ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Β΄

(στίχοι  : 711-785)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Έστειλαν άνδρες και οι Φερές πού’ναι η Βοιβία λίμνη,

κι η Βοίβη κι η Ιαωλκός ωραία και οι Γλαφύρες.

Τους διοικούσ’ ο Εύμηλος κι ένδεκα πρύμνες είχε.

Η Άλκηστις η ασύγκριτη τον γέννησε του Αδμήτου,

η κόρ’ η ωραιότερη απ’ όλες του Πελίου.

 

Οἳ δὲ Φερὰς ἐνέμοντο παραὶ Βοιβηΐδα λίμνην

Βοίβην καὶ Γλαφύρας καὶ ἐϋκτιμένην Ἰαωλκόν,

τῶν ἦρχ᾽ Ἀδμήτοιο[1] φίλος πάϊς ἕνδεκα νηῶν

Εὔμηλος, τὸν ὑπ᾽ Ἀδμήτῳ τέκε δῖα γυναικῶν

Ἄλκηστις Πελίαο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστη[2].           715

 

Της Θαυμακίας στάλθηκαν και της Μηθώνης άνδρες

της Ολιζώνος πετρωτής και ομού της Μελιβοίας.

Και ο Φιλοκτήτης αρχηγός, εξαίσιος τοξότης,

μ’ επτά καράβια ολόμαυρα. Κι επάνω στο καθένα

ήσαν τοξότες θαυμαστοί πενήντα κωπηλάτες.

Αλλά εκείνος έμενε στην Λήμνον την αγίαν

που τον αφήκαν οι Αχαιοί φρικτά βασανισμένον

απ’ την πληγήν που του’φερεν ολέθρια νεροφίδα.

Εκεί θλιμμένος έμενεν. Αλλ’ έμελλαν οι Αργείοι

γρήγορα να ενθυμηθούν τον μέγαν Φιλοκτήτην.

Και αυτόν ποθούσεν ο λαός, αν κι άναρχοι δεν ήσαν.

Ήταν ο Μέδων αρχηγός, εκείνος οπού νόθον

απ’ τον Οιλέα πορθητήν εγέννησεν η Ρήνη.

 

Οἳ δ᾽ ἄρα Μηθώνην καὶ Θαυμακίην ἐνέμοντο

καὶ Μελίβοιαν ἔχον καὶ Ὀλιζῶνα τρηχεῖαν,

τῶν δὲ Φιλοκτήτης ἦρχεν τόξων ἐῢ εἰδὼς

ἑπτὰ νεῶν· ἐρέται δ᾽ ἐν ἑκάστῃ πεντήκοντα

ἐμβέβασαν τόξων εὖ εἰδότες ἶφι μάχεσθαι.                720

Ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἐν νήσῳ κεῖτο κρατέρ᾽ ἄλγεα πάσχων

Λήμνῳ[3] ἐν ἠγαθέῃ, ὅθι μιν λίπον υἷες Ἀχαιῶν

ἕλκεϊ μοχθίζοντα κακῷ ὀλοόφρονος ὕδρου·

ἔνθ᾽ ὅ γε κεῖτ᾽ ἀχέων· τάχα δὲ μνήσεσθαι ἔμελλον

Ἀργεῖοι παρὰ νηυσὶ Φιλοκτήταο ἄνακτος.               725

Οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν·

ἀλλὰ Μέδων κόσμησεν Ὀϊλῆος νόθος υἱός,

τόν ῥ᾽ ἔτεκεν ῾Ρήνη ὑπ᾽ Ὀϊλῆϊ πτολιπόρθῳ.

 

Κι όσοι της Τρίκκης κάτοικοι και της τραχιάς Ιθώμης

κι όσοι της χώρας κάτοικοι του Ευρύτου Οιχαλίας,

είχαν τριάντα βαθουλά καράβια κι αρχηγοί τους

ήσαν ο Ποδαλείριος κι ο αδελφός Μαχάων

ιατροί καλοί, του Ασκληπιού δυό τέκνα δοξασμένα.

Οἳ δ᾽ εἶχον Τρίκκην καὶ Ἰθώμην κλωμακόεσσαν,

οἵ τ᾽ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος#730

τῶν αὖθ᾽ ἡγείσθην Ἀσκληπιοῦ[4]  δύο παῖδε

ἰητῆρ᾽ ἀγαθὼ Ποδαλείριος ἠδὲ  Μαχάων·

τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.

 

Όσοι τ’ Ορμένιον άφησαν την βρύσιν Υπερείας,

τ’ Αστέριον και τες κορυφές τες άσπρες του Τιτάνου,

τους διοικούσε ο Ευρύπυλος λαμπρός Ευαιμονίδης

κι είχε σαράντα ολόμαυρα κατόπι του καράβια.

 

Οἳ δ᾽ ἔχον Ὀρμένιον, οἵ τε κρήνην Ὑπέρειαν*,

οἵ τ᾽ ἔχον Ἀστέριον Τιτάνοιό τε λευκὰ κάρηνα,        735

τῶν ἦρχ᾽ Εὐρύπυλος* Εὐαίμονος ἀγλαὸς υἱός·

τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

 

Από Γυρτώνην, Άργισσαν, απ’ Όρθην, απ’ την πόλιν

Ηλώνην και από την λευκήν Ολοοσσόν όσ’ ήλθαν,

τους διοικούσ’ ο ατρόμητος στην μάχην Πολυποίτης,

που έγγονος ήταν του Διός κι υιός του Πειριθόου,

με τον Πειρίθοο η ξακουστή τον γέννησ’ Ιπποδάμεια,

όταν εκείνος πάταξε τα δασύτριχα θηρία

και τα’διωξε απ’ το Πήλιον στην χώραν των Αιθίκων.

Κι ήταν μ’ αυτόν συναρχηγοί ο Λεοντεύς ανδρείος

κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Οἳ δ᾽ Ἄργισσαν ἔχον καὶ Γυρτώνην ἐνέμοντο,

Ὄρθην Ἠλώνην τε πόλιν τ᾽ Ὀλοοσσόνα λευκήν,

τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολυποίτης        740

υἱὸς Πειριθόοιο** τὸν ἀθάνατος τέκετο Ζεύς·

τόν ῥ᾽ ὑπὸ Πειριθόῳ τέκετο κλυτὸς Ἱπποδάμεια

ἤματι τῷ ὅτε Φῆρας[5]  ἐτίσατο λαχνήεντας,

τοὺς δ᾽ ἐκ Πηλίου ὦσε καὶ Αἰθίκεσσι πέλασσεν·

οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε Λεοντεὺς ὄζος Ἄρηος                  745

υἱὸς ὑπερθύμοιο Κορώνου Καινεΐδαο·

τοῖς δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

 

Ήλθε απ’ την Κύφον ο Γουνεύς με εικοσιδύο πρύμνες.

Είχ’ Ενιήνων πληθυσμόν και Περραιβών γενναίων,

όσοι στην κακοχείμωνη Δωδώνη κατοικήσαν,

και όσοι απ’ τον Τιταρήσιον ποτίζουν τους αγρούς των,

που χύνει μες στον Πηνειόν τα πρόσχαρα νερά του

και με τες αργυρές στροφές του Πηνειού δεν σμίγει

και καθαρός επάνωθεν ωσάν το λάδι πλέει

ότι απ’ την Στύγα εκόπηκε και αυτή’ναι μέγας όρκος.

Γουνεὺς δ᾽ ἐκ Κύφου ἦγε δύω καὶ εἴκοσι νῆας·

τῷ δ᾽ Ἐνιῆνες ἕποντο μενεπτόλεμοί τε Περαιβοὶ

οἳ περὶ Δωδώνην δυσχείμερον οἰκί᾽ ἔθεντο,       750

οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ ἱμερτὸν Τιταρησσὸν[6] ἔργα νέμοντο

ὅς ῥ᾽ ἐς Πηνειὸν προΐει καλλίρροον ὕδωρ,

οὐδ᾽ ὅ γε Πηνειῷ συμμίσγεται ἀργυροδίνῃ,

ἀλλά τέ μιν καθύπερθεν ἐπιρρέει ἠΰτ᾽ ἔλαιον·

ὅρκου γὰρ  δεινοῦ Στυγὸς ὕδατός  ἐστιν ἀπορρώξ.      

 

Ο γοργοπόδης Πρόθοος, υιός του Τενθρηδόνος,

ήτο αρχηγός στους Μάγνητες, που του κινησιφύλλου

Πηλίου και του Πηνειού τα μέρη εκατοικούσαν.

Κι είχε σαράντα ολόμαυρα κατόπι του καράβια.

 

Μαγνήτων δ᾽ ἦρχε Πρόθοος Τενθρηδόνος υἱός,

οἳ περὶ Πηνειὸν καὶ Πήλιον εἰνοσίφυλλον

ναίεσκον· τῶν μὲν Πρόθοος θοὸς ἡγεμόνευε,

τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο^.

 

Ήσαν αυτοί των Δαναών οι πρώτοι πολεμάρχοι.

 

Οὗτοι ἄρ᾽ ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν·     760

 

Τώρα ποιος άνδρας κάλλιστος, ποιος ίππος ήτο απ’ όσους

με τους Ατρείδες στράτευσαν, συ, Μούσα, δίδαξέ με.

 

τίς τὰρ τῶν ὄχ᾽ ἄριστος[7] ἔην σύ μοι ἔννεπε Μοῦσα

αὐτῶν ἠδ᾽ ἵππων, οἳ ἅμ᾽ Ἀτρεΐδῃσιν ἕποντο.

 

Του Φηρητιάδη επρώτευαν οι εξαίσιες φοράδες,

τες έζεψεν ο Εύμηλος και ωσάν πουλιά πετούσαν,

ομότριχες, ομήλικες, με νώτα σταφνισμένα.

Τες έθρεψ’ ο αργυρότοξος Απόλλων στην Πηρείαν,

φυγής και τρόμου πρόξενα, δυο θηλυκά πουλάρια.

Ἵπποι μὲν μέγ᾽ ἄρισται ἔσαν Φηρητιάδαο[8],

τὰς Εὔμηλος ἔλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὣς

ὄτριχας οἰέτεας σταφύληῥ| ἐπὶ νῶτον ἐΐσας·           765

τὰς ἐν Πηρείῃ[9] θρέψ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων[10]

ἄμφω θηλείας, φόβον Ἄρηος φορεούσας.

 

Και των ανδρών επρώτευεν ο Τελαμώνιος Αίας,

ενόσω ακόμη εθύμωνεν ο ασύγκριτος Πηλείδης.

Ἀνδρῶν αὖ μέγ᾽ ἄριστος ἔην Τελαμώνιος Αἴας

ὄφρ᾽ Ἀχιλεὺς μήνιεν· ὃ γὰρ πολὺ φέρτατος ἦεν,

 

Και σ’ όλους πάλι επρώτευαν οι ίπποι του Αχιλλέως.

Εκείνος έμενεν αργός στα ποντοπόρα πλοία

αυτού να τρέφη τον θυμόν που είχε στον Ατρείδην.

Κι επάνω στην ακρογιαλιά τα πλήθη διασκεδάζαν

με δίσκους, με ακόντια, που ρίχναν και με τόξα,

κι οι ίπποι στέκονταν σιμά στ’ αμάξι ο καθένας

κι ετρώγαν βαλτοσέλινα και τρυφερό τριφύλλι.

Κι ήσαν τ’ αμάξια στες σκηνές, ως πρέπει, σκεπασμένα.

Και οι κύριοι τον αρχηγόν ποθούσαν τον ανδρείον

και στον στρατόν εγύριαν μακράν από την μάχην.

ἵπποι θ᾽ οἳ φορέεσκον ἀμύμονα Πηλεΐωνα.                770

Ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσι ποντοπόροισι

κεῖτ᾽ ἀπομηνίσας Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν

Ἀτρεΐδῃ· λαοὶ δὲ παρὰ ῥηγμῖνι θαλάσσης

δίσκοισιν τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες

τόξοισίν θ᾽· ἵπποι δὲ παρ᾽ ἅρμασιν οἷσιν ἕκαστος     775

λωτὸν ἐρεπτόμενοι ἐλεόθρεπτόν τε σέλινον

ἕστασαν· ἅρματα δ᾽ εὖ πεπυκασμένα κεῖτο ἀνάκτων

ἐν κλισίῃς· οἳ δ᾽ ἀρχὸν ἀρηΐφιλον ποθέοντες

φοίτων ἔνθα καὶ ἔνθα κατὰ στρατὸν οὐδὲ μάχοντο.

 

Κι ερχόνταν ως να έβοσκε φωτιά στον τόπον όλον

κι όλη αποκάτω εβόγγα η γη, σαν όταν θυμωμένος

ο βροντητής δέρνει την γην που θλίβει τον Τυφώνα,

που λέγουν ότι κείτεται στην χώραν των Αρίμων,

τόσον απ’ τον ποδόκτυπον αυτών, ως  προχωρούσαν,

βογγούσε η γη, και με σπουδήν την πεδιάδα εσχίζαν.

Οἳ δ᾽ ἄρ᾽ ἴσαν ὡς εἴ τε πυρὶ χθὼν πᾶσα νέμοιτο·    780

γαῖα δ᾽ ὑπεστενάχιζε Διὶ ὣς τερπικεραύνῳ

χωομένῳ ὅτε τ᾽ ἀμφὶ Τυφωέϊ γαῖαν ἱμάσσῃ

εἰν Ἀρίμοις, ὅθι φασὶ Τυφωέος ἔμμεναι εὐνάς·

ὣς ἄρα τῶν ὑπὸ ποσσὶ μέγα στεναχίζετο γαῖα

ἐρχομένων· μάλα δ᾽ ὦκα διέπρησσον πεδίοιο.           785

 

ß                                                            à

G

 



[1]Για την ετυμολογία του ονόματος βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Ψ, στ. 266

ἵππον ἔθηκεν ἑξέτε᾽ ἀδμήτην βρέφος ἡμίονον κυέουσαν·

μιαν άστρωτην φοράδα εξάχρονην, που έμελλε μουλάρι να γεννήσει.

 

 Ο Πίνδαρος, ο οποίος στην 4η Πυθική Ωδή μιλάει γι’ αυτήν την οικογένεια, λέει πως ο ΑΔΜΗΤΟΣ ήταν ο εξάδελφος του ΙΑΣΟΝΑ. Ο πατέρας του Αδμητου, ο Φέρης και ο πατέρας του Ιάσονα ο Αίσων ήταν αδέλφια.  Και  επόμενα, ο γιος του Αδμητου, ο  ΕΥΜΗΛΟΣ και ο γιος του Ιάσονα και της Υψιπύλης, ο  ΕΥΝΗΟΣ [βασιλιάς της Λήμνου κατά τον Τρωικό πόλεμο, βλ. ΡΑΨΩΔΙΑ Η, στ. 468] ήταν δεύτερα ξαδέλφια.

 

 

[2] Ο ΕΥΜΗΛΟΣ λοιπόν ήταν ο γιος του ΑΔΜΗΤΟΥ και της ΑΛΚΗΣΤΗΣ, της κόρης του ΠΕΛΙΑ.  [Είναι γνωστή η τραγωδία  που αποδίδεται στον Ευριπίδη, με τον τίτλο : ΑΛΚΗΣΤΙΣ. Το θέμα της είναι η αυτοθυσία της συζύγου του ΑΔΜΗΤΟΥ, να πάει στον Άδη η ίδια αντί γι’ αυτόν, όπως θα έπρεπε.  Αυτό το είχε πει στον ΑΔΜΗΤΟ ο ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ, ο οποίος για ένα διάστημα είχε υπηρετήσει στο παλάτι του ως βοσκός για να καθαρθεί από τον φόνο των Κυκλώπων, οι οποίοι ήταν οι κατασκευαστές του Κεραυνού του Δία. Ο φόνος των Κυκλώπων από τον Απόλλωνα έγινε για εκδίκηση του φόνου του γιου του – Ασκληπιού – από τον Δία, επειδή είχε αναστήσει άνθρωπο με την ιατρική τέχνη που κατείχε. Έτσι, η ΑΛΚΗΣΤΗ πέθανε, και τελικά την επανέφερε στην ζωή ο ΗΡΑΚΛΗΣ, όπως λέει η τραγωδία. Βλέπουμε πως τίποτα απ’ αυτά δεν αναφέρει ο ΟΜΗΡΟΣ, παρά μόνο πως η ΑΛΚΗΣΤΗ ήταν πολύ όμορφη, που σημαίνει πως στην Ομηρική εποχή ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΘΕΙ  ΑΚΟΜΑ ΑΥΤΟΣ Ο ΜΥΘΟΣ περί νεκρανάστασης, φόνου του Ασκληπιού, κ.τ.λ.].  

 

 

 

[3] Στην Λήμνο είχε πέσει ο Ηφαιστος, όταν τον πέταξε ο Δίας. Τον περιμάζεψαν οι ΣΙΝΤΙΕΣ [Βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Α, στ. 586 κ.εξ.]

Στην Λήμνο πηγαίνει η Ήρα και συναντά τον θεό Ύπνο [Βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Ξ, στ. 230 κ.εξ.]

Η Λήμνος, η πόλη του Θόαντα. Τον οποίο είχε τοποθετήσει εκεί ο Ραδάμανθυς.

Βασιλιάς της Λήμνου τώρα ήταν ο Εύηνος, ο γιος του Ιάσονα και της Υψιπύλης, κόρης του Θόαντα[Βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Η, στ. 467 κ.εξ.], ο οποίος έκανε εμπόριο με τους Αχαιούς που πολιορκούσαν την Τροία [Βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Φ, στ. 40 κ.εξ.].

 

 

[4] Αυτόν τον Ασκληπιό υποτίθεται πως είχε κεραυνώσει ο ΔΙΑΣ και αυτό έγινε η αιτία του φόνου των Κυκλώπων από τον Απόλλωνα. Άλλη μια ευκαιρία για τον Όμηρο να πει κάτι σχετικά αλλά πάλι δεν λέει οπότε σίγουρα δεν υπήρχε τέτοιος μύθος τότε. Επειδή ο Ασκληπιός είναι ο πατέρας των δυο αρχηγών του Ευρύτου, και ο Άδμητος ήταν ο πατέρας του Ευμήλου, συμπεραίνουμε πως ο Ασκληπιός και ο Άδμητος έζησαν την ίδια περίοδο, δηλαδή 1 γενιά πριν την Τρωική εκστρατεία.

 

 

[5] Στο κείμενο : ΦΗΡΑΣ = τους Φήρες, (έτσι έλεγαν τους ΚΕΝΤΑΥΡΟΥΣ).  Ο Ομηρος τους ονομάζει δηλαδή ΘΗΡΙΑ και συνοδεύει το ουσιαστικό με το επίθετο  ΛΑΧΝΗΕΝΤΑΣ (τριχωτούς - μάλλινους). [ΛΑΧΝΗ = τρίχωμα, χνούδι.].

 

 

[6] Η σημερινή γεωγραφική περιοχή της "Ποταμιάς" του Τιταρήσιου ποταμού, καταλαμβάνει το Ν.Δ. τμήμα της επαρχίας Ελασσόνας του Ν. Λάρισας. Ορίζεται δυτικά από τα όρια του Ν. Τρικάλων, ανατολικά από την Εθνική Οδό Ελασσόνας-Λάρισας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής του Δομένικου, νότια από τα όρια της κοινότητας Δαμασίου και της Επ. Τυρνάβου και βόρεια από τη νοητή γραμμή που συνδέει τις κοινότητες Κεφαλόβρυσου και Στεφανόβουνου. Από πολύ παλιά αποτελούν μια λειτουργική και γεωγραφική ενότητα, την ενότητα των χωριών Ποταμιάς Ελασσόνας. Η ονομασία δόθηκε από την λεκάνη που σχηματίζεται καθώς τη διασχίζει ο Τιταρήσιος ποταμός και άλλοι μικρότεροι χείμαρροι. Η ΣΤΥΓΑ λοιπόν ήταν στην περιοχή αυτή.

 Πρβλ. ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ, Βιβλ. Θ:

 

Πρβλ. και ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ, βιβλ. ΠΡΩΤΟ:

''Ηλυθε δ' αύ Μόψος Τιταρήσιος, όν περί πάντων // Λητοΐδης εδίδαξε θεοπροπίας οιωνών: 

και λίγο παρακάτω:

Αυτάρ απ' Ευβοίης Κάνθος κίε, τόν ρα Κάνηθος // πέμπεν 'Αβαντιάδης λελιημένον: ου μέν έμελλε // νοστήσειν Κήρινθον υπότροπος, αίσα γάρ ήεν // αυτόν ομώς Μόψον τε δαήμονα μαντοσυνάων // πλαγχθέντας Λιβύης επί πείρασι δηωθήναι. // ώς ουκ ανθρώποισι κακόν μή πιστόν επαυρείν, // οππότε καί κείνους Λιβύη ένι ταρχύσαντο, // τόσσον εκάς Κόλχων όσσον τέ περ ηελίοιο // μεσσηγύς δύσιές τε καί αντολαί εισορόωνται. 

 

 

 

[7] Ο Όμηρος, αφού έκανε την καταγραφή των Ελληνικών στρατευμάτων, θα μας πει, με τη βοήθεια της Μούσας, ΠΟΙΟΣ από τους ΑΝΔΡΕΣ, και ΠΟΙΟΣ από τους ΙΠΠΟΥΣ ήταν ο καλύτερος.  Το ότι αναφέρει τον καλύτερο ΙΠΠΟ σημαίνει πως έδιναν τεράστια σημασία στα ΑΛΟΓΑ, δηλαδή στην Ράτσα τους και την εκπαίδευσή τους.

 

 

[8] Δηλαδή οι φοράδες του ΑΔΜΗΤΟΥ.  Ο Άδμητος ήταν ο γιος του ΦΕΡΗ, γι’ αυτό τον ονομάζει ΦΗΡΗΤΙΑΔΑΟ.

 

 

[9] ΠΗΡΕΙΗ – ΦΗΡΗΣ (ή ΦΕΡΗΣ ο πατέρας του ΑΔΜΗΤΟΥ).

 

 

[10] Ο Απόλλωνας φέρεται να έθρεψε τα άλογα του ΑΔΜΗΤΟΥ. 

** Για τον Πειρίθοο βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ  ΡΑΨΩΔΙΑ Α, στ. 263 υποσημ.
Bλ. Στραβων, βιβλ. Θ. Τους μεν γαρ Γυρτωνίους Φλεγύας πρότερον εκάλουν, από Φλεγύου του Ιξίωνος αδελφού.

 

* Βλ.  και  Ραψωδία Ζ, στ. 457.

 

* Σύμφωνα με τον Στράβωνα, [βιβλ. Θ], ο Ευρύπυλος, γιος του Ευαίμονα, ήταν ξάδελφος του Φοίνικα [δάσκαλου του Αχιλλέα].

Γράφει: το μεν ουν Ορμένιον καλείται νυν Ορμίνιον. Εστί δ’ υπό τω Πηλίω κώμη κατά τον Παγασητινόν κόλπον των συνωκισμένων εις την Δημητριάδα πόλεων, ως είρηται. Ανάγκη δε και την Βοιβηίδα λίμνην είναι πλησίον, επειδή και η Βοίβη των περιοικίδων ήν της Δημητριάδος και αυτό το Ορμένιον. Το μεν ουν Ορμένιον απέχει της Δημητριάδος πεζή σταδίους επτά και είκοσι. Ο δε της Ιωλκού τόπος εν οδώ κείμενος της μεν Δημητριάδος επτά σταδίους διέστηκε, του δ’ Ορμενίου τους λοιπούς είκοσι σταδίους. Φησί δ’ ο Σκήψιος, εκ του Ορμενίου τον Φοίνικα είναι, και φεύγειν αυτόν ενθένδε παρά του πατρός Αμύντορος Ορμενίδαο εις την Φθίαν, ες Πηλήα άνακτα. Εκτίσθαι γαρ υπό Ορμένου το χωρίον τούτον, του Κερκάφου, του Αιόλου. Παίδας δε του Ορμένου γενέσθαι τον τε Αμύντορα και Ευαίμονα. Ων του μεν είναι Φοίνικα, του δ’ Ευρύπυλον. Φυλαχθήναι δε τω Ευρυπύλω την διαδοχήν κοινήν, ως αν απελθόντος του Φοίνικος εκ της οικείας, και δειν γράφειν ούτως,

Οίον ότε πρώτον λίπον Ορμένιον πολύμηλον

αντί του

λίπον Ελλάδα καλλιγύναικα.

 

 

#Για τον ΕΥΡΥΤΟ και την ΟΙΧΑΛΙΑ βλέπε : ΡΑΨΩΔΙΑ Β, στ. 594-595.



 

^  Την  πορεία  που  ακολουθεί  ο Ομηρος για να απαριθμήσει τις πόλεις που έστελαν στρατό στην Τροία  μπορείτε να την δείτε ολοκληρωμένη εδώ [αρχειο φλας].