44.
Η Ρόδος προσχωρεί εις τους Πελοποννησίους
Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, απεφάσισαν να πλεύσουν εις την Ρόδον, οπόθεν τους ήρχοντο προσκλήσεις από τους επιφανεστάτους των ολιγαρχικών, ελπίζοντες να προσεταιρισθούν νήσον ισχυράν, ως εκ του πλήθους των ναυτών και των στρατιωτών της, και συγχρόνως πιστεύοντες, ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα ημπορέσουν μόνοι των να συντηρήσουν τον στόλον με την βοήθειαν των ιδικών των συμμάχων, χωρίς ν' αναγκάζωνται να ζητούν χρήματα από τον Τισσαφέρνη. Πλεύσαντες, επομένως, αμέσως, διαρκούντος του χειμώνος, εκ της Κνίδου προσήγγισαν πρώτον εις την Κάμιρον της Ρόδου, με εννενήντα τέσσερα πλοία και ενέπνευσαν τοιούτον τρόμον εις τους πολλούς των κατοίκων, οι οποίοι δεν εγνώριζαν τα της συνωμοσίας, ώστε ούτοι ήρχισαν φεύγοντες, αφού μάλιστα η πόλις ήτο και ατείχιστος. Μετ' ολίγον όμως, συνεκάλεσαν οι Λακεδαιμόνιοι και τούτους και τους κατοίκους της Λίνδου και της Ιαλυσού, των δύο άλλων πόλεων της νήσου, έπεισαν αυτούς ν' αποστατήσουν από τους Αθηναίους και ούτως η Ρόδος προσεχώρησε προς τους Πελοποννησίους. Αλλ' οι Αθηναίοι, οι οποίοι εν τω μεταξύ επληροφορήθησαν περί των προθέσεών των, έσπευσαν να έλθουν εκ της Σάμου, επιδιώκοντες να προλάβουν το πράγμα, και παρουσιάσθησαν έξω του λιμένος. Αλλά βλέποντες, ότι έφθασαν ολίγον αργά, απέπλευσαν κατ' αρχάς εις την Χάλκην και εκείθεν εις την Σάμον. Ακολούθως διεξήγαν τας κατά της Ρόδου εχθροπραξίας, χρησιμοποιούντες ως ορμητήρια διά τας κατ' αυτής επιθέσεις την Χάλκην και την Κω. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, εισέπραξαν από τους Ροδίους μέχρι τριάντα δύο ταλάντων, αλλά κατά τα λοιπά έμειναν αδρανούντες επί ογδοήκοντα ημέρας, ανασύραντες τα πλοία εις την ξηράν.

45.
Ο Αλκιβιάδης φοβηθείς διότι κατέστη ύποπτος εις τους Πελοποννησίους προσφεύγει εις τον Τισσαφέρνην παροτρύνων τούτον εις αντισπαρτιατικάς ενεργείας
Εν τω μεταξύ, και πριν ακόμη μάλιστα μεταφερθούν οι Πελοποννήσιοι εις την Ρόδον, έλαβαν χώραν τα επόμενα γεγονότα. Μετά τον θάνατον του Χαλκιδέως και την μάχην της Μιλήτου, ο Αλκιβιάδης έγινεν ύποπτος εις τους Πελοποννησίους και ελήφθη επιστολή αυτών εκ Λακεδαίμονος προς τον Αστύοχον, διατάσσουσα αυτόν να τον θανατώση. Ήτο τωόντι εχθρός του Άγιδος και επί πλέον εθεωρείτο ανάξιος πάσης εμπιστοσύνης. Φοβηθείς, ως εκ τούτου, ο Αλκιβιάδης έφυγεν αμέσως προς τον Τισσαφέρνη, όπου μετ' ολίγον διά της επ' αυτού επιρροής του ήρχισε να βλάπτη όσον ημπορούσε περισσότερον τα συμφέροντα των Πελοποννησίων. Και καθοδηγών αυτόν εις όλα, επέτυχε να ελαττωθή ο μισθός των ναυτών από μιας δραχμής εις τρεις οβολούς, χωρίς μάλιστα να καταβάλλεται ούτος ολόκληρος διά μιας, συνιστών εις τον Τισσαφέρνη να επικαλεσθή απέναντι αυτών, ότι οι Αθηναίοι, οι οποίοι έχουν μακράν εμπειρίαν των ναυτικών, δίδουν εις τους ιδικούς των τρεις οβολούς, όχι τόσον από οικονομικήν ανεπάρκειαν, όσον διότι δεν θέλουν να διαφθείρωνται οι ναύται των διά του μεγάλου μισθού και άλλοι μεν να καταστρέφουν την υγείαν των, δαπανώντες εις πράγματα, εκ των οποίων προκαλούνται ασθένειαι, άλλοι δε να λιποτακτούν, χωρίς ν' αφίνουν οπίσω των ως ενέχυρον το καθυστερούμενον μέρος του μισθού των. Συνεβούλευε συγχρόνως αυτόν να επιτύχη διά δωροδοκίας την έγκρισιν του μέτρου τούτου εκ μέρους των τριηράρχων και στρατηγών των διαφόρων πόλεων, πλην των Συρακουσίων, εκ των οποίων ο Ερμοκράτης μόνος, εξ ονόματος όλων των συμμάχων, ηναντιούτο κατά του μέτρου τούτου. Και τους αντιπροσώπους των πόλεων, οι οποίοι ήλθαν ζητούντες χρήματα, απέπεμψεν, αποκρούων, εξ ονόματος του Τισσαφέρνους, την αίτησίν των, διά του ισχυρισμού, ότι οι μεν Χίοι θα ήσαν αναίσχυντοι, εάν, ενώ είναι οι πλουσιώτεροι των Ελλήνων και οφείλουν την σωτηρίαν των εις ξένην συνδρομήν, έχουν εν τούτοις την αξίωσιν, όπως άλλοι διακινδυνεύουν υπέρ της ελευθερίας των, όχι μόνον την ζωήν των, άλλα και την περιουσίαν των. Ως προς δε τας λοιπάς πόλεις, είπεν, ότι, αφού πριν επαναστατήσουν δεν εφείδοντο δαπανών χάριν των Αθηναίων, διαπράττουν αδικίαν, εάν δεν θελήσουν και τώρα να εισφέρουν ίσα ποσά και ακόμη περισσότερα, χάριν του ιδίου αυτών συμφέροντος. Και εξηγεί ότι ο Τισσαφέρνης, τώρα μεν όπου διεξάγει τον πόλεμον δαπανών εκ των ιδίων, ήτο φυσικόν να δεικνύεται φειδωλός, αλλ' εάν ποτέ σταλούν από την πρωτεύουσαν χρήματα του Βασιλέως διά τον μισθόν των ναυτών, θα τους τον αποδώση ακέραιον και θα κάμη ό,τι ήτον εύλογον, προς το συμφέρον των πόλεων.

46. Συνεβούλευσεν επίσης τον Τισσαφέρνη να μη σπεύδη παρά πολύ να τερματίση τον πόλεμον, μηδέ να θελήση, προσκαλών τον Φοινικικόν στόλον, όπως ητοιμάζετο να κάμη, ή παρέχων μισθόν εις περισσοτέρους Έλληνας ναύτας, να συγκεντρώση εις τας ιδίας χείρας την κυριαρχίαν και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης, αλλά ν' αφίση να έχουν οι δύο διηρημένην την κυριαρχίαν και να δύναται ούτως ο Βασιλεύς να χρησιμοποιή, τον έτερον κατά του εκάστοτε οχληρού εξ αυτών. Καθόσον, εάν η υπεροχή και κατά γην και κατά θάλασσαν ήθελε συγκεντρωθή εις χείρας του αυτού κράτους, ο Βασιλεύς δεν θα είχε κανένα να τον βοηθήση εις κατάλυσιν της δυνάμεως του ισχυροτέρου και θα εξηναγκάζετο κάποτε να εξεγερθή και αναλάβη μόνος τον κατ' αυτού αγώνα, με μεγάλας δαπανάς και κινδύνους. Ενώ είναι ευθηνότερον, με μέρος μόνον της δαπάνης αυτής και συγχρόνως, χωρίς κανένα κίνδυνον δι' εαυτόν, να κατατρίψη τους ιδίους τους Έλληνας, τους μεν διά των δε. Υπεστήριξεν ακόμη, ότι οι Αθηναίοι ήσαν προσφορώτεροι διά τον Βασιλέα συμμέτοχοι της επί των άλλων ηγεμονίας, καθόσον εποφθαλμιούν ολιγώτερον τας χερσαίας κτήσεις και όχι μόνον ο δεδηλωμένος σκοπός, διά τον οποίον διεξάγουν τον πόλεμον, αλλά και ο τρόπος της διεξαγωγής αυτού, προσαρμόζεται καλλίτερα προς τα συμφέροντα του Βασιλέως. Διότι ενώ αυτοί θα συνέπρατταν μετά του Βασιλέως, όπως εξασφαλίσουν δι' εαυτούς μεν την κυριαρχίαν της θαλάσσης, δι' εκείνον δε την υποταγήν των εις την επικράτειάν του κατοικούντων Ελλήνων, οι Λακεδαιμόνιοι, τουναντίον, ήλθαν ως ελευθερωταί αυτών. Και δεν είναι πιθανόν, ότι ενώ ελευθερώνουν σήμερον τους Έλληνας από την κυριαρχίαν των Αθηναίων, δεν θα ελευθερώσουν αυτούς και από την κυριαρχίαν των Περσών, εφόσον οι τελευταίοι δεν κατορθώσουν μίαν ημέραν να τους βάλουν κατά μέρος. Συνίστα, λοιπόν, εις τον Τισσαφέρνη να κατατρίψη πρώτον αμφοτέρους, και αφού κολοβώση όσον ημπορέση περισσότερον την δύναμιν των Αθηναίων, εκδιώξη τελευταίον τους Λακεδαιμονίους εκ της χώρας. Ο Τισσαφέρνης απεδέχθη πραγματικώς το πρόγραμμα τούτο διά το μέλλον, όπως τουλάχιστον ημπορεί να εικάση κανείς εκ των ενεργειών του. Διότι, συνεπεία των λόγων τούτων του Αλκιβιάδου, και αναγνωρίζων την ορθότητα των συμβουλών του, περιέβαλεν αυτόν με την πλήρη εμπιστοσύνην του και όχι μόνον παρείχεν ανεπαρκή τα μέσα της συντηρήσεως εις τους Πελοποννησίους, αλλά και τους απέτρεπεν επιμόνως να ναυμαχήσουν, επιμένων ότι πρέπει να περιμένουν την έλευσιν του Φοινικικού στόλου, διά να διεξαχθή ο αγών με υπερτέρας εκ μέρους των δυνάμεις. Και τοιουτοτρόπως και των αγώνα των εζημίωνε και την δύναμιν του στόλου των, η οποία είχε φθάσει να γίνη πολύ μεγάλη, εμείωσε και γενικώς η έλλειψις προθυμίας κατά την σύμπραξίν του εις τον πόλεμον ήτο τόσον φανερά, ώστε να μη ημπορή ν' αποκρυβή.

47.
Διά των κατά της Σπάρτης ενεργειών του επιδιώκει ο Αλκιβιάδης να επιστρέψη εις Αθήνας
Αλλ' ο Αλκιβιάδης, δίδων τας συμβουλάς ταύτας εις τον Τισσαφέρνη και τον Βασιλέα, καθ' όν χρόνον ευρίσκετο υπό την προστασίαν των, έπραττε τούτο όχι μόνον, διότι εθεώρει αυτάς ως τας μάλλον εξυπηρετικάς του συμφέροντος των, αλλά συγχρόνως διότι επεδίωκε μετά πολλής επιμελείας να προετοιμάση την κάθοδόν του εις την πατρίδα και εγνώριζεν, ότι εάν δεν καταστρέψη αυτήν εξ ολοκλήρου, θα ήρχετο ημέρα, κατά την οποίαν θα την έπειθε να του επιτρέψη την επάνοδον. Και ενόμιζεν, ότι το αποτελεσματικώτερον προς τούτο επιχείρημα θα ήτο, εάν εγίνετο γνωστόν, ότι ευρίσκεται εις στενάς σχέσεις μετά του Τισσαφέρνους. Όπως και πράγματι συνέβη. Διότι όταν οι Αθηναίοι στρατιώται της Σάμου αντελήφθησαν την επιρροήν πού εξήσκει επί του Τισσαφέρνους ο Αλκιβιάδης και συγχρόνως ούτος διεμήνυσε προς τους επιφανέστερους εξ αυτών, όπως ομιλήσουν περί αυτού εις τους αρίστους πολίτας και τους είπουν, ότι η επιθυμία του είναι, υπό πολίτευμα ολιγαρχικόν και όχι βέβαια την σημερινήν φαυλοκρατίαν, η οποία τον εξώρισε, να κατέλθη εις τας Αθήνας, φέρων και την φιλίαν του Τισσαφέρνους και συνεργασθή μετ' αυτών υπέρ του τόπου, οι τριήραρχοι και οι άλλοι επιφανέστατοι άνδρες του Αθηναϊκού στρατού της Σάμου, εν μέρει συνεπεία των προτάσεων τούτων και περισσότερον ακόμη διότι ήθελαν το πράγμα εξ ιδίας πρωτοβουλίας, απεφάσισαν να επιδιώξουν την κατάλυσιν της δημοκρατίας.

48.
Ο Αλκιβιάδης συνεννοείται με το εν Σάμω εκστρατευτικόν σώμα περί της καταλύσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος εις Αθήνας εις αντάλλαγμα της φιλίας με τους Πέρσας
Και ούτως ήρχισεν η σχετική κίνησις, πρώτον εις το στρατόπεδον της Σάμου, απ' εκεί δ' επεξετάθη ύστερον και εις την πόλιν. Μερικοί μάλιστα ήλθαν από την Σάμον και συνεννοήθησαν προφορικώς με τον Αλκιβιάδην, και όταν υπεσχέθη να τους εξασφαλίση πρώτον μεν την φιλίαν του Τισσαφέρνους ακολούθως δε και την του Βασιλέως, εάν κατέλυαν την δημοκρατίαν, οπότε ο Βασιλεύς θα είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην, όσοι εξ αυτών ανήκαν εις τους ολιγαρχικούς συνέλαβαν μεγάλας ελπίδας, ότι θα δυνηθούν αυτοί, οι οποίοι φέρουν και τα μεγαλήτερα βάρη, να γίνουν κύριοι των πραγμάτων και συγχρόνως να νικήσουν τους εξωτερικούς εχθρούς των. Διά τούτο, μετά την επιστροφήν των εις την Σάμον, ήρχισαν να οργανώνουν συνωμοσίαν μεταξύ των ομοϊδεατών των και έλεγαν απροκαλύπτως εις τους πολλούς, ότι ο Βασιλεύς θα εγίνετο φίλος των και θα εβοήθει χρηματικώς, εάν ο Αλκιβιάδης επανήρχετο εις τας Αθήνας και κατελύετο η δημοκρατία. Και μολονότι η πρώτη εντύπωσις των στρατιωτών ήτο δυσφορία διά το πράγμα, η ελπίς της χρηματικής επικουρίας του Βασιλέως ήτο τόσον ευπρόσδεκτος, ώστε δεν έφεραν αντίρρησιν. Οι πρωτεργάται του κινήματος, αφού ανεκοίνωσαν ταύτα εις τους στρατιώτας, συνήλθαν, διά να εξετάσουν περαιτέρω μεταξύ των και μετά των περισσοτέρων ομοφρόνων των τας προτάσεις του Αλκιβιάδου. Αλλ' ενώ οι λοιποί εθεώρουν αυτάς ευκολοκατορθώτους και ειλικρινείς, ο Φρύνιχος, ο οποίος εξηκολούθει να είναι αρχηγός, ποσώς δεν τας ενέκρινεν. Αυτός επίστευεν, ότι ο Αλκιβιάδης, όπως ήτο και η αλήθεια, δεν ενδιεφέρετο περισσότερον διά την ολιγαρχίαν παρ' όσον διά την δημοκρατίαν, ούτε απέβλεπεν εις άλλο τίποτε παρά πώς να μεταβάλη το πολίτευμα διά ν' ανακληθή υπό του νέου καθεστώτος και επανέλθη εις τας Αθήνας, ενώ, κατ' αυτόν, κυρία μέριμνά των έπρεπε να είναι πώς ν' αποφύγουν τους εμφυλίους σπαραγμούς. Ούτε ήτον, άλλωστε, εύκολον διά τον Βασιλέα, τώρα ιδίως που και οι Πελοποννήσιοι ήσαν εξ ίσου ισχυροί κατά θάλασσαν και είχαν υπό την κατοχήν των μερικάς εκ των σπουδαιότατων πόλεων της επικρατείας του, να συνταχθή με τους Αθηναίους, προς τους οποίους δεν είχεν εμπιστοσύνην, και να δημιουργήση εις εαυτόν πράγματα, ενώ ημπορούσε να εξασφαλίση την φιλίαν των Πελοποννησίων, οι οποίοι ποτέ δεν τον είχαν βλάψει. Και αι σύμμαχοι πόλεις, προσέθεσεν, εις τας οποίας θα υποσχεθούν βέβαια την εισαγωγήν της ολιγαρχίας, αφού δα και οι ίδιοι θα παύσωμεν δημοκρατούμενοι, γνωρίζει καλώς, ότι ούτε αι ήδη αποστατήσασαι θα επανέλθουν διά τούτο ευκολώτερον εις την συμμαχίαν των, ούτε αι παραμείνασαι ως σύμμαχοι θα γίνουν πιστότεροι. Διότι δεν θα θελήσουν να χάσουν την ελευθερίαν των από προτίμησιν προς την ολιγαρχίαν ή την δημοκρατίαν, αλλά θα προτιμήσουν να είναι ελεύθεροι, αδιαφορούσαι αν την ελευθερίαν θα έχουν με το εν ή το άλλο πολίτευμα. Ούτε νομίζουν οι σύμμαχοι, ότι οι καλούμενοι ευγενείς θα τους δημιουργήσουν ολιγώτερα πράγματα από το πλήθος, διότι αυτοί είναι οι εισηγούμενοι εις το πλήθος τα κακά, οι χορηγούντες εις αυτά τα μέσα προς διάπραξιν τούτων, και οι αποκομίζοντες υπέρ εαυτών τας μεγαλητέρας εξ αυτών ωφελείας. Και εάν η εξουσία περιέλθη εις χείρας των, οι σύμμαχοι πιστεύουν, ότι θα είναι εκτεθειμένοι εις βιαίας και άνευ δικαστικής αποφάσεως θανατώσεις, ενώ ο λαός εκείνων μεν περιορίζει τας παρεκτροπάς, δι' αυτούς δ' αποτελεί καταφύγιον. Ο Φρύνιχος ισχυρίσθη, ότι ως γνωρίζει καλώς, αι σύμμαχοι πόλεις, διδαχθείσαι εκ της πείρας των, τοιαύτας είχαν αντιλήψεις. Διά τους λόγους δε τούτους, αυτός, τουλάχιστον, αποκρούει τα προτεινόμενα σχέδια του Αλκιβιάδου καθ' όλην την γραμμήν.

49.
Στέλλεται εις Αθήνας ο Πείσανδρος προς εκτέλεσιν των σχεδίων του Αλκιβιάδου
Αλλ' οι εκ των συνωμοτών συνελθόντες ενέμειναν εις την αρχικήν γνώμην των και αποδεχθέντες τας προτάσεις του Αλκιβιάδου, απεφάσισαν να στείλουν εις τας Αθήνας τον Πεί σανδρον και άλλους απεσταλμένους, όπως διενεργήσουν την κάθοδον του Αλκιβιάδου και την ανατροπήν της Αθηναϊκής δημοκρατίας και εξασφαλίσουν ούτω την προς τους Αθηναίους φιλίαν του Τισσαφέρνους.

50.
Ο Αθηναίος στρατηγός Φρύνιχος αντιδρά εις τα σχέδια του Αλκιβιάδου προδίδων αυτά εις τους Λακεδαιμονίους
Πεισθείς ο Φρύνιχος, ότι η περί καθόδου του Αλκιβιάδου πρότασις θα υπεβάλλετο εις τας Αθήνας, όπου βεβαίως θα εγίνετο δεκτή, και φοβηθείς μήπως, ένεκα της αντιδράσεως, την οποίαν επέδειξε κατ' αυτής διά των λόγων του, εάν επιστρέψη ο Αλκιβιάδης εκ της εξορίας, θελήση να εκδικηθή κατ' αυτού ως αντιθέτου του, κατέφυγεν εις το εξής μέσον. Έστειλε κρυφίως επιστολήν προς τον αρχιναύαρχον των Λακεδαιμονίων Αστύοχον, ενώ ούτος ευρίσκετο ακόμη εις την Μίλητον, διά της οποίας τον επληροφόρει, ότι ο Αλκιβιάδης καταστρέφει τα συμφέροντα των Πελοποννησίων, εργαζόμενος, όπως εξασφαλίση υπέρ των Αθηναίων την φιλίαν του Τισσαφέρνους και εξέθετεν ανεπιφυλάκτως όλας τας λεπτομερείας. Προσέθετεν, ότι πρέπει να θεωρηθή συγγνωστός, εάν ζητή να βλάψη ένα εχθρόν του, έστω αν τούτο ημπορούσε να βλάψη και την πατρίδα του. Αλλ' ο Αστύοχος ούτε εσκέφθη καν να εκδικηθή τον Αλκιβιάδην, ο οποίος άλλωστε έπαυσε να έρχεται, όπως προηγουμένως, εις συνάντησίν του. Αλλά μεταβάς προς επίσκεψιν αυτού και του Τισσαφέρνους εις την Μαγνησίαν, κατέδωκεν ο ίδιος το πράγμα, ανακοινώσας συγχρόνως προς αυτούς το περιεχόμενον της επιστολής του Φρυνίχου και ετέθη εις την διάθεσιν του Τισσαφέρνους, ως προς το ζήτημα τούτο και ως προς τα άλλα, διότι, ως ελέγετο, εδωροδοκείτο υπ' αυτού, και ένεκα του λόγου τούτου, χλιαρώς ανθίστατο εις το ζήτημα της μη ακεραίας καταβολής του μισθού. Ο Αλκιβιάδης έστειλεν αμέσως επιστολήν εις την Σάμον, διά της οποίας κατήγγελλεν εις τας αρχάς την προδοσίαν του Φρυνίχου και εζήτει να θανατωθή ούτος. Ο Φρύνιχος, ως εκ του μεγίστου κινδύνου, εις τον οποίον τον εξέθετεν η αποκάλυψις αύτη, τα έχασε και απέστειλε νέαν επιστολήν προς τον Αστύοχον, διά της οποίας τον κατηγόρει, διότι δεν εφύλαξε, ως ώφειλε, μυστικήν την προηγουμένην ανακοίνωσιν του, εδήλωνεν ότι τίθεται ήδη εις την διάθεσιν του, όπως διευκολύνη τους Πελοποννησίους να καταστρέψουν ολόκληρον τον Αθηναϊκόν στρατόν, εξέθετε λεπτομερώς κατά ποίον τρόπον θα κατώρθωνε τούτο, λαμβανομένου υπ' όψιν, ότι η Σάμος είναι ατείχιστος και ότι δεν πρέπει να κατηγορηθή, εάν, κινδυνεύων ήδη την ζωήν του χάριν αυτών, πράξη και τούτο και κάθε άλλο πού ημπορεί μάλλον, παρά ν' αφίση να πέση θύμα των χειροτέρων του εχθρών. Αλλ' ο Αστύοχος έφερε και ταύτα εις γνώσιν του Αλκιβιάδου.

51.
Ο Αλκιβιάδης καταγγέλλει την προδοσίαν του Φρυνίχου
Ο Φρύνιχος, εξ άλλου, πληροφορηθείς εγκαίρως την προδοσίαν του Αστυόχου, ανέμενεν από στιγμής εις στιγμήν επιστολήν του Αλκιβιάδου, καταγγέλλουσαν το πράγμα. Διά να προλάβη δε τούτο, ανεκοίνωσεν ο ίδιος εις το στράτευμα, ότι, κατά πληροφορίας ασφαλείς, τας οποίας έχει, οι εχθροί, ως εκ του ότι η πόλις της Σάμου είναι ατείχιστος και τα πλοία του στόλου δεν αγκυροβολούν όλα εντός του λιμένος, είναι αποφασισμένοι να επιτεθούν κατά του στρατοπέδου, και είναι ανάγκη να οχυρωθή η Σάμος το ταχύτερον και να λάβουν όλας τας αναγκαίας προφυλάξεις. Ως εκ του ότι δ' ήτον αρχηγός του στρατού, είχεν ο ίδιος δικαιοδοσίαν να λάβη τα μέτρα ταύτα. Επομένως, η οχύρωσις ήρχισεν αμέσως μετά δραστηριότητος και ως εκ της αιτίας αυτής, η Σάμος, η οποία εν πάση περιπτώσει θα ωχυρώνετο, ωχυρώθη ταχύτερον. Ολίγον ύστερον έφθασεν η αναμενόμενη επιστολή του Αλκιβιάδου, διά της οποίας ανήγγελλε την κατά του στρατού προδοσίαν του Φρυνίχου και την επικειμένην επίθεσιν του εχθρού. Ο Αλκιβιάδης, εν τούτοις, εθεωρήθη όχι αξιόπιστος, αλλ' ότι, μαθών εκ των προτέρων τα σχέδια των εχθρών, ήθελεν από έχθραν προς τον Φρύνιχον ν' αποδώση εις αυτόν συνενοχήν εις αυτά και ως εκ τούτου, η επιστολή του όχι μόνον δεν έβλαψε τον Φρύνιχον, αλλά τουναντίον εθεωρήθη αυτός αξιοπιστότερος, διότι τα λεχθέντα υπ' αυτού επεβεβαιούντο διά των πληροφοριών του Αλκιβιάδου.

52. Έκτοτε ο Αλκιβιάδης κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν, όπως πείση τον Τισσαφέρνη να ταχθή υπέρ των Αθηναίων. Ούτος, μολονότι φοβούμενος τους Πελοποννησίους, λόγω του ότι είχαν επί τόπου περισσότερον στόλον από τους Αθηναίους, τίποτε άλλο καλλίτερον δεν ήθελε παρά να ημπορέση να πεισθή, ιδίως αφότου αντελήφθη εις την Κνίδον την δυσαρέσκειαν των Λακεδαιμονίων, διά την υπό του Θηριμένους συνομολογηθείσαν συνθήκην. Διότι το επεισόδιον τούτο της Κνίδου είχε λάβει χώραν, πριν μετασταθμεύσουν οι Πελοποννήσιοι εις την Ρόδον, όπου ευρίσκοντο τώρα, και ο έτι προγενέστερος ισχυρισμός του Αλκιβιάδου, ότι η πολιτική των Λακεδαιμονίων αποβλέπει εις την απελευθέρωσιν όλων των Ελληνικών πόλεων, επεβεβαιώθη διά των λόγων του Λίχα, υποστηρίξαντος, ότι δεν είναι ανεκτή η διάταξις των συνθηκών, κατά την οποίαν αναγνωρίζεται η κυριαρχία του Βασιλέως εφ' όλων των χωρών, των οποίων, εις παρελθούσαν ποτέ εποχήν, αυτός ή οι προγονοί του ήσαν κύριοι. Ούτω, λοιπόν, ο Αλκιβιάδης, αγωνιζόμενος υπέρ μεγάλων πραγμάτων, εκολάκευε τον Τισσαφέρνη και εδείκνυε προς αυτόν μεγάλην αφοσίωσιν.

53.
Ο Πείσανδρος ενεργεί εν Αθήναις υπέρ των σχεδίων του Αλκιβιάδου. Απαλλάσσεται της στρατηγίας ο Φρύνιχος
Εν τω μεταξύ, η εκ Σάμου αποσταλείσα υπό τον Πείσανδρον πρεσβεία, ελθούσα εις τας Αθήνας, ωμίλησε προς τον δήμον κεφαλαιωδώς περί των λοιπών, ενδιατρίψασα ιδίως εις το ότι ημπορούν, εάν επαναφέρουν τον Αλκιβιάδην και φέρουν τροποποιήσεις εις το δημοκρατικόν των πολίτευμα, να εξασφαλίσουν και την συμμαχίαν του Βασιλέως και την νίκην κατά των Πελοποννησίων. Και πολλοί όμως άλλοι αντετάσσοντο κατά πάσης μεταβολής του δημοκρατικού πολιτεύματος, και οι εχθροί συγχρόνως του Αλκιβιάδου κατεκραύγαζαν, ότι θα ήτο τερατώδες να επιτύχη την κάθοδόν του διά της ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος, και οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες διεμαρτύροντο και εξώρκιζαν να μη επαναφέρουν άνθρωπον εξορισθέντα διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ο Πείσανδρος, χωρίς να πτοηθή ενώπιον τοιαύτης αντιδράσεως και τόσων ύβρεων, επροχώρησεν εις το μέσον και προσκαλών αλληλοδιαδόχως ένα έκαστον των αντιλεγόντων τον ηρώτα, εάν τώρα πού οι Πελοποννήσιοι και στόλον όχι μικρότερον του ιδικού των έχουν, έτοιμον ανά πάσαν στιγμήν προς επίθεσιν, και συμμάχους περισσοτέρους και χρήματα ελάμβαναν από τον Βασιλέα και τον Τισσαφέρνη, έχουν καμμίαν ελπίδα σωτηρίας διά την πόλιν, εφόσον δεν κατορθώση κανείς να πείση τον Βασιλέα να στραφή με το μέρος των. Και όταν εις την ερώτησιν, η απάντησις ήτον αρνητική, τότε πλέον έλεγε προς αυτούς άνευ περιστροφών «Αυτό λοιπόν δεν ημπορούμεν να το κατορθώσωμεν, παρά μόνον, εάν πολιτευθώμεν σωφρονέστερον και αναθέσωμεν την εξουσίαν εις ολίγους μάλλον, διά να εμπνέωμεν εμπιστοσύνην εις τον Βασιλέα, εάν την προσοχήν μας στρέψωμεν σήμερον ολιγώτερον προς το πολίτευμα και περισσότερον προς την σωτηρίαν του κράτους (διότι αργότερα βέβαια κανείς δεν μας εμποδίζει να μεταβάλωμεν ό,τι τυχόν δεν μας αρέσει) και επαναφέρωμεν τον Αλκιβιάδην, ο οποίος είναι ο μόνος σήμερον άνθρωπος που ημπορεί να το κατορθώση.»

54. Ο λαός, μολονότι εδυσανασχέτει κατ' αρχάς ακούων τα περί ολιγαρχίας, όταν ο Πείσανδρος τους εξήγησεν άνευ περιστροφών ότι δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, ενέδωσε, και εκ φόβου και διότι συγχρόνως ήλπιζεν, ότι το νέον αυτό καθεστώς δεν θα ήτο μακρόβιον. Ως εκ τούτου, εψήφισαν την αποστολήν του Πεισάνδρου, με δέκα άλλους, όπως διαπραγματευθούν με τον Τισσαφέρνη και τον Αλκιβιάδην, όπως αυτοί κρίνουν συμφερώτερον, και επειδή συγχρόνως ο Πείσανδρος διέβαλε τον Φρύνιχον, ο λαός απέλυσεν αυτόν και τον Σκυρωνίδην και διώρισεν εις αντικατάστασίν των τον Διομέδοντα και τον Λέοντα. Τον Φρύνιχον διέβαλεν ο Πείσανδρος, ισχυριζόμενος ότι επρόδωσε την Ίασον και τον Αμόργην, πράγματι όμως, διότι τον εθεώρει αντίθετον εις τας μετά του Αλκιβιάδου διαπραγματεύσεις. Ο Πείσανδρος, ακολούθως, αφού επεσκέφθη όλας τας πολιτικάς λέσχας, όσαι υφίσταντο ήδη από πριν εις την πόλιν, ασχολούμεναι με δίκας και τας εκλογάς, και εσύστησεν εις αυτάς να ενωθούν και προβούν, κατόπιν κοινής αποφάσεως, εις την κατάλυσιν της δημοκρατίας, και έλαβεν όλα τα υπό των περιστάσεων ενδεικνυόμενα μέτρα, διά να μη χάνεται πλέον καιρός, αυτός μετά των άλλων δέκα απεσταλμένων ανεχώρησαν, προς συνάντησιν του Τισσαφέρνους.

55.
Επιτυχής επίθεσις των Αθηναίων κατά των Ροδίων
Ο Λέων, εξ άλλου, και ο Διομέδων, οι οποίοι είχαν ήδη φθάσει, διαρκούντος του αυτού χειμώνος, προς ανάληψιν της διοικήσεως του Αθηναϊκού στόλου, προέβησαν εις επίθεσιν κατά της Ρόδου. Και τον μεν στόλον των Πελοποννησίων ευρήκαν ανειλκυσμένον εις την παραλίαν του λιμένος, ενεργήσαντες όμως απόβασιν και νικήσαντες εις μάχην τους προσδραμόντας προς απόκρουσιν των Ροδίους, επέστρεψαν εις την Χάλκην, την οποίαν, κατά προτίμησιν της Κω, εχρησιμοποίουν του λοιπού ως ορμητήριον των κατά της Ρόδου επιχειρήσεων των, διότι απ' εκεί ημπορούσαν να επιτηρούν καλλίτερα τας κινήσεις του Πελοποννησιακού στόλου.

Εν
Νίκη των Αθηναίων εις την Χίον
τω μεταξύ, ήλθεν εις Ρόδον ο Λάκων Ξενοφαντίδας, τον οποίον έστειλεν ο Πεδάριτος εκ Χίου, διά ν' αναγγείλη, ότι το φρούριον, το όποιον κατεσκεύαζαν οι Αθηναίοι εις το Δελφίνιον, ήτον ήδη εντελώς έτοιμον, και ότι, εάν δεν έλθη ολόκληρος ο στόλος προς βοήθειαν, η Χίος θα χαθή δι' αυτούς. Οι Πελοποννήσιοι απεφάσισαν να έλθουν εις βοήθειαν. Αλλά πριν ακόμη έλθουν, ο Πεδάριτος, τεθείς ο ίδιος επί κεφαλής των μισθοφόρων και ολοκλήρου του Χιακού στρατού, επετέθη κατά του οχυρώματος, το οποίον επροστάτευε το ορμητήριον του Αθηναϊκού στόλου, και καταλαβών μέρος αυτού, έγινε κύριος μερικών πλοίων, τα οποία ήσαν ανειλκυσμένα εις την ξηράν. Αλλ' οι Αθηναίοι αντεπεξήλθαν, και αφού έτρεψαν πρώτον εις φυγήν τους Χίους, ενίκησαν και το υπόλοιπον του στρατού του Πεδαρίτου. Κατά την μάχην εφονεύθη και ο ίδιος ο Πεδάριτος και πολλοί Χίοι και εκυριεύθησαν υπό των Αθηναίων πολλά όπλα.

56.
Αποτυχία των διαπραγματεύσεων των Αθηναίων πρέσβεων με τον Τισσαφέρνη
Κατόπιν της νέας ταύτης αποτυχίας, ο από ξηράς και θαλάσσης αποκλεισμός της Χίου έγινε στενώτερος παρά πριν και η πείνα εντός της πόλεως ήτο μεγάλη. Εν τω μεταξύ, η υπό τον Πείσανδρον Αθηναϊκή πρεσβεία ήλθε προς τον Τισσαφέρνη και ήρχισε διαπραγματευόμενη την συνομολόγησιν συμβάσεως. Ο Αλκιβιάδης, εν τούτοις, ο οποίος δεν ήτο βέβαιος περί της επί του Τισσαφέρνους επιρροής του, καθόσον ο τελευταίος εφοβείτο περισσότερον τους Πελοποννησίους παρά τους Αθηναίους, και ήθελεν ακόμη, σύμφωνα με την συμβουλήν που του είχε δώσει εκείνος, να εξασθενίση και τους δύο, εσοφίσθη να ματαίωση την συμφωνίαν δι' υπερβολικών απαιτήσεων, προβαλλομένων υπό του Τισσαφέρνους. Νομίζω, άλλωστε, ότι το ίδιον επεδίωκε και ο Τισσαφέρνης, αυτός μεν διά τον φόβον των Πελοποννησίων, εκείνος δε διότι έβλεπεν, ότι ούτος δεν είχε καμμίαν διάθεσιν να συνομολόγηση συμφωνίαν και ήθελε να πιστεύσουν οι Αθηναίοι, όχι ότι δεν είχεν αρκετήν επιρροήν επ' αυτού, αλλ' ότι, ενώ ο Τισσαφέρνης είχε πεισθή και ήθελε να συνομολόγηση την συμφωνίαν, αυτοί δεν προέβαιναν εις αρκετάς παραχωρήσεις. Διότι ο Αλκιβιάδης, ομιλών εξ ονόματος του Τισσαφέρνους και παρόντος αυτού, διετύπωσε τοιαύτας υπερβολικάς απαιτήσεις, ώστε, μολονότι οι Αθηναίοι επί πολύ παρεχώρουν οτιδήποτε τους εζήτει, αυτούς εν τούτοις έπρεπε να βαρύνη η ευθύνη της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Διότι, αφού εζήτησε την παραχώρησιν ολοκλήρου της Ιωνίας εις τον Βασιλέα, έπειτα εζήτησε και τας παρακείμενος νήσους και άλλα ακόμη. Αλλ' ενώ οι Αθηναίοι δεν ηρνούντο να δεχθούν όλα ταύτα, τέλος, κατά την τρίτην πλέον συνεδρίασιν, φοβηθείς μήπως γίνη κατάφωρος η έλλειψις επιρροής του επί του Τισσαφέρνους, απήτησε ν' αναγνωρισθή εις τον Βασιλέα το δικαίωμα να κατασκευάση πολεμικά πλοία και πλέη εντός των Αθηναϊκών χωρικών υδάτων, όπου ήθελε και με όσα σκάφη ήθελε. Τότε πλέον οι Αθηναίοι, θεωρήσαντες, ότι τους ζητούνται εντελώς αδύνατα πράγματα, και ότι ο Αλκιβιάδης τους είχεν εξαπατήσει, ανεχώρησαν εξωργισμένοι, επιστρέφοντες εις την Σάμον.

57.
Τρίτη συμμαχία των Λακεδαιμονίων και του Βασιλέως των Περσών
Κατά την διάρκειαν του αυτού χειμώνος, και ευθύς μετά την ματαίωσιν των διαπραγματεύσεων προς τους Αθηναίους, κατήλθεν ο Τισσαφέρνης εις την Καύνον, θέλων να επαναφέρη τους Πελοποννησίους εις την Μίλητον, και αφού συνάψη υπό τους καλλιτέρους δυνατούς όρους νέαν πάλιν προς αυτούς συνθήκην, να παρέχη εις αυτούς τα αναγκαία διά την συντήρησιν του στόλου των χρήματα, και μη περιέλθη εις ολοσχερή προς αυτούς ρήξιν. Διότι εφοβείτο μήπως, στερούμενοι τυχόν των αναγκαίων διά την συντήρησιν μεγάλου στόλου μέσων, ή εξαναγκασθούν να ναυμαχήσουν προς τους Αθηναίους και ηττηθούν, ή λιποτακτήσουν τα πληρώματα και ούτως οι Αθηναίοι επιτύχουν τους σκοπούς των, χωρίς την βοήθειαν του. Αλλά προ πάντων εφοβείτο μήπως, προς αναζήτησιν τροφής, προβούν εις διαρπαγάς επί της Μικρασιατικής ακτής. Λαμβάνων λοιπόν υπ' όψιν του πάντα ταύτα και συνεπής προς την προνοητικήν πολιτικήν του, όπως διατηρή την ισορροπίαν των αντιμαχομένων Ελληνικών δυνάμεων, προσεκάλεσε τους Πελοποννησίους, τους έδωσε χρήματα διά την συντήρησιν του στόλου των και συνωμολόγησε την επομένην τρίτην προς αυτούς συνθήκην.

58. «Κατά το δέκατον τρίτον έτος της βασιλείας του Δαρείου, εφόρου όντος εις την Λακεδαίμονα του Αλεξιππίδα, συνωμολογήθη εις την πεδιάδα του Μαιάνδρου συνθήκη μεταξύ των Πελοποννησίων και των συμμάχων αφ' ενός, και του Τισσαφέρνους, του Ιεραμένους και των υιών του Φαρνάκου, εξ άλλου, αφορώσα τα συμφέροντα του Βασιλέως και των Λακεδαιμονίων ως και των συμμάχων των.

«Αι κτήσεις του Βασιλέως, αι κείμεναι επί της Ασίας, εξακολουθούν ανήκουσαι εις αυτόν και ο Βασιλεύς δικαιούται, προκειμένου περί των κτήσεων του, να λαμβάνη οιαδήποτε μέτρα θέλει.

«Απαγορεύεται εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των επιδρομή, προς τον σκοπόν οιασδήποτε βλάβης, εναντίον των κτήσεων του Βασιλέως, ως επίσης απαγορεύεται εις τον Βασιλέα οιαδήποτε επιδρομή, επί σκοπώ βλάβης, εναντίον των κτήσεων των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων των.

«Εάν κανείς εκ των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων των έλθη, επί σκοπώ βλάβης, εναντίον των κτήσεων του Βασιλέως, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των οφείλουν να τον εμποδίζουν. Και εάν κανείς έρχεται εκ της επικρατείας του Βασιλέως, προς τον σκοπόν βλάβης, κατά των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων των, ο Βασιλεύς οφείλει να τον εμποδίζη.

«Ο Τισσαφέρνης υποχρεούται να παρέχη, συμφώνως με τα ήδη συμπεφωνημένα, τα αναγκαία χρήματα διά την συντήρησιν της σημερινής δυνάμεως του Πελοποννησιακού στόλου, έως ότου έλθη ο στόλος του Βασιλέως. Μετά την άφιξιν του στόλου του Βασιλέως, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των δικαιούνται, εάν θέλουν, να συντηρούν τον στόλον εξ ιδίων, αλλ' αν θέλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία διά την συντήρησιν αυτού χρήματα από τον Τισσαφέρνη, ούτος υποχρεούται να παρέχη αυτά. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θ' αποδώσουν κατά το τέλος του πολέμου τα ποσά, τα οποία θα έχουν λάβει.

«Μετά την άφιξιν του στόλου του Βασιλέως, ο στόλος των Λακεδαιμονίων και ο στόλος των συμμάχων των και ο στόλος του Βασιλέως θα διεξάγουν από κοινού τας πολεμικάς εχθροπραξίας, σύμφωνα με το σχέδιον, περί του οποίου θα μείνουν σύμφωνοι ο Τισσαφέρνης, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των. Και εάν πρόκειται να συνομολογηθή ειρήνη προς τους Αθηναίους, η ειρήνη θα συνομολογηθή κατά τον αυτόν επίσης τρόπον.»

59. Τοιούτον ήτο το περιεχόμενον της συνομολογηθείσης συνθήκης, κατόπιν της οποίας ο Τισσαφέρνης ήρχισεν ετοιμαζόμενος, όπως, κατά τα συμφωνηθέντα, φέρη τον Φοινικικόν στόλον και εκτελέση όσα άλλα υπεσχέθη. Ήθελε τουλάχιστον ν' αποδείξη, ότι ετοιμάζεται να τα εκτελέση.

60.
Οι Βοιωτοί καταλαμβάνουν τον Ωρωπόν
Περί το τέλος ήδη του χειμώνος, οι Βοιωτοί κατέλαβαν διά προδοσίας τον Ωρωπόν, ο οποίος κατείχετο υπό Αθηναϊκής φρουράς. Τους Βοιωτούς εβοήθησαν μερικοί Ερετριείς και μερικοί ακόμη εκ των κατοίκων αυτού του Ωρωπού, επιδιώκοντες την επανάστασιν της Ευβοίας. Διότι η θέσις αύτη, κειμένη απέναντι της Ερετρίας, εφόσον κατείχετο υπό των Αθηναίων, απετέλει διαρκή κίνδυνον κατά της ασφαλείας αυτής και της λοιπής Ευβοίας. Έχοντες ήδη εις την κατοχήν των τον Ωρωπόν, ήλθαν οι Ερετριείς εις την Ρόδον, προσκαλούντες τους Πελοποννησίους εις την Εύβοιαν. Αλλ' ούτοι επροθυμοποιούντο μάλλον να έλθουν εις βοήθειαν της δεινώς δοκιμαζόμενης Χίου, και εκπλεύσαντες εκ της Ρόδου με όλον τον στόλον, διηυθύνοντο προς τα εκεί. Όταν ευρίσκοντο πλησίον του Τριοπίου, διέκριναν εις το πέλαγος τον Αθηναϊκόν στόλον, προερχόμενον εκ Χάλκης. Και χωρίς να επιτεθούν οι μεν κατά των δε, διηυθύνθησαν οι μεν Αθηναίοι εις την Σάμον, οι δε Πελοποννήσιοι εις την Μίλητον, αναγνωρίσαντες οι τελευταίοι, ότι δεν ήτο δυνατόν να δοθή βοήθεια εις την Χίον, χωρίς να συναφθή ναυμαχία. Εν τω μεταξύ, ετελείωσεν ο χειμών και συγχρόνως το εικοστόν έτος του πολέμου τούτου, του οποίου την ιστορίαν συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

 

[Προηγούμενα] [Συνέχεια βιβλίου]