Ανάδειξις των Αθηνών εις μεγάλην δύναμην (479-432πΧ) (89-118)

89.
Οχύρωσις των Αθηνών παρά την αντίδρασιν της Σπάρτης
Έρχομαι τώρα να εκθέσω τον τρόπον, κατά τον οποίον οι Αθηναίοι ανήλθαν εις την περιωπήν μεγάλης Δυνάμεως. Αφού οι Πέρσαι, νικηθέντες κατά θάλασσαν και κατά ξηράν από τους Έλληνας, απεσύρθησαν από την Ευρώπην, και όσοι απ' αυτούς κατέφυγαν με τον στόλον των εις την Μυκάλην κατεστράφησαν εκεί, ο Λεωτυχίδης, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, ο οποίος ήτο αρχηγός των Ελλήνων εις την Μυκάλην, επέστρεψεν εις τα ίδια με τους Πελοποννησίους συμμάχους. Οι Αθηναίοι, όμως, και όσοι από την Ιωνίαν και τον Ελλήσποντον είχαν ήδη αποσκιρτήσει από τον βασιλέα και είχαν συμμαχήσει με αυτούς, επιμείναντες ήρχισαν να πολιορκούν την Σηστόν, την οποίαν κατείχαν οι Πέρσαι, και διαχειμάσαντες την εκυρίευσαν, εγκαταλειφθείσαν από τους βαρβάρους. Και μετά τούτο απέπλευσαν από τον Ελλήσποντον, έκαστος εις τα ίδια. Οι δε Αθηναίοι, ευθύς μετά την εκκένωσιν της χώρας των από τους βαρβάρους. ήρχισαν να επαναφέρουν οπίσω τα τέκνα και τας γυναίκας και τα περισωθέντα κινητά των πράγματα, από εκεί όπου τα είχαν τοποθετήσει χάριν ασφαλείας, και ητοιμάζοντο διά την ανοικοδόμησιν της πόλεως και των τειχών της. Διότι και από τον περίβολον του τείχους μικρά μόνον τμήματα έμειναν όρθια και αι περισσότεροι οικίαι είχαν ερειπωθή, ολίγαι δε μόνον περιεσώθησαν, εις τας οποίας είχαν καταλύσει οι επιφανέστεροι των Περσών.

90. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, προβλέποντες το μέλλον, απέστειλαν εσπευσμένως πρεσβείαν, εν μέρει μεν διότι και οι ίδιοι θα επροτιμούσαν ούτε οι Αθηναίοι, ούτε καμμία άλλη πόλις να έχη τείχη, προ πάντων, όμως, διότι οι σύμμαχοι τους παρώτρυναν προς τούτο, διότι εφοβούντο και το μέγεθος του στόλου των Αθηναίων, ο οποίος πριν ήτο μικρός, και την τόλμην, την οποίαν επέδειξαν κατά τον Περσικόν πόλεμον. Ηξίωσαν, ως εκ τούτου, οι πρέσβεις των να μη ανεγείρουν το τείχος, αλλά τουναντίον να συνεργασθούν μαζί των διά να κατεδαφίσουν τα τείχη και των άλλων εκτός της Πελοποννήσου πόλεων, όσαι είχαν ήδη τοιαύτα,χωρίς να φανερώσουν καθόλου προς τους Αθηναίους τους αληθείς σκοπούς των αλλ' υποστηρίζοντες ότι κατ' αυτόν τον τρόπον, εάν ο βάρβαρος ήθελε προβή εις νέαν επιδρομήν, δεν θα είχεν ωχυρωμένον μέρος, το οποίον να χρησιμοποιήση ως ορμητήριον, όπως κατά τον τελευταίον πόλεμον τας Θήβας. Η Πελοπόννησος, υπεστήριζαν, επήρκει δι' όλους και ως καταφύγιον και ως ορμητήριον. Οι Αθηναίοι, κατά πρότασιν του Θεμιστοκλέους, αφού ήκουσαν τους Λακεδαιμονίους, απήντησαν ότι θα στείλουν εις αυτούς πρέσβεις, όπως συζητήσουν το ζήτημα, και έτσι απηλλάγησαν από την παρουσίαν των. Ο Θεμιστοκλής μετά τούτο συνέστησε να τον αποστείλουν άνευ αναβολής εις την Λακεδαίμονα και να εκλέξουν εκτός απ' αυτόν και άλλους πρέσβεις, τους οποίους όμως να μη στείλουν αμέσως, αλλά να επιβραδύνουν την αποστολήν των, έως ότου ανεγείρουν το τείχος μέχρι του ύψους που είναι απολύτως αναγκαίον διά να μάχεται κανείς απ' αυτό εκ του ασφαλούς. Συγχρόνως συνέστησε να επιδοτούν όλοι ανεξαιρέτως οι ευρισκόμενοι εις την πόλιν, και άνδρες και γυναίκες και παιδία, χωρίς να φείδονται χάριν της κατασκευής του τείχους ούτε ιδιωτικά, ούτε δημόσια κτίρια, αλλά κατεδαφίζοντες όλα όσα ημπορούν να χρησιμεύσουν διά το έργον των. Ο Θεμιστοκλής, αφού έδωσε τας οδηγίας αυτάς και εδήλωσεν ότι δι' όλα τα άλλα αυτός ο ίδιος θα φροντίση, ανεχώρησεν. Όταν έφθασεν, εν τούτοις, εις την Λακεδαίμονα, δεν παρουσιάζετο προς τους άρχοντας, αλλ' εχρονοτρίβει υπό διαφόρους προφάσεις, και όταν κανείς από τους εν τέλει ήθελε τον ερωτήσει, διά ποίον λόγον δεν παρουσιάζεται εις την κυβέρνησιν, έλεγεν ότι περιμένει τους συμπρέσβεις, οι οποίοι καθυστέρησαν ένεκα μερικών ασχολιών, αλλ' ότι επερίμενεν ότι θα φθάσουν όσον ούπω, και ηπόρει μάλιστα πως δεν έφθασαν ακόμη.

91. Ένεκα της προς τον Θεμιστοκλή φιλίας, οι Λακεδαιμόνιοι άρχοντες ήσαν διατεθειμένοι να πιστεύουν τους λόγους του αυτούς. Επειδή όμως όλοι οι άλλοι ταξειδιώται που έφταναν εβεβαίωναν ωρισμένως όχι μόνον ότι το τείχος εκτίζετο, αλλ' ότι είχεν ήδη φτάσει και εις αρκετόν ύψος, δεν είχαν κανένα λόγον ν' αμφιβάλλουν περί τούτου. Και επειδή ο Θεμιστοκλής εννόησε τούτο, τους συνέστησε να μη παρασύρονται από πληροφορίας του ενός και του άλλου, αλλά να στείλουν μάλλον επιτροπήν από τίμιους συμπολίτας των, οι οποίοι ν' αναφέρουν πιστώς το αποτέλεσμα της αυτοπρόσωπου εξετάσεως των. Έστειλαν τωόντι τοιαυτήν επιτροπήν, αλλα και ο Θεμιστοκλής εστειλε κρυφίως αγγελιαφόρον εις Αθήνας και εσύστησε να τους κρατήσουν εκεί με τον πλέον εύσχημον τρόπον και να μη τους αφήσουν να φύγουν πριν αυτός με τους συμπρέσβεις του επιστρέψουν. Διότι, εν τω μεταξύ, είχαν έλθει προς συνάντησίν του και οι συμπρέσβεις του, ο Αβρώνιχος, υιός του Λυσικλέους και ο Αριστείδης, υιός του Λυσιμάχου, φέροντες την είδησιν, ότι το τείχος είχεν υψωθή αρκετά, και εφοβείτο μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, μανθάνοντες την αλήθειαν, εμποδίσουν την αναχώρησίν των. Ως εκ τούτου, και οι Αθηναίοι εκράτησαν τους πρέσβεις, σύμφωνα με τας οδηγίας που είχαν λάβει, και ο Θεμιστοκλής παρουσιάσθη εις τους Λακεδαιμονίους και τους είπεν επί τέλους φανερά ότι η πόλις των Αθηνών είχε τειχισθή ήδη, εις τρόπον ώστε να είναι εις θέσιν να παρέχη ασφάλειαν εις τους κατοίκους της, και ότι εάν οι Λακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοί των ήθελαν να πέμψουν πρέσβεις προς αυτούς διά κανέν ζήτημα, ώφειλαν του λοιπού να έρχωνται προς αυτούς ως προς άνδρας ικανούς να εννοούν όχι μόνον το ιδικόν των, αλλά και το κοινόν συμφέρον. Διότι και όταν εθεώρησαν ότι επεβάλλετο να εγκαταλείψουν την πόλιν και να επιβούν εις τα πλοία -είπαν οι πρέσβεις- απεφάσισαν το τόλμημα τούτο χωρίς να ζητήσουν την γνώμην των, και οσάκις, εξ άλλου, αι, δύο πόλεις συνήρχοντο εις κοινήν σύσκεψιν, κανείς άλλος δεν έδειξε περισσοτέραν απ' αυτούς ορθοφροσύνην. Συνεπώς έκριναν και τώρα ότι επεβάλλετο να έχη η πόλις των τείχος και ότι τούτο θ' αποβή ωφελιμώτατον και διά τους πολίτας της ιδιαιτέρως και διά τους συμμάχους γενικώς. Διότι, χωρίς ισοδύναμον στρατιωτικήν παρασκευήν, η γνώμη των εις τα συμβούλια της ομοσπονδίας δεν ημπορεί να έχη την ιδίαν ακριβώς βαρύτητα. Διά τούτο, είπεν, ή όλοι οι σύμμαχοι πρέπει να μένουν ατείχιστοι ή να κρίνουν και την ανέγερσιν του Αθηναϊκού τείχους ως δικαιολογημένην.

92. Οι Λακεδαιμόνιοι, ακούσαντες τους λόγους αυτούς, δεν εφανέρωσαν αγανάκτησιν εναντίον των Αθηναίων, αφού άλλωστε τους ποέσβεις των έστειλαν δήθεν, όχι διά να εμποδίσουν το έργον, αλλά διά να τους ειπούν συμβουλευτικώς την γνώμην των, συγχρόνως όμως διότι οι Αθηναίοι, ένεκα του ζήλου που είχαν επιδείξει κατά τους Περσικούς πολέμους, ήσαν κατά την εποχήν εκείνην παρά πολύ προσφιλείς πρός αυτούς. Εδυσανασχέτουν όμως διά την αποτυχίαν του σκοπού των χωρίς να το δείχνουν. Ως εκ τούτου οι πρέσβεις των δύο μερών επέστρεψαν εις τα ίδια, χωρίς αμοιβαίας αντεγκλήσεις.

93. Κατ' αυτόν τον τρόπον ετείχισαν οι Αθηναίοι την πόλιν εις ολίγον διάστημα χρόνου, και σήμερον ακόμη είναι φανερόν ότι η ανοικοδόμησις εγινε βιαστικά. Διότι εις την βάσιν έχουν τοποθετηθή παντός είδους λίθοι, χωρίς εις μερικά σημεία να έχουν υποστή την απαιτουμένην επεξεργασίαν διά να προσαρμόζωνται, αλλά εις την κατάστασιν που επροσκομίζοντο εκάστοτε διά τους εργάτας, και πολλαί επιτάφιοι στήλαι και πολλοί λίθοι, επεξειργασμένοι ήδη δι' άλλας χρήσεις, εχρησιμοποιήθησαν εις την οικοδομήν. Διότι ο περίβολος του τείχους έλαβε μεγαλυτέραν έκτασιν παρά πριν προς όλας τας διευθύνσεις της πόλεως, και διά τούτο επειγόμενοι έβαζαν χέρι εις κάθε τι αδιακρίτως. Ο Θεμιστοκλής, άλλωστε, έπεισεν αυτούς να συμπληρώσουν επειγόντως τα εργα του Πειραιώς, των οποίων έναρξις είχε γίνει κατά την διάρκειαν του έτους που ήτο Άρχων εις τας Αθήνας, καθόσον εθεώρει ότι όχι μόνον η θέσις του Πειραιώς, με τους τρεις φυσικούς του λιμένας, ήτο εξαιρετική, αλλά και ότι οι Αθηναίοι, αφού έγιναν ήδη ναυτικοί, ευρίσκοντο εις θέσιν πλεονεκτικήν, όπως αυξήσουν την δύναμίν των. Αυτός, τωόντι, πρώτος εξέφρασε την τολμηράν γνώμην, ότι πρέπει να επιδοτούν εις την θάλασσαν, και έτσι μαζί με την κατασκευήν των τειχών, έθετεν άνευ αναβολής και τα θεμέλια της ηγεμονίας των. Το πάχος του τείχους, που περιέβαλλε τον Πειραιά, το οποίον και σήμερον ακόμη φαίνεται, εκτίσθη σύμφωνα με την γνώμην του. Δύο, πράγματι, άμαξαι διεσταυρώνοντο επ' αυτού κατά την μεταφοράν των λίθων. Εντός δε του τείχους δεν υπήρχαν ούτε χάλικες, ούτε πηλός, αλλά το όλον πάχος απετελείτο από μεγάλους πελεκητούς τετραγώνους λίθους, συνηρμοσμένους και συνδεδεμένους προς αλλήλους εις την εξωτερικήν πλευράν του τείχους διά σιδήρου και μολύβδου. Αλλά το ύψος δεν επέρασε το ήμισυ περίπου του αρχικού του σχεδίου. Σκοπός του, τωόντι, ήτο όπως διά του ύψους και του πάχους του τείχους αποτρέπη τας επιθέσεις των εχθρών. Εξ άλλου, ενόμιζεν ότι ολίγοι ανδρες, και από τους ολιγώτερον χρησίμους διά μάχιμον υπηρεσίαν, θα ήσαν αρκετοί προς φύλαξίν του, ενώ οι λοιποί θα επέβαιναν επί του στόλου. Διότι ο Θεμιστοκλής την προσοχήν είχε προ πάντων εστραμμένην εις τον στόλον, καθόσον, ως φρονώ, είχε παρατηρήσει ότι η επιδρομή του Περσικού στρατού ήτο ευκολωτέρα διά θαλάσσης παρά διά ξηράς. Και διά τούτο εθώρει τον Πειραιά χρησιμώτερον παρά την άνω πόλιν, και επανειλημμένως συνεβούλευσε τους Αθηναίους, εάν τυχόν ποτέ υποστούν μεγάλην πίεσιν κατά ξηράν, να κατέλθουν εις αυτόν και αντιταχθούν με τον στόλον εναντίον όλων των αντιπάλων των.

94.
Εκστρατεία των Ελλήνων υπό τον Σπαρτιάτην Παυσανίαν κατά των Περσών
Ενώ τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι, ευθύς μετά την αναχώρησιν των Περσών, ανήγειραν τα τείχη της πόλεως των και ησχολούντο με την κατασκευήν των λοιπών έργων, ο Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, εστάλη από την Λακεδαίμονα με είκοσι Πελοποννησιακά πλοία, ως αρχηγός Ελληνικών δυνάμεων. Εις την εκστρατείαν μετείχαν και οι Αθηναίοι με τριάντα πλοία, και ικανός αριθμός από τους άλλους συμμάχους. Και πρώτον διηυθύνθησαν εναντίον της Κύπρου, της οποίας υπέταξαν το μεγαλύτερον μέρος. Έπειτα εναντίον του Βυζαντίου, το οποίον κατείχετο από τους Πέρσας, και το εκυρίευσαν κατόπιν πολιορκίας.

95.
Ανάκλησις του Παυσανίου και ανάληψις της αρχηγίας υπό των Αθηναίων
Αλλ' επειδή ο Παυσανίας, κατά την διάρκειαν της αρχηγίας του αυτής, ήρχισε να συμπεριφέρεται με βιαιότητα, οι Έλληνες εδυσανασχέτουν και προ πάντων οι Ίωνες και όσοι άλλοι είχαν προσφάτως απελευθερωθή από την κυριαρχίαν του Βασιλέως. Οι δυσηρεστημένοι, ερχόμενοι προς τους Αθηναίους, απήτουν απ' αυτούς ν' αναλάβουν την αρχηγίαν των, λόγω της κοινής καταγωγής, και να μην επιτρέπουν ενδεχομένας εναντίον αυτών πιέσεις του Παυσανίου. Οι Αθηναίοι εδέχθησαν τας προτάσεις αυτάς και ελάμβαναν τα μέτρα των, αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν τοιαύτας πιέσεις, και να ρυθμίσουν γενικώς τα πράγματα κατά τον καλύτερον διά τα συμφέροντά των τρόπον. Αλλ' εν τω μεταξύ, οι Λακεδαιμόνιοι ανεκάλεσαν τον Παυσανίαν, διά να τον ανακρίνουν δι' όσα έφθαναν εις τας ακοάς των. Διότι οι Έλληνες που επέστρεφαν από τον Ελλήσποντον τον κατηγόρουν διά πολλά εγκλήματα, και εφαίνετο ότι η αρχηγία του προσελάμβανε την μορφήν τυραννίδος μάλλον παρά στρατηγίας. Και έτσι η ανάκλησίς του συνέπεσεν εις τον ίδιον ακριβώς καιρόν που οι σύμμαχοι, πλην των Πελοποννησιακών στρατευμάτων, από μίσος προς αυτόν, ετάχθησαν υπό την αρχηγίαν των Αθηναίων. Μετά τον εργομόν του εις την Λακεδαίμονα, ο Παυσανίας ετιμωρήθη διά τα αδικήματα που είγε διαπράξει εναντίον ιδιωτών, ηθωώθη όμως από την σοβαρωτέραν και κυριωτέραν κατηγορίαν, διά προδοτικάς του σχέσεις με τους Πέρσας, η οποία γενικώς εθεωρείτο αναμφισβήτητος. Εν τούτοις, δεν εστάλη πλέον προς ανάληψιν της αργηγίας, αλλ' αντ' αυτού εστάλη ο Δόρκις, με μερικούς άλλους, επί κεφαλής μικράς στρατιωτικής δυνάμεως. Αλλ' οι σύμμαχοι δεν τους επέτρεψαν πλέον ν' αναλάβουν την αρχηγίαν. Αυτoi, εξ άλλου, αντιληφθέντες την κατάστασιν, ανεχώρησαν. Ούτε τους αντικατέστησαν πλέον οι Λακεδαιμόνιοι με άλλους, διότι εφοβούντο μήπως οι εξερχόμενοι εκ των ορίων της Λακεδαίμονος διαφθείρονται, προς ζημίαν της Σπάρτης, όπως είδαν ότι συνέβη με τον Παυσανίαν. Ήθελαν, εξ άλλου, ν' απαλλαγούν από τον Περσικόν πόλεμον, και εθεώρουν τους Αθηναίους ικανούς διά την αρχηγίαν και φίλους των κατά την εποχήν εκείνην.

96.
Εισφοραί των πόλεων δια τον πόλεμον κατά των Περσών
Αφού οι Αθηναίοι ανέλαβαν κατ' αυτόν τον τρόπον την αρχηγίαν με την συγκατάθεσιν των συμμάχων, ένεκα του μίσους των τελευταίων εναντίον του Παυσανίου, προσδιώρισαν την εις χρήματα ή πολεμικά πλοία εισφοράν εκάστης πόλεως διά τον πόλεμον εναντίον των Περσών, του οποίου σκοπός διεκηρύττετο ότι είναι η ερήμωσις της χώρας του Βασιλέως εις αντεκδίκησιν των όσων έπαθαν από αυτόν. Και τότε διά πρώτην φοράν εγκατεστάθη εις τας Αθήνας η αρχή των Ελληνοταμιών, οι οποίοι εισέπρατταν τον φόρον, όπως ωνομάσθη η εις χρήματα εισφορά. Ο φόρος, όπως προσδιωρίσθη κατ' αρχάς, ανήρχετο εις τετρακόσια εξήντα τάλαντα, και ταμείον ήτο η Δήλος, εις τον ναόν της οποίας συνήρχοντο αι σύνοδοι των αντιπροσώπων των συμμάχων.

97.
Εξιστόρησις των γεγονότων σχετικώς με την ίδρυσιν της Αθηναϊκής ηγεμονίας
Υπό την αρχηγίαν των Αθηναίων, οι σύμμαχοι κατ' αρχάς ήσαν εντελώς αυτόνομοι και μετείχαν διά των κοινών συνόδων των αντιπροσώπων των εις τας λαμβανομένας αποφάσεις. Αλλά κατά το μεταξύ του Περσικού και του παρόντος πολέμου διάστημα, οι Αθηναίοι προέβησαν, είτε διά πολέμου, είτε διά κυβερνητικών μέτρων, εις τας κατωτέρω μνημονευομένας ενεργείας, αι οποίαι εστρέφοντο είτε κατά των Περσών, είτε κατά των αποστατούντων συμμάχων των, είτε κατά των εις τας στάσεις αυτάς παρεμβαινόντων εκάστοτε Πελοποννησίων. Έγραψα δε και τα γεγονότα αυτά κατά παρέκβασιν από το κύριον θέμα μου, διότι όλοι οι προ εμού παρέλειψαν την περίοδον αυτήν, και ή συνέγραψαν την προ των Περσικών πολέμων Ελληνικήν ιστορίαν ή τους ιδίους τους Περσικούς πολέμους. Και ο Ελλάνικος ακόμη, ο οποίος έθιξε τουλάχιστον τα γεγονότα αυτά εις την Αττικήν συγγραφήν του, τα επραγματεύθη δι' ολίγων και ανακριβώς ως προς τας χρονολογίας. Η εξιστόρησις, άλλωστε, των γεγονότων αυτών εξηγεί συγχρόνως και τον τρόπον που ιδρύθη η Αθηναΐκή ηγεμονία.

98.
Επιτυχίαι των Αθηναίων κατά των Περσών και κατάπνιξις επαναστάσεων συμμάχων πολιτειών
Υπό την αρχηγίαν του Κίμωνος, υιού του Μιλτιάδου, οι Αθηναίοι εκυρίευσαν πρώτον διά πολιορκίας την επί του Στρυμόνος Ηιόνα, την οποίαν κατείχαν οι Πέρσαι, και εξηνδραπόδισαν τους κατοίκους της. Την ιδίαν τύχην ηκολούθησεν έπειτα και η Σκύρος, νήσος του Αιγαίου πελάγους, την οποίαν εκατοίκουν Δόλοπες, και την οποίαν μετά τούτο απώκισαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι. Ακολούθως περιήλθαν εις πόλεμον προς τους Καρυστίους, ενώ οι λοιποί Ευβοείς παρέμειναν ουδέτεροι, και με τον καιρόν οι Καρύστιοι παρεδόθησαν διά συνθήκης. Μετά ταύτα επολέμησαν προς τους Ναξίους, οι οποίοι επανεστάτησαν εναντίον των, και τους ηνάγκασαν διά πολιορκίας να παραδοθούν. Υπήρξεν, άλλωστε, η Νάξος η πρώτη σύμμαχος πόλις, η οποία, εναντίον του ομοσπονδιακού καθεστώτος, εστερήθη της αυτονομίας της. Βραδύτερον όμως και άλλαι έπαθαν το ίδιον με τον ένα ή τον άλλον τρόπον.

99. Αιτίαι των επαναστάσεων ήσαν και άλλαι, κυριωτάτη όμως η ανεπαρκής καταβολή των φόρων και των εις τα πλοία εισφορών, ή και ολοσχερής τυχόν ενίοτε άρνησις εκπληρώσεως της στρατιωτικής κατά θάλασσαν υπηρεσίας. Διότι οι Αθηναίοι εξεβίαζαν την καταβολήν των φόρων με αυστηρότητα, και εγίνοντο οχληροί, εφαρμόζοντες διά την εκτέλεσιν των λοιπών υποχρεώσεων πιεστικά μέτρα εναντίον ανθρώπων, οι οποίοι ούτε συνηθισμένοι ήσαν εις ταλαιπωρίας, ούτε προθύμως υπεβάλλοντο εις αυτάς. Άλλωστε και διά διαφόρους λόγους, η ηγεμονία των Αθηναίων έπαυσε πλέον να είναι αρεστή, όπως εις την αρχήν, και ούτε μετείχαν εις τας εκστρατείας υπό όρους ισότητος προς τους συμμάχους των, ενώ, εξ άλλου, τους ήτο εύκολον να εξαναγκάζουν εις υποταγήν όσους από αυτούς επανεστάτουν. Την ευθύνην, άλλωστε, δι' αυτό έφεραν οι ίδιοι οι σύμμαχοι. Διότι, ένεκα της αποστροφής των αυτής προς την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, οι περισσότεροι από αυτούς, διά να μην απομακρύνωνται από τας εστίας των, ανέλαβαν την υποχρέωσιν αντί πλοίων να καταβάλλουν την αντίστοιχον δαπάνην εις χρήματα. Και αποτέλεσμα τούτου υπήρξεν ότι το μεν Αθηναϊκόν ναυτικόν ηυξάνετο με τα χρήματα, τα όποια οι σύμμαχοι κατέβαλλαν εκάστοτε, ενώ οι τελευταίοι αυτοί, οσάκις ήθελαν αποστατήσει, ήρχιζαν τας εχθροπραξίας απαράσκευοι και άπειροι.

100. Μετά ταύτα έγινε και η παρά τον Ευρυμέδοντα ποταμόν, εις την Παμφυλίαν, πεζομαχία και ναυμαχία των Αθηναίων και των συμμάχων των προς τους Πέρσας, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Κίμωνος, υιού του Μιλτιάδου, ανεδείχθησαν νικηταί εις μίαν και την αυτήν ημέραν κατά γην και κατά θάλασσαν, και εκυρίευσαν και κατέστρεψαν διακοσίας το όλον Φοινικικάς τριήρεις. Βραδύτερον ακόμη συνέβη να επαναστατήσουν εναντίον των οι Θάσιοι, ένεκα διαφοράς εγερθείσης διά τους επί της απέναντι Θρακικής ακτής εμπορικούς λιμένας και τα μεταλλεία, τα οποία ενέμοντο οι Θάσιοι. Πλεύσαντες με τον στόλον των εναντίον της Θάσου, ενίκησαν οι Αθηναίοι κατά την συγκροτηθείσαν ναυμαχίαν, και ενήργησαν απόβασιν. Κατά τον ίδιον, άλλωστε, καιρόν απέστειλαν εις τον Στρυμόνα δέκα χιλιάδας Αθηναίους και συμμάχους αποίκους, διά να εποικίσουν την σημερινήν Αμφίπολιν, η οποία τότε ωνομάζετο Εννέα Οδοί. Οι άποικοι αυτοί κατώρθωσαν να καταλάβουν τας Εννέα Οδούς, τας οποίας κατείχαν έως τότε οι Ηδωνοί, αλλ' όταν επροχώρησαν εις το εσωτερικόν της Θράκης, κατεστράφησαν εις Δραβησκόν της Ηδωνικής από τας ηνωμένος δυνάμεις των Θρακών εκείνων, διά τους οποίους η εγκατάστασις της αποικίας αυτής απετέλει απειλήν.

101. Οι Θάσιοι, εξ άλλου, ηττηθέντες και πολιορκούμενοι, επεκαλέσθησαν τους Λακεδαιμονίους και τους παρεκάλουν επιμόνως να τους βοηθήσουν εισβάλλοντες εις την Αττικήν. Οι Λακεδαιμόνιοι υπεσχέθησαν την βοήθειαν αυτήν κρυφά από τους Αθηναίους, και ητοιμάζοντο να την δώσουν, ημποδίσθησαν όμως από τον συμβάντα σεισμόν, κατά τον οποίον οι Είλωτες, μαζί με τους περιοίκους της Θουρίας και Αιθαίης, επανεστάτησαν εναντίον των και κατέλαβαν την Ιθώμην. Πλείστοι από τους Είλωτας ήσαν απόγονοι των παλαιών Μεσσηνίων, οι οποίοι είχαν υποδουλωθή κατά τον πρώτον Μεσσηνιακόν πόλεμον, και ως εκ τούτου ωνομάσθησαν όλοι Μεσσήνιοι. Αλλ' ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν τοιουτοτρόπως απησχολημένοι εις τον πόλεμον προς τους εις την Ιθώμην, οι Θάσιοι, κατόπιν πολιορκίας δύο και πλέον ετών, υπετάχθησαν εις τους Αθηναίους διά συνθηκολογίας, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, παρέδωσαν τον στόλον των, ανέλαβαν να πληρώσουν αμέσως την ζητηθείσαν πολεμικήν αποζημίωσιν και να καταβάλουν του λοιπού φόρον, και παρήχθησαν από τα δικαιώματα των επί της απέναντι ηπείρου και του μεταλλείου.

 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]