Αἰσχύλος

Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας

Μετάφραση Γιάννης Γρυπάρης

πρόλογος

  Ἐτεοκλής
Κάδμου πολῖται, χρὴ λέγειν τὰ καίρια
ὅστις φυλάσσει πρᾶγος ἐν πρύμνῃ πόλεως
οἴακα νωμῶν, βλέφαρα μὴ κοιμῶν ὕπνῳ.
εἰ μὲν γὰρ εὖ πράξαιμεν, αἰτία θεοῦ·
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λαέ του Κάδμου, πρέπει σύμφωνα τα λόγια
νάχη με τους καιρούς εκείνος πού απ' την πρύμνα
το τιμόνι κρατόντας κυβερνάει μια χώρα,
δίχως ν' αφήνη ο ύπνος να του κλή το μάτι·
γιατί αν το πράμα πάη καλά, ο θεός η αιτία·
5 εἰ δ᾽ αὖθ᾽, ὃ μὴ γένοιτο, συμφορὰ τύχοι,
Ἐτεοκλέης ἂν εἷς πολὺς κατὰ πτόλιν
ὑμνοῖθ᾽ ὑπ᾽ ἀστῶν φροιμίοις πολυρρόθοις
οἰμώγμασίν θ᾽, ὧν Ζεὺς ἀλεξητήριος
ἐπώνυμος γένοιτο Καδμείων πόλει.
μα αν πάλι—ό μη γένοιτο—συμφορά λάχη,
ένας ο Ετεοκλής, πολλά στην πόλη θάχη
να του ψάλλουν μυριόστομα όλοι μοιρολόγια
καί θρήνους, πού άμποτε απ' αυτό, στ' αλήθεια ο Δίας
διαφεντευτής, τη χώρα μας άς διαφεντεύη.
10 ὑμᾶς δὲ χρὴ νῦν, καὶ τὸν ἐλλείποντ᾽ ἔτι
ἥβης ἀκμαίας καὶ τὸν ἔξηβον χρόνῳ,
βλαστημὸν ἀλδαίνοντα σώματος πολύν,
ὥραν τ᾽ ἔχονθ᾽ ἕκαστον ὥστε συμπρεπές,
πόλει τ᾽ ἀρήγειν καὶ θεῶν ἐγχωρίων
Μα τώρα πρέπει εσείς, κι όποιος του λείπει ακόμα
της νιότης του ή ακμή, κι ο πού έχει πια πέραση,
να βάζη όλο το δρίμωμα της δύναμής του
παίρνοντας πάνω του ο καθείς ό,τι του πέφτει,
για να βοηθήση την πατρίδα, τους θεούς μας,
15 βωμοῖσι, τιμὰς μὴ ᾽ξαλειφθῆναί ποτε·
τέκνοις τε, Γῇ τε μητρί, φιλτάτῃ τροφῷ·
ἡ γὰρ νέους ἕρποντας εὐμενεῖ πέδῳ,
ἅπαντα πανδοκοῦσα παιδείας ὄτλον,
ἐθρέψατ᾽ οἰκητῆρας ἀσπιδηφόρους
τους βωμούς των — μην ποτέ χάσουν τίς τιμές των—
τα παιδιά του, τη μάννα Γη γλυκειά θροφό μας·
γιατ' είν' αυτή, πού όταν μικροί σερνόσαστ' έτσι
στο καλόβολο χώμα της, πάνω της όλο
φορτώθηκε το βάρος της αναθροφής σας
καί πολίτες σας τράνεψεν ασπιδοφόρους
20 πιστοὺς ὅπως γένοισθε πρὸς χρέος τόδε. να σας έχη πιστούς σ' αυτή της την ανάγκη.
  καὶ νῦν μὲν ἐς τόδ᾽ ἦμαρ εὖ ῥέπει θεός·
χρόνον γὰρ ἤδη τόνδε πυργηρουμένοις
καλῶς τὰ πλείω πόλεμος ἐκ θεῶν κυρεῖ.
νῦν δ᾽ ὡς ὁ μάντις φησίν, οἰωνῶν βοτήρ,
Ναί, βέβαια ως σήμερα ο θεός δεξιά τα φέρνει·
γιατί όλον τούτο τον καιρό, που είναι ζωσμένα
τα κάστρα μας, η τύχη του πολέμου κλίνει
το πιότερο σε μας με του θεού τη χάρη·
μα τώρα, όπως ο μάντης λέει ο πουλολόγος,
25 ἐν ὠσὶ νωμῶν καὶ φρεσίν, πυρὸς δίχα,
χρηστηρίους ὄρνιθας ἀψευδεῖ τέχνῃ·
οὗτος τοιῶνδε δεσπότης μαντευμάτων
λέγει μεγίστην προσβολὴν Ἀχαιίδα
νυκτηγορεῖσθαι κἀπιβουλεύσειν πόλει.
που με το νου καί με τ' αυτί μονάχα, δίχως
θυσίας φωτιές, τα μαντικά σημάδια κρίνει
καί δε λαθεύει ή τέχνη του—αυτός των τέτοιων
κυβερνήτης χριησμών, μας λέει πως νυχτοκλώθουν
φοβερήν έφοδο οί εχθροί γι' αφανισμό μας.
30 ἀλλ᾽ ἔς τ᾽ ἐπάλξεις καὶ πύλας πυργωμάτων
ὁρμᾶσθε πάντες, σοῦσθε σὺν παντευχίᾳ,
πληροῦτε θωρακεῖα, κἀπὶ σέλμασιν
πύργων στάθητε, καὶ πυλῶν ἐπ᾽ ἐξόδοις
μίμνοντες εὖ θαρσεῖτε, μηδ᾽ ἐπηλύδων
Μα όλοι στις πολεμίστρες αρματοζωσμένοι
στίς πύλες των φρουρίων ριχτήτε, πεταχτήτε,
γεμίστε τα προστήθια, στίς σκεπές των πύργων
σταθήτε καί ριζώνοντας στα έβγα των κάστρων
έχετε θάρρος καί καθόλου μή φοβάστε
35 ταρβεῖτ᾽ ἄγαν ὅμιλον· εὖ τελεῖ θεός.
σκοποὺς δὲ κἀγὼ καὶ κατοπτῆρας στρατοῦ
ἔπεμψα, τοὺς πέποιθα μὴ ματᾶν ὁδῷ·
καὶ τῶνδ᾽ ἀκούσας οὔ τι μὴ ληφθῶ δόλῳ.
το πλήθος των εχθρών· ο θεός μαζί μας θάναι.
Μα έχω κι εγώ του στρατού στείλη κατασκόπους
κι ανιχνευτές, πού βέβαιος είμαι πως του κάκου
δε θάν' ο δρόμος των, κι αφού έρθουν καί μου πούνε,
φόβο δεν θάχω μες στα δίχτυα τους μην πέσω.
  Ἄγγελος
Ἐτεόκλεες, φέριστε Καδμείων ἄναξ,
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Έρχομαι, δοξασμένε βασιλιά της Θήβας,
40 ἥκω σαφῆ τἀκεῖθεν ἐκ στρατοῦ φέρων,
αὐτὸς κατόπτης δ᾽ εἴμ᾽ ἐγὼ τῶν πραγμάτων·
ἄνδρες γὰρ ἑπτά, θούριοι λοχαγέται,
ταυροσφαγοῦντες ἐς μελάνδετον σάκος
καὶ θιγγάνοντες χερσὶ ταυρείου φόνου,
ξεδιαλυμένα φέρνοντας σου από τακείθε
νέα του στρατού, πού ο ίδιος με τα μάτια μου είδα.
Εφτά καπετανέοι, πολεμόχαροι άντρες,
σφάζοντας μες σε μαυροσίδερην ασπίδα
ταύρο καί στο αίμα του τα χέρια τους βουτόντας
45 Ἄρη τ᾽, Ἐνυώ, καὶ φιλαίματον Φόβον
ὡρκωμότησαν ἢ πόλει κατασκαφὰς
θέντες λαπάξειν ἄστυ Καδμείων βίᾳ,
ἢ γῆν θανόντες τήνδε φυράσειν φόνῳ·
μνημεῖά θ᾽ αὑτῶν τοῖς τεκοῦσιν ἐς δόμους
στον Άρη, Ενυώ καί Φόβο, πού σφαγές διψούνε,
όρκο δώσανε: ή αφού με βία τη διαγουμίσουν
την πόλη τέλεια των Καδμείων να ξολοθρέψουν,
ή με το γαίμα τους νεκροί τη γης ναργάσουν.
50 πρὸς ἅρμ᾽ Ἀδράστου χερσὶν ἔστεφον, δάκρυ
λείβοντες· οἶκτος δ᾽ οὔτις ἦν διὰ στόμα.
λείβοντες· οἶκτος δ᾽ οὔτις ἦν διὰ στόμα.
σιδηρόφρων γὰρ θυμὸς ἀνδρείᾳ φλέγων
ἔπνει, λεόντων ὡς Ἄρη δεδορκότων.
κι απής στού Άδραστου τ άρμα κρέμαγαν σημάδια
θυμητικά για τους γονιούς των στην πατρίδα,
χύνοντας δάκρυ, μ' απ' τ' αχείλι τους ουτ' άχνα
παράπονου δεν έβγαινε· γιατ' ή ατσαλένια
καρδιά τους λάβριζε απ' αντρεία καί φυσσομάναε
σα λιονταριών, πού πόλεμο σπιθάει ή ματιά των.
  καὶ τῶνδε πύστις οὐκ ὄκνῳ χρονίζεται· Καί δε θ' άργήση ώραν την ώρα να το δείξουν·
55 κληρουμένους δ᾽ ἔλειπον, ὡς πάλῳ λαχὼν
ἕκαστος αὐτῶν πρὸς πύλας ἄγοι λόχον.
πρὸς ταῦτ᾽ ἀρίστους ἄνδρας ἐκκρίτους πόλεως
πυλῶν ἐπ᾽ ἐξόδοισι τάγευσαι τάχος·
ἐγγὺς γὰρ ἤδη πάνοπλος Ἀργείων στρατὸς
κλήρους τους άφησα να ρίχτουν, σε ποιά πύλη
θα λάχη καθενός να φέρη το στρατό του.
Λοιπόν καί συ διαλέγοντας τους πιο σου αντρείους
πολεμάρχους γοργά, τάξε τους μπρος στίς πύλες·
γιατί, όπου νάσαι, ολάρματοι κοντοζυγώνουν
οι Αργείτες, κορνιαχτό σηκώνουν καί τους κάμπους
60 χωρεῖ, κονίει, πεδία δ᾽ ἀργηστὴς ἀφρὸς
χραίνει σταλαγμοῖς ἱππικῶν ἐκ πλευμόνων.
σὺ δ᾽ ὥστε ναὸς κεδνὸς οἰακοστρόφος
φράξαι πόλισμα, πρὶν καταιγίσαι πνοὰς
Ἄρεως· βοᾷ γὰρ κῦμα χερσαῖον στρατοῦ·
χραίνει ο άσπρος στάζοντας αφρός απ' των αλόγων
το λεχομάνισμα· μα εσύ, σαν τιμονιέρης
άξιος του καραβιού, το κάστρο να στεριώσης
πρίν να μανίση η μπόρα του πολέμου· κι άκου!
κύμα το στεριανό βρουχιέται του στρατού των.
65 καὶ τῶνδε καιρὸν ὅστις ὤκιστος λαβέ·
κἀγὼ τὰ λοιπὰ πιστὸν ἡμεροσκόπον
ὀφθαλμὸν ἕξω, καὶ σαφηνείᾳ λόγου
εἰδὼς τὰ τῶν θύραθεν ἀβλαβὴς ἔσῃ.
Άδραξε τον καιρό πού πρέπει χέρι χέρι,
καί γω για τάλλα πιστό μάτι ημεροσκόπου
θέ νάχω, κι όταν μ' όλη την αλήθεια ξέρης
τί τρέχει έξω απ' τα τείχη μας, φόβο δε θάχης.
 
Ἐτεοκλής

ὦ Ζεῦ τε καὶ Γῆ καὶ πολισσοῦχοι θεοί,

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ώ Δία καί Γη καί Θεοί προστάτες της πατρίδας,
70 Ἀρά τ᾽ Ἐρινὺς πατρὸς ἡ μεγασθενής,
μή μοι πόλιν γε πρυμνόθεν πανώλεθρον
ἐκθαμνίσητε δῃάλωτον, Ἑλλάδος
φθόγγον χέουσαν, καὶ δόμους ἐφεστίους·
ἐλευθέραν δὲ γῆν τε καὶ Κάδμου πόλιν
κι ω Κατάρα, τρανή Ερινύα του πατέρα,
μη μου απ' τη ρίζα σύγκορμα ξεθεμελιώστε
αφανισμένη απ' τους εχθρούς μια πολιτεία
πού κραίνει γλωσσά Ελληνικιά, μηδέ τα σπίτια
πού τίς εστίες σας έχουνε, καί μην αφήστε
μια χώρα ελεύτερη, την πόλη αυτή του Κάδμου,
75 ζυγοῖσι δουλίοισι μήποτε σχεθεῖν·
γένεσθε δ᾽ ἀλκή· ξυνὰ δ᾽ ἐλπίζω λέγειν·
πόλις γὰρ εὖ πράσσουσα δαίμονας τίει.
να πέση σε σκλαβιάς ζυγό, μα σώσετέ μας,
πούν' καί δικό σας διάφορο· γιατί μια χώρα
μόν' όταν ευτυχή, τιμά καί τους θεούς της.

 

Αρχή σελίδας
Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Ιούλιος 2003