Σύγκλησις της εκκλησίας του δήμου Αθηναίων
Συγκαλέσαντες οι Αθηναίοι συνέλευσιν του λαού, επροσκάλεσαν τους θέλοντας να εκθέσουν τας γνώμας των, και απεφασίσθη να συζητηθή και κριθή το όλον ζήτημα και δοθή τελειωτική απάντησις. Και άλλοι πολλοί επροχώρησαν εις το βήμα και ωμίλησαν, τασσόμενοι υπέρ της μιας ή της άλλης γνώμης, άλλοι υπέρ του πολέμου και άλλοι υποστηρίζοντες ότι το Ψήφισμα πρέπει να μην αποβή εμπόδιον εις την διατήρησιν της ειρήνης, αλλά ν' ανακληθή. Και ο Περικλής, ο υιός του Ξανθίππου, πρώτος μεταξύ των Αθηναίων της εποχής του, μεγάλος συγχρόνως ρήτωρ και πολιτικός, προχωρήσας εις το βήμα, εσυμβούλευσε τα εξής:

140.
Λόγος του Περικλέους
"Συμπολίται, εξακολουθώ πάντοτε να έχω την ιδίαν γνώμην ότι δεν πρέπει να υποχωρήσωμεν απέναντι των Πελοποννησίων, μολονότι γνωρίζω ότι οι άνθρωποι δεν εμπνέονται κατά την διεξαγωγήν του πολέμου από την ιδίαν ζέσιν, με την οποίαν πείθονται τελικώς να τον αναλάβουν, αλλά μεταβάλλουν γνώμας αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων. Βλέπω, άλλωστε, ότι και σήμερον πρέπει να συμβουλεύσω όμοια εντελώς, όπως και εις το παρελθόν, και έχω την δικαίαν αξίωσιν όπως όσοι από σας πεισθήτε εις τους λόγους μου υποστηρίξετε τας κοινάς αποφάσεις, και αν τυχόν ακόμη πρόκειται να εκτεθώμεν εις μερικάς αποτυχίας, ειδεμή, εν περιπτώσει επιτυχίας, να μην αντιποιήσθε μέρος της τιμής διά την επιδειχθείσαν προνοητικότητα. Διότι είναι ενδεχόμενον η εξέλιξις των γεγονότων να προχωρήση κατά τρόπον εξ ίσου ανυπολόγιστον, όσον και τα ανθρώπινα σχέδια. Διά τούτο, άλλωστε, συνηθίζομεν να μεμφώμεθα την τύχην δι' όσα συμβούν αντιθέτως προς τους υπολογισμούς μας. "Οι Λακεδαιμόνιοι, λοιπόν, και πριν ήτο φανερόν ότι μας επεβουλεύοντο, και τώρα περισσότερον παρά πριν. Διότι, ενώ η Τριακονταετής συνθήκη ορίζει ότι αι αμοιβαίαι διαφοραί πρέπει να υποβάλλωνται εις διαιτησίαν, διατηρουμένου, εν τω μεταξύ, του εδαφικού καθεστώτος, ούτε αυτοί εζήτησαν ποτε διαιτησίαν, ούτε προτεινομένην από σας την δέχονται, αλλά θέλουν να επιδιώξουν την επανόρθωσιν των αιτιάσεών των διά πολέμου μάλλον παρά διά συζητήσεως, παρίστανται δε ήδη επιτάσσοντες, και όχι πλέον διατυπώνοντες αιτιάσεις. Διότι απαιτούν και την πολιορκείαν της Ποτειδαίας να λύσωμεν και την ελευθερίαν της Αιγίνης ν' αποκαταστήσωμεν και το περί Μεγαρέων Ψήφισμα ν' ανακαλέσωμεν. Αυτοί μάλιστα, που ήλθαν τελευταίοι, διακηρύττουν φανερά ότι πρέπει ν' αποδώσωμεν εις τους Έλληνας την ανεξαρτησίαν των. Κανείς όμως από σας ας μη νομίση ότι ο πόλεμος θα γίνη δι' ασήμαντον αφορμήν, εάν ηθέλαμεν αρνηθή ν' ανακαλέσωμεν το περί Μεγαρέων Ψήφισμα, εις το οποίον φαίνονται ότι αποδίδουν τόσην σπουδαιότητα, ώστε ισχυρίζονται ότι αν αυτό ανακληθή, ο πόλεμος θ' αποσοβηθή. Ούτε πρέπει ν' αφίσετε υφισταμένην εις την συνείδησίν σας την μομφήν ότι επολεμήσατε δι' ασήμαντον αιτίαν, διότι το ασήμαντον αυτό αποτελεί την λυδίαν λίθον, προς εξακρίβωσιν και δοκιμασίαν των προθέσεών σας. Καθόσον, εάν υποχωρήσετε απέναντι των, θα ευρεθήτε ενώπιον νέας και επαχθεστέρας απαιτήσεως, διότι θα νομίσουν ότι και εις τούτο θα υποκύψετε ένεκα φόβου. Ενώ, εάν αρνηθήτε αποφασιστικώς, θα τους δώσετε να εννοήσουν καθαρά ότι οφείλουν να συμπεριφέρονται απέναντι σας ως ίσοι προς ίσους μάλλον.

141. "Αποφασίσατε λοιπόν αμέσως, ή να υποκύψετε πριν υποστώμεν καμμίαν ζημίαν εκ του πολέμου, ή, εάν πρόκειται να πολεμήσωμεν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω προτιμότερον να μη υποχωρήσωμεν, αδιάφορον αν πρόκειται περί μεγάλης ή μικράς αιτίας, ούτε να διατηρήσωμεν ό,τι μας ανήκει, υπό το κράτος του φόβου. Διότι και η μεγαλυτέρα και η μικροτέρα απαίτησις, η οποία στηρίζεται εις αξιούμενα δικαιώματα, όταν, αντί να επιδιωχθή διά της δικαστικής οδού, επιβάλλεται εις άλλους αναγκαστικώς εκ μέρους ομοίων των, σημαίνει υποδούλωσιν του ιδίου βαθμού. "Ό,τι, άλλωστε, αφορά τους πολεμικούς πόρους αμφοτέρων, οφείλετε να μάθετε, ακούοντες τας επομένας λεπτομερείας, ότι οι ιδικοί μας δεν είναι ασθενέστεροι. Οι Πελοποννήσιοι, τωόντι, καλλιεργούν την γην με τα χέρια των, και ούτε δημόσιον πλούτον έχουν, ούτε ιδιωτικόν. Εκτός τούτου, είναι άπειροι μακρών και υπερθαλασσίων πολέμων, λόγω του ότι ένεκα πενίας διεξάγουν τοιούτους βραχείς μόνον διαρκείας, οι μεν εναντίον των δε. Αλλ' άνθρωποι τόσον πτωχοί ούτε στόλον δύνανται να εξοπλίζουν ούτε πεζόν στρατόν να στέλλουν συχνά εκτός των ορίων της χώρας των, διότι και από τα κτήματά των θ' απουσίαζαν, και εκ των ιδίων θα εξώδευαν, και προς τούτοις θ' απεκλείοντο από την χρήσιν της θαλάσσης. Οι πόλεμοι, άλλωστε, συντηρούνται από τους συσσωρευμένους πολεμικούς θησαυρούς μάλλον, παρά από εκτάκτους αναγκαστικάς εισφοράς. Ενώ, εξ άλλου, οι εργαζόμενοι την γην με τα χέρια των προθυμότερον εκθέτουν εις τον πόλεμον το σώμα των, παρά την περιουσίαν των, καθόσον εκείνο μεν πιστεύουν ότι ημπορεί να περισωθή εκ των κινδύνων, δι' αυτήν όμως καμμίαν βεβαιότητα δεν έχουν, ότι δεν θα καταναλωθή προ του τέλους του πολέμου, ιδίως αν ούτος παραταθή παρά τους υπολογισμούς των, όπως ημπορεί κάλλιστα να συμβή. Διότι εις μίαν μόνην μάχην οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των είναι ικανοί ν' αντισταθούν εναντίον όλων των Ελλήνων, αλλ' είναι ανίκανοι να διεξαγάγουν πόλεμον εναντίον αντιπάλου, ο οποίος έχει, όπως ημείς, διάφορον οργάνωσιν, εφόσον ούτε κοινήν βουλήν έχουν, ούτε προβαίνουν ταχέως εις τα μέτρα που επιβάλλονται από απροόπτους περιστάσεις, και επειδή όλοι έχουν ίσην ψήφον, χωρίς καν να είναι ομόφυλοι, ο καθείς επιδιώκει την προαγωγήν του ιδικού του συμφέροντος. Ως εκ τούτου, τίποτε συνήθως δεν ημπορεί να αχθή εις αίσιον πέρας. Διότι άλλοι μεν ενδιαφέρονται να εκδικηθούν όσον ημπορούν περισσότερον ιδιαίτερον εχθρόν, άλλοι δε να υποστούν όσον το δυνατόν μικροτέρας ζημίας. Επειδή άλλωστε συνέρχονται κατά μακρά διαλείμματα, ολίγον μόνον χρόνον διαθέτουν διά την εξέτασιν των κοινών, αλλά τον πλείστον καταναλίσκουν εις εξυπηρέτησιν των ιδιαιτέρων των συμφερόντων. Και νομίζει κανείς ότι καμμία βλάβη δεν θα επέλθη εις το κοινόν συμφέρον από την ιδικήν του αμέλειαν, αλλ' ότι την αμέλειάν του μέλλει ν' αναπληρώση η πρόνοια κανενός άλλου, και έτσι η ιδέα αυτή, την οποίαν πρεσβεύουν όλοι ιδιαιτέρως, γίνεται η αφανής αιτία της καταστροφής όλων.

142. "Αλλά κυριώτατον εμπόδιον δι' αυτούς θα είναι η σπάνις των χρημάτων, εφόσον βραδέως ποριζόμενοι αυτά κατ' ανάγκην θα χρονοτριβούν, ενώ αι ευκαιρίαι του πολέμου κανένα, δεν περιμένουν. Ούτε άλλωστε η κατασκευή οχυρώσεων υπ' αυτών επί του εδάφους μας, ούτε το ναυτικόν των, αξίζουν να μας εμπνεύσουν φόβον. Διότι, ως προς μεν το πρώτον, δύσκολον θα ήτο δι' αυτούς, και εν καιρώ ειρήνης, να κατασκευάσουν ωχυρωμένην πόλιν ισόπαλον προς τας Αθήνας, και ακόμη ολιγώτερον επί χώρας εχθρικής, προ πάντων εάν και ημείς, προς αντεκδίκησιν, εχωμιν τότε ανεγείρει επί του εδάφους μας ομοίας οχυρώσεις. Αλλ' εάν κατασκευάσουν φρούριον απλώς επί του εδάφους μας, θα ημπορούν μεν να φθείρουν μέρος της γης μας δι' επιδρομών και αυτομολιών των δούλων μας. Το τοιούτον, εν τούτοις, δεν θα ημπορέση να μας εμποδίση από του να πλεύσωμεν εις την χώραν των και ανεγείρωμεν εκεί οχυρώσεις, ούτε να προβαίνωμεν εις αντίποινα διά του στόλου μας, εις τον οποίον έγκειται η δύναμίς μας. Διότι μεγαλυτέραν εμπειρίαν έχομεν ημείς του κατά ξηράν πολέμου εκ της εμπειρίας μας περί τα ναυτικά, παρά εκείνοι των ναυτικών εκ της εμπειρίας των κατά ξηράν. Ούτε θα κατορθώσουν αυτοί ευκόλως ν' αποκτήσουν την ναυτικήν εμπειρίαν, αφού ούτε σεις ετελειοποιήθητε ακόμη, μολονότι ηρχίσατε ασκούμενοι εις τα ναυτικά ευθύς μετά τους Περσικούς πολέμους. Πώς λοιπόν ανδρες γεωργοί και όχι ναυτικοί θα ημπορέσουν να κατορθώσουν τίποτε άξιον λόγου, αφού μάλιστα, πλεονεκτούντες εις πλοία, και διηνεκώς επιτιθέμενοι δι' αυτών, ούτε θα τους επιτρέψωμεν ν' ασκηθούν; Διότι, εάν τα ενεργούντα τον αποκλεισμόν πλοία ήσαν ολίγα, ίσως θ' απεφάσιζαν να διακινδυνεύσουν, θρασύνοντες την αμάθειάν των με το πλήθος των ιδίων των πλοίων. Αλλ' εφόσον θα αποκλείωνται από ισχυρόν στόλον, θα μένουν αδρανείς, και η έλλειψις ασκήσεως θα τους καταστήση ανεπιτηδειοτέρους, και δι' αυτό και ατολμότερους. Διότι η ναυτική εμπειρία είναι κατ' εξοχήν ζήτημα τέχνης και η εις αυτήν άσκησις δεν επιτρέπεται να γίνεται συγχρόνως και όπως τύχη. Τουναντίον, ο ασκούμενος εις τα ναυτικά δεν πρέπει ν' απασχολήται από καμμιάν αλλην πάρεργον ενασχόλησιν.

143. "Άλλωστε, και αν ακόμη υποθέσωμεν ότι θέτοντες χείρα εις μέρος των χρημάτων, των αποθησαυρισμένων εις την Ολυμπίαν ή τους Δελφούς, προσπαθήσουν να προσελκύσουν προς το μέρος των τους ξένους ναύτας μας, το πράγμα θα ήτο δεινόν μόνον, εάν ημείς οι ίδιοι με τους μετοίκους, επιβιβαζόμενοι επί των πλοίων, δεν είμεθα ισόπαλοι με αυτούς. Ευτυχώς όμως και ισόπαλοι είμεθα και, το σπουδαιότερον, έχομεν πολίτας Αθηναίους ως πηδαλιούχους, και διά τας λοιπάς τεχνικάς υπηρεσίας έχομεν προσωπικόν περισσότερον και ικανώτερον παρά όλη η άλλη Ελλάς. Και κανείς από τους ξένους δεν θ' απεφάσιζε, χάριν μεγαλυτέρου μισθού ολίγων ημερών, ν' αντιμετώπιση τον κίνδυνον, όχι μόνον από την πατρίδα του να εξορισθή, αλλά και να διεξαγάγη με μικροτέρας ελπίδας νίκης κοινόν με εκείνους αγώνα. Και τα μεν των Πελοποννησίων πράγματα τοιαύτα περίπου φαίνονται εις εμέ τουλάχιστον ότι είναι. Νομίζω αντιθέτως ότι τα ιδικά μας και από τα μειονεκτήματα, διά τα οποία εμέμφθην εκείνους, είναι απηλλαγμένα, και άλλα πλεονεκτήματα, ανώτερα των ιδικών των, παρουσιάζουν. Εάν επομένως εκείνοι εισβάλουν εις το έδαφός μας διά ξηράς, ημείς θα πλεύσωμεν εναντίον του ιδικού των, και η δενδροτομία μέρους μόνον της Πελοποννήσου θα είναι κάτι εντελώς διάφορον από την δενδροτομίαν της όλης Αττικής. Διότι εκείνοι μεν δεν θα ημπορούν να αναπληρώσουν την έλλειψιν διά της καταλήψεως άλλου εδάφους, ειμή κατόπιν μάχης, ενώ ημείς έχομεν άφθονον γην και επί των νήσων και επί της στερεάς. Διότι η κυριαρχία της θαλάσσης αποτελεί πραγματικώς μέγα κεφάλαιον. Σκεφθήτε, τωόντι, εάν είμεθα νησιώται, ποίοι θα ήσαν πλέον απρόσβλητοι από ημάς; Και τώρα, εν τούτοις, συμμορφώνοντες τας αποφάσεις μας όσον το δυνατόν περισσότερον προς το ιδεώδες αυτό, οφείλομεν να εγκαταλείψωμεν την ύπαιθρον χώραν και τας επ' αυτής κατοικίας και να στρέψωμεν όλην την προσοχήν μας εις την υπεράσπισιν της πόλεως και την επί της θαλάσσης επικράτησιν. Ούτε πρέπει, παρασυρόμενοι από την αγανάκτησιν κατά των Πελοποννησίων διά την καταστροφήν των ιδιοκτησιών μας, να συνάψωμεν αποφασιστικήν προς αυτούς μάχην, ενώ είναι πολύ περισσότεροι. Διότι, αν μεν νικήσωμεν, θα έχωμεν πάλιν να αγωνισθώμεν με όχι ολιγωτέρους απ' αυτούς, εάν όμως νικηθώμεν, θα χάσωμεν επί πλέον και τους συμμαχικούς πόρους, οι οποίοι αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας, καθόσον οι σύμμαχοι δεν θα μείνουν βέβαια ήσυχοι, εάν δεν είμεθα πλέον εις θέσιν να τους επιβληθώμεν στρατιωτικώς. Ούτε πρέπει να ολοφυρώμεθα διά την απώλειαν οικιών και γης, αλλά διά την απώλειαν ανδρών, διότι ούτοι δύνανται ν' ανακτήσουν εκείνα, εκείνα όμως δεν ημπορούν ν' αναπληρώσουν τους απολεσθέντας ανδρας. Και αν επίστευα ότι θα με ηκούατε, θα συνίστων, όπως οι ίδιοι μεταβήτε και καταστρέψητε αυτά, και δείξετε προς τους Λακεδαιμονίους, ότι δεν θα υποκύψετε χάριν τοιούτων πραγμάτων.

144. "Έχω, άλλωστε, και πολλούς άλλους λόγους να πιστεύω ότι θα νικήσωμεν, εάν θελήσετε να μην επιδιώξετε συγχρόνως με την διεξαγωγήν του πολέμου και επέκτασιν της κυριαρχίας σας καί να μην αναλάβετε κινδύνους περιττούς. Διότι περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας. Αλλά περί του ζητήματος τούτου θα ομιλήσω και πάλιν βραδύτερον, όταν ο πόλεμος θα έχη αρχίσει ήδη. Επί τoυ παρόντος, ας στείλωμεν τους πρέσβεις οπίσω, αφού δώσωμεν ως απάντησιν, ότι εις μεν τους Μεγαρείς θα επιτρέψωμεν την χρήσιν της αγοράς και των λιμένων, εάν και οι Λακεδαιμόνιοι παύσουν τας εναντίον μας και εναντίον των συμμάχων μας ξενηλασίας- καθόσον ούτε το εν απαγορεύεται από την Τριακονταετή συνθήκην, ούτε το άλλο-ότι των πόλεων την ανεξαρτησίαν θ' αποκαταστήσωμεν, εφόσον ήσαν ανεξάρτητοι κατά την σύναψιν της συνθήκης, και όταν και εκείνοι επιτρέψουν εις τας πόλεις της ομοσπονδίας ν' ασκούν την ανεξαρτησίαν των κατά τρόπον σύμφωνον όχι προς το συμφέρον των Λακεδαιμονίων, αλλά προς τους πόθους εκάστης από αυτάς, και τέλος ότι δεχόμεθα να υποβληθώμεν εις διαιτησίαν, σύμφωνα με τας συνθήκας, και δεν θα κάμωμεν έναρξιν του πολέμου, αλλά θα υπερασπίσωμεν εαυτούς, εάν πρώτοι μας επιτεθούν. Διότι τοιαύτη απάντησις και δικαία είναι και αρμόζουσα συγχρόνως εις την αξιοπρέπειαν της πόλεως. Πρέπει άλλωστε να γνωρίζωμεν ότι ο πόλεμος κατέστη αναπόφευκτος και ότι όσον περισσότερον πρόθυμοι δειχθώμεν προς ανάληψίν του, με τόσον ολιγωτέραν αποφασιστικότητα θα επιτεθούν εναντίον μας οι αντίπαλοι, και ακόμη ότι τους μεγίστους κινδύνους μέγιστοι ακολουθούν τιμαί και διά πόλιν και δι' ιδιώτην. Οι πατέρες μας, τουλάχιστον, αντιμετώπισαν επιτυχώς τους Πέρσας, χωρίς καν να έχουν τους μεγάλους πόρους, τους οποίους ημείς διαθέτομεν, αλλ' αφού, και τα ολίγα υπάρχοντα των εγκατέλειψαν, και με περισσοτέραν σύνεσιν παρά τύχην, και με μεγαλυτέραν τόλμην παρά δύναμιν, όχι μόνον τον βάρβαρον απέκρουσαν, αλλά και εις τοιαύτην προήγαγαν ακμήν την δύναμίν μας. Των πατέρων μας αυτών οφείλομεν να μη δειχθώμεν κατώτεροι, αλλά και τους εχθρούς ν' αποκρούσωμεν πάση δυνάμει, και την κληρονομίαν εκείνων να προσπαθήσωμεν να παραδώσωμε εις τους απογόνους μας όχι ηλαττωμένην".

145.
Απόρριψις των προτάσεων της Σπάρτης
Μετά τους λόγους τούτους του Περικλέους, οι Αθηναίοι, θεωρήσαντες ότι εσυμβούλευε τα άριστα, εψήφισαν όσα συνέστησε, και σύμφωνα με την γνώμην του, απεκρίθησαν εις τους Λακεδαιμονίους και εις τα καθέκαστα, όπως εκείνος διεσαφήνισε, και γενικώς ότι τίποτε δεν θα κάμουν διατασσόμενοι, αλλ' ότι είναι πρόθυμοι να επιδιώξουν την άρσιν των αιτιάσεων, σύμφωνα με την συνθήκην, επί τη βάσει της ισοτιμίας και των δύο μερών. Ως εκ τούτου, οι πρέσβεις επέστρεψαν οίκαδε, και οι Λακεδαιμόνιοι δεν έστειλαν πλέον άλλην πρεσβείαν. 146. Αυταί υπήρξαν αι προ του πολέμου αιτιάσεις και διαφοραί αμφοτέρων, αι οποίαι ήρχισαν ευθύς μετά τα γεγονότα της Επιδάμνου και της Κερκύρας. Μολαταύτα, εξηκολούθουν, εν τω μεταξύ, να επικοινωνούν και να μεταβαίνουν οι μεν εις την χώραν των δε, χωρίς κήρυκα αληθώς, αλλ' όχι και χωρίς υποψίαν. Διότι η κατάστασις απετέλει διάρρηξιν των συνθηκών και ημπορούσε να δώση αφορμήν εις πόλεμον.

 

[Προηγούμενο] [Βιβλίο Β']