των ναυτών τρέμ’ η καρδιά από φόβον,

τι ο θάνατος μια σπιθαμή μακριά τους είναι ακόμη.

Όμοια σπαρτάριζε η καρδιά στων Αχαιών τα στήθη.

 

αὐτὰρ ὃ λαμπόμενος πυρὶ πάντοθεν ἔνθορ᾽ ὁμίλῳ,

ἐν δ᾽ ἔπεσ᾽ ὡς ὅτε κῦμα θοῇ ἐν νηῒ πέσῃσι

λάβρον ὑπαὶ νεφέων ἀνεμοτρεφές· ἣ δέ τε πᾶσα   625

ἄχνῃ ὑπεκρύφθη, ἀνέμοιο δὲ δεινὸς ἀήτη

ἱστίῳ ἐμβρέμεται, τρομέουσι δέ τε φρένα ναῦται

δειδιότες· τυτθὸν γὰρ ὑπ᾽ ἐκ θανάτοιο φέρονται·

ὣς ἐδαΐζετο θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν.

 

 

Και ως λέοντας κακόβουλος αν πέσει σ’ αγελάδες

που άπειρες βόσκουν εις πλατύ ποτιστικό λιβάδι,

και τύχει ανήξερος βοσκός που δεν γνωρίζει ακόμη

να μάχεται με φονικό θεριό για τ’αγελάδια,

βαδίζει με τες ύστερες, βαδίζει με τες πρώτες

και ωστόσο αυτό στες μεσινές ορμά και τρώγει μίαν,

και οι άλλες φεύγουν σκορπιστές. Παρόμοια τους Αργείους

του Έκτορος και του Διός εκυνηγούσε ο τρόμος.

Τον Μυκηναίον φόνευσε τον Περιφήτην μόνον.

Αυτόν εγέννησε ο Κοπρεύς αυτός που του Ευρυσθέως

έφερνε τα μηνύματα στον μέγαν Ηρακλέα.

Κακού πατρός γεννήθηκεν αγόρι παινεμένο

σ’ όλα τα προτερήματα, φτερόποδος και ανδρείος,

και για την γνώση πρώτευε των Μυκηναίων όλων.

 

αὐτὰρ ὅ γ᾽ ὥς τε λέων ὀλοόφρων βουσὶν ἐπελθών,  

αἵ ῥά τ᾽ ἐν εἱαμενῇ ἕλεος μεγάλοιο νέμονται

μυρίαι, ἐν δέ τε τῇσι νομεὺς οὔ πω σάφα εἰδὼς

θηρὶ μαχέσσασθαι ἕλικος βοὸς ἀμφὶ φονῇσιν·

ἤτοι ὃ μὲν πρώτῃσι καὶ ὑστατίῃσι βόεσσιν

αἰὲν ὁμοστιχάει, ὃ δέ τ᾽ ἐν μέσσῃσιν ὀρούσας        635

βοῦν ἔδει, αἳ δέ τε πᾶσαι ὑπέτρεσαν· ὣς τότ᾽ Ἀχαιοὶ

θεσπεσίως ἐφόβηθεν ὑφ᾽ Ἕκτορι καὶ Διὶ πατρὶ

πάντες, ὃ δ᾽ οἶον ἔπεφνε Μυκηναῖον Περιφήτην,

Κοπρῆος φίλον υἱόν, ὃς Εὐρυσθῆος ἄνακτος

ἀγγελίης οἴχνεσκε βίῃ Ἡρακληείῃ.                          640

τοῦ γένετ᾽ ἐκ πατρὸς πολὺ χείρονος υἱὸς ἀμείνων

παντοίας ἀρετάς, ἠμὲν πόδας ἠδὲ μάχεσθαι,

καὶ νόον ἐν πρώτοισι Μυκηναίων ἐτέτυκτο·

 

 

Δόξαν τότ’ έδωκε λαμπρήν του Έκτορος εκείνος

ότι ως εστράφη εκτύπησε στον γύρον της ασπίδος

οπού ως τες φτέρνες έφθανε προφυλακή στα βέλη.

Εμπλέχθη και ανασκέλησε. Και ως έπεσε στο χώμα

τρομαχτικά στους μήλιγγες εκρότησε το κράνος.

Τον είδ’ ο Έκτωρ κι έδραμε και του’μπηξε την λόγχην

στο στήθος και τον φόνευσε στα μάτια των συντρόφων,

κι εκείνοι, αν και περίλυποι, τον φίλον δεν βοηθήσαν,

ότι τον θείον Έκτορα ετρόμαζε η ψυχή τους.

 

ὅς ῥα τόθ᾽ Ἕκτορι κῦδος ὑπέρτερον ἐγγυάλιξε.

στρεφθεὶς γὰρ μετόπισθεν ἐν ἀσπίδος ἄντυγι πάλτο,

τὴν αὐτὸς φορέεσκε ποδηνεκέ᾽ ἕρκος ἀκόντων·

τῇ ὅ γ᾽ ἐνὶ βλαφθεὶς πέσεν ὕπτιος, ἀμφὶ δὲ πήληξ

σμερδαλέον κονάβησε περὶ κροτάφοισι πεσόντος.

Ἕκτωρ δ᾽ ὀξὺ νόησε, θέων δέ οἱ ἄγχι παρέστη,

στήθεϊ δ᾽ ἐν δόρυ πῆξε, φίλων δέ μιν ἐγγὺς ἑταίρων  

κτεῖν᾽· οἳ δ᾽ οὐκ ἐδύναντο καὶ ἀχνύμενοί περ ἑταίρου

χραισμεῖν· αὐτοὶ γὰρ μάλα δείδισαν Ἕκτορα δῖον.

 

 

Στα πλοία αντίκρυ εβρέθηκαν, κι εμπήκαν εις τον κύκλον

των ακρινών κατάγιαλα, κατόπι τους και οι Τρώες.

Και από τα πρώτα να συρθούν τους έφερεν η ανάγκη,

και στες σκηνές τους στάθηκαν αυτού συναθροισμένοι

δεν εσκορπίσαν στον στρατόν, απ’ εντροπήν και φόβον,

ως με ακατάπαυστην βοήν αντιπαρακινούντο,

και μάλιστα των Αχαιών το στήριγμα, ο Νηλείδης,

στ’ όνομα των γονέων τους παρακαλούσεν όλους:

 

εἰσωποὶ δ᾽ ἐγένοντο νεῶν, περὶ δ᾽ ἔσχεθον ἄκραι

νῆες ὅσαι πρῶται εἰρύατο· τοὶ δ᾽ ἐπέχυντο.

Ἀργεῖοι δὲ νεῶν μὲν ἐχώρησαν καὶ ἀνάγκῃ          655

τῶν πρωτέων, αὐτοῦ δὲ παρὰ κλισίῃσιν ἔμειναν

ἁθρόοι, οὐδὲ κέδασθεν ἀνὰ στρατόν· ἴσχε γὰρ αἰδὼς

καὶ δέος· ἀζηχὲς γὰρ ὁμόκλεον ἀλλήλοισι.

Νέστωρ αὖτε μάλιστα Γερήνιος οὖρος Ἀχαιῶν

λίσσεθ᾽ ὑπὲρ τοκέων γουνούμενος ἄνδρα ἕκαστον·

 

 

«Άνδρες δεχθείτε, ω φίλοι μου, και των λοιπών ανθρώπων

μέσα σας λάβετ’ εντροπήν. Ας θυμηθεί καθείς σας

τα τέκνα, την γυναίκα του, το κτήμα, τους γονείς του,

είτ’ είναι ακόμη στην ζωήν είτ’ είναι πεθαμένοι.

Γι’ αυτούς που λείπουν, ιδού εγώ κλητός σας εξορκίζω,

ανδράγαθα σταθείτε αυτού. Μη στρέφετε τα νώτα.».

 

ὦ φίλοι ἀνέρες ἔστε καὶ αἰδῶ θέσθ᾽ ἐνὶ θυμῷ

ἄλλων ἀνθρώπων, ἐπὶ δὲ μνήσασθε ἕκαστος

παίδων ἠδ᾽ ἀλόχων καὶ κτήσιος ἠδὲ τοκήων,

ἠμὲν ὅτεῳ ζώουσι καὶ ᾧ κατατεθνήκασι·

τῶν ὕπερ ἐνθάδ᾽ ἐγὼ γουνάζομαι οὐ παρεόντων 665

ἑστάμεναι κρατερῶς, μὴ δὲ τρωπᾶσθε φόβον δέ.

 

 

 

Είπε, και σ’ όλους άναψε το θάρρος της ανδρείας.

Τότ’ έδιωξε απ’ τα μάτια τους η Αθηνά την θείαν

κατάχνια που τους θάμπωνε, κι έγινε φως στα πλοία,

έγινε φως στον πόλεμον, που όλους θερίζει ομοίως.

 

ὣς εἰπὼν ὄτρυνε μένος καὶ θυμὸν ἑκάστου.

τοῖσι δ᾽ ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν νέφος ἀχλύος ὦσεν Ἀθήνη

θεσπέσιον· μάλα δέ σφι φόως γένετ᾽ ἀμφοτέρωθεν

ἠμὲν πρὸς νηῶν καὶ ὁμοιΐου πολέμοιο.                   670

 

 

Και μ’ όλους τους συντρόφους του τον Έκτορα εγνωρίσαν,

και όσοι όπισθεν εσύρθηκαν, και δεν επολεμούσαν,

και όσοι σιμά στα πλοία τους βαστούσαν τον αγώνα,

του Αίαντος δεν έστερξε τότε η ψυχή γενναία

κει με τους άλλους Αχαιούς μακράν και αυτός να μείνει,

αλλ’ από’να κατάστρωμα στο άλλο διασκελώντας

έσειε θαλασσόμαχο καμάκι στην παλάμην

μεγάλο, καρφοκόλλητον, εικοσιδύο πήχες.

 

Ἕκτορα δὲ φράσσαντο βοὴν ἀγαθὸν καὶ ἑταίρους,

ἠμὲν ὅσοι μετόπισθεν ἀφέστασαν οὐδὲ μάχοντο,

ἠδ᾽ ὅσσοι παρὰ νηυσὶ μάχην ἐμάχοντο θοῇσιν.

οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτ᾽ Αἴαντι μεγαλήτορι ἥνδανε θυμῷ

ἑστάμεν ἔνθά περ ἄλλοι ἀφέστασαν υἷες Ἀχαιῶν· 675

ἀλλ᾽ ὅ γε νηῶν ἴκρι᾽ ἐπῴχετο μακρὰ βιβάσθων,

νώμα δὲ ξυστὸν μέγα ναύμαχον ἐν παλάμῃσι

κολλητὸν βλήτροισι δυωκαιεικοσίπηχυ.

 

 

Και ως από άλογα πολλά πιδέξιος αναβάτης

τέσσερα σμίγει διαλεκτά, και μέσ’ απ’ την πεδιάδα

τα ξεκινά σαν αστραπή προς μιαν μεγάλην πόλιν

μέσα εις τον δρόμον του κοινού και τον θαυμάζουν πλήθος

γυναίκες, άνδρες, οπού ορθός ασκόνταφτ’ από ένα

σ’ άλλο πουλάρι διασκελά και αυτά πετούν – αέρας.

 

ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ἵπποισι κελητίζειν ἐῢ εἰδώς,

ὅς τ᾽ ἐπεὶ ἐκ πολέων πίσυρας συναείρεται ἵππους,

σεύας ἐκ πεδίοιο μέγα προτὶ ἄστυ δίηται

λαοφόρον καθ᾽ ὁδόν· πολέες τέ ἑ θηήσαντο

ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες· ὃ δ᾽ ἔμπεδον ἀσφαλὲς αἰεὶ

θρῴσκων ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἄλλον ἀμείβεται, οἳ δὲ πέτονται·

 

 

Ομοίως μακροδιασκελά σ’ ένα καράβι απ’ τ’ άλλο

ο Αίας σέρνοντας κραυγήν που φθάνει ως τον αιθέρα.

Και με βοήν τρομακτικήν φωνάζει τους Αργείους

να σώσουν τα καράβια τους και τες σκηνές. Αλλ’ ούτε

ο Έκτωρ πλέον έμενε στες φάλαγγες των Τρώων.

Αλλ’ ως αετός ακράτητος που χύνετ’, όπου βόσκουν

πτηνά μεγάλα και πολλά στου ποταμού την άκρην,

γερανών πλήθος, ή χηνών, ή κύκνων μακρολαίμων,

ίσια σ’ ένα μαυρόπλωρο καράβι εχύθη ομοίως

ο Έκτωρ τότε και όπισθεν τον άμπωθε με χέρι

απέραντον ο βροντητής και όλα μαζί τα πλήθη.

Και πάλιν έγινεν αψιά προς τα καράβια μάχη.

 

ὣς Αἴας ἐπὶ πολλὰ θοάων ἴκρια νηῶν                   685

φοίτα μακρὰ βιβάς, φωνὴ δέ οἱ αἰθέρ᾽ ἵκανεν,

αἰεὶ δὲ σμερδνὸν βοόων Δαναοῖσι κέλευε

νηυσί τε καὶ κλισίῃσιν ἀμυνέμεν. οὐδὲ μὲν Ἕκτωρ

μίμνεν ἐνὶ Τρώων ὁμάδῳ πύκα θωρηκτάων·

ἀλλ᾽ ὥς τ᾽ ὀρνίθων πετεηνῶν αἰετὸς αἴθων         690

ἔθνος ἐφορμᾶται ποταμὸν πάρα βοσκομενάων

χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων,

ὣς Ἕκτωρ ἴθυσε νεὸς κυανοπρῴροιο

ἀντίος ἀΐξας· τὸν δὲ Ζεὺς ὦσεν ὄπισθε

χειρὶ μάλα μεγάλῃ, ὄτρυνε δὲ λαὸν ἅμ᾽ αὐτῷ.       695

αὖτις δὲ δριμεῖα μάχη παρὰ νηυσὶν ἐτύχθη·

 

 

Θα’λεγες πως ακούραστοι και αδάμαστοι απαντιώνται

πρώτη φορά στον πόλεμον. Τόσ’ ήταν η ορμή τους.

Κι ιδού ποιους έχουν στοχασμούς αυτοί που πολεμούσαν.

Οι Αχαιοί πώς έφθασε του ολέθρου η μαύρ’ ημέρα,

και οι Τρώες μες στα στήθη τους θαρρούσαν πως τα πλοία

θα κάψουν και τους Αχαιούς εκεί θα σφάξουν όλους.

 

Κι ενώ μ’ αυτούς τους στοχασμούς εμάχονταν, ο Έκτωρ

έπιασε καλοθάλασσο καράβι από την πρύμνην,

οπού τον Πρωτεσίλαον ανέβασε στην Τροία

αλλά δεν τον ξανάφερεν οπίσω εις την πατρίδα.

 

φαίης κ᾽ ἀκμῆτας καὶ ἀτειρέας ἀλλήλοισιν

ἄντεσθ᾽ ἐν πολέμῳ, ὡς ἐσσυμένως ἐμάχοντο.

τοῖσι δὲ μαρναμένοισιν ὅδ᾽ ἦν νόος· ἤτοι Ἀχαιοὶ

οὐκ ἔφασαν φεύξεσθαι ὑπ᾽ ἐκ κακοῦ, ἀλλ᾽ ὀλέεσθαι,

Τρωσὶν δ᾽ ἔλπετο θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἑκάστου

νῆας ἐνιπρήσειν κτενέειν θ᾽ ἥρωας Ἀχαιούς.

οἳ μὲν τὰ φρονέοντες ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν·

Ἕκτωρ δὲ πρυμνῆς νεὸς ἥψατο ποντοπόροιο

καλῆς ὠκυάλου, ἣ Πρωτεσίλαον ἔνεικεν               705

ἐς Τροίην, οὐδ᾽ αὖτις ἀπήγαγε πατρίδα γαῖαν.

 

 

Γι’ αυτό το πλοίο σφάζονταν τότε Αχαιοί και Τρώες

στήθη προς στήθη, ουδε κανείς μακρόθεν τόξου βέλος

να τον κτυπήσει ανάμενεν ή λογχοφόρο ακόντι,

αλλ’ έστεκαν ακλόνητοι με μίαν γνώμην όλοι

και από σιμά μ’ ακονητά πελέκια και μ’ αξίνες

με μακριά ξίφη εμάχοντο, με δίστομα κοντάρια.

Και από τους ώμους έπεφταν ή από κομμένα χέρια

ωραίες μάχαιρες πολλές, μαυρόδετες στο χώμα

ως πολεμούσαν. Κι έρρεε στην μαύρην γην το αίμα.

Και ο Έκτωρ δεν απάφηνε την πρύμνην που’χε πιάσει,

και τ’ ακροστόλι σφίγγοντας εφώναξε των Τρώων:

 

τοῦ περ δὴ περὶ νηὸς Ἀχαιοί τε Τρῶές τε

δῄουν ἀλλήλους αὐτοσχεδόν· οὐδ᾽ ἄρα τοί γε

τόξων ἀϊκὰς ἀμφὶς μένον οὐδ᾽ ἔτ᾽ ἀκόντων,

ἀλλ᾽ οἵ γ᾽ ἐγγύθεν ἱστάμενοι ἕνα θυμὸν ἔχοντες     710

ὀξέσι δὴ πελέκεσσι καὶ ἀξίνῃσι μάχοντο

καὶ ξίφεσιν μεγάλοισι καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισι.

πολλὰ δὲ φάσγανα καλὰ μελάνδετα κωπήεντα

ἄλλα μὲν ἐκ χειρῶν χαμάδις πέσον, ἄλλα δ᾽ ἀπ᾽ ὤμων

ἀνδρῶν μαρναμένων· ῥέε δ᾽ αἵματι γαῖα μέλαινα.

Ἕκτωρ δὲ πρύμνηθεν ἐπεὶ λάβεν οὐχὶ μεθίει

ἄφλαστον μετὰ χερσὶν ἔχων, Τρωσὶν δὲ κέλευεν·

 

 

«Φέρτε φωτιά, και όλοι βοήν σηκώσετε πολέμου.

Όλα πλερών’ η μέρ’ αυτή που μας χαρίζ ο Δίας,

τα πλοία να πατήσωμε που αντίθετα μας ήλθαν

εδώ και πάμπολλα κακά μας έκαμαν ως τώρα.

Και οι γέροι πταίουν’, που οι δειλοί,στες πρύμνες να βροντήσουν

τον πόλεμον δεν μ’ άφηναν και τον λαόν κρατούσαν.

Και αν τότε μας εζάλισε το πνεύμα ο βροντοφόρος

ο ίδιος τώρα μας κινεί και σπρώχνει την ψυχήν μας.».

 

οἴσετε πῦρ, ἅμα δ᾽ αὐτοὶ ἀολλέες ὄρνυτ᾽ ἀϋτήν·

νῦν ἡμῖν πάντων Ζεὺς ἄξιον ἦμαρ ἔδωκε

νῆας ἑλεῖν, αἳ δεῦρο θεῶν ἀέκητι μολοῦσαι           720

ἡμῖν πήματα πολλὰ θέσαν, κακότητι γερόντων,

οἵ μ᾽ ἐθέλοντα μάχεσθαι ἐπὶ πρυμνῇσι νέεσσιν

αὐτόν τ᾽ ἰσχανάασκον ἐρητύοντό τε λαόν·

ἀλλ᾽ εἰ δή ῥα τότε βλάπτε φρένας εὐρύοπα Ζεὺς

ἡμετέρας, νῦν αὐτὸς ἐποτρύνει καὶ ἀνώγει.           725

 

Είπε, και αυτοί σφοδρότερα στους Αχαιούς ορμήσαν

και ο Αίας πλιά δεν έμενε, πνιγμένος απ’ τα βέλη.

Και ως έβλεπε τον θάνατον, ποδίζοντας αγάλι

άφησε το κατάστρωμα και στο υψηλό της πρύμνης

σκαμνί εστήθη, και άγρυπνος επρόβαλνε την λόγχην

εις όποιον έφερνε φωτιά να κάψει τα καράβια.

Και η φωνή του η βροντερή στους Δαναούς βροντούσε:

 

 

ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἄρα μᾶλλον ἐπ᾽ Ἀργείοισιν ὄρουσαν.

Αἴας δ᾽ οὐκέτ᾽ ἔμιμνε· βιάζετο γὰρ βελέεσσιν·

ἀλλ᾽ ἀνεχάζετο τυτθόν, ὀϊόμενος θανέεσθαι

θρῆνυν ἐφ᾽ ἑπταπόδην, λίπε δ᾽ ἴκρια νηὸς ἐΐσης.

ἔνθ᾽ ἄρ᾽ ὅ γ᾽ ἑστήκει δεδοκημένος, ἔγχεϊ δ᾽ αἰεὶ        730

Τρῶας ἄμυνε νεῶν, ὅς τις φέροι ἀκάματον πῦρ·

αἰεὶ δὲ σμερδνὸν βοόων Δαναοῖσι κέλευε·

 

 

«Ήρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες του Άρη,

άνδρες φανείτε μ’ όλην σας την δύναμιν, ω φίλοι.

Τάχα θαρρούμε όπ’ έχομεν άλλους βοηθούς οπίσω,

ή τείχη από τον όλεθρον τους άνδρες να σκεπάσουν;

Μη πόλις είν’ εδώ σιμά με πύργους να μας σκέπει

και μέσα πρόθυμος λαός να μας ενδυναμώνει;

Στην γην των Τρώων είμασθε των καλοαρματωμένων,

σπρωγμένοι προς την θάλασσαν, μακράν απ’ την πατρίδα.

Και αγρία μόνο, όχι σαχλή θέλει μας σώσει ανδρεία.».

 

ὦ φίλοι ἥρωες Δαναοὶ θεράποντες Ἄρηος

ἀνέρες ἔστε φίλοι, μνήσασθε δὲ θούριδος ἀλκῆς.

ἠέ τινάς φαμεν εἶναι ἀοσσητῆρας ὀπίσσω,             735

ἦέ τι τεῖχος ἄρειον, ὅ κ᾽ ἀνδράσι λοιγὸν ἀμύναι;

οὐ μέν τι σχεδόν ἐστι πόλις πύργοις ἀραρυῖα,

ᾗ κ᾽ ἀπαμυναίμεσθ᾽ ἑτεραλκέα δῆμον ἔχοντες·

ἀλλ᾽ ἐν γὰρ Τρώων πεδίῳ πύκα θωρηκτάων

πόντῳ κεκλιμένοι ἑκὰς ἥμεθα πατρίδος αἴης·

τὼ ἐν χερσὶ φόως, οὐ μειλιχίῃ πολέμοιο.

 

 

Είπε, και με το ακονητό τρικύμιζε κοντάρι.

Και όποιον των Τρώων έβλεπε προς το γοργό καράβι

σταλμένον απ’ τον Έκτορα με τον δαυλό στο χέρι

ο Αίας με το μακριό κοντάρι τον κτυπούσε.

Κι έστρωσε δώδεκα νεκρούς εκεί σιμά στα πλοία.

 

ἦ, καὶ μαιμώων ἔφεπ᾽ ἔγχεϊ ὀξυόεντι.

ὅς τις δὲ Τρώων κοίλῃς ἐπὶ νηυσὶ φέροιτο

σὺν πυρὶ κηλείῳ, χάριν Ἕκτορος ὀτρύναντος,

τὸν δ᾽ Αἴας οὔτασκε δεδεγμένος ἔγχεϊ μακρῷ·       745

δώδεκα δὲ προπάροιθε νεῶν αὐτοσχεδὸν οὖτα.

 

 

ß                                                            à

G

 



[1]Γιατί τότε θα έμπαινε στη μάχη ο Αχιλλέας, ΣΩΤΗΡΑΣ για τους Αχαιούς και ΟΛΕΘΡΟΣ για τους Τρώες. Έτσι θα φαινόταν η ανωτερότητά του σε όλο της το μεγαλείο. Και ήταν φυσικό μετά να   γίνει ο επόμενος αδιαμφισβήτητος  αρχηγός των Δαναών.