ΕΤΟΣ 3ον: 429-428

71.
Εκστρατεία των Πελοποννησίων κατά των Πλαταιών
Κατά το θέρος του επομένου έτους, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των δεν εισέβαλαν εις την Αττικήν, αλλ' εξεστράτευσαν κατά των Πλαταιών, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Αρχιδάμου, υιού του Ζευξιδάμου, ο οποίος, αφού εγκατέστησε το στρατόπεδόν του, ητοιμάζετο να ερημώση την ύπαιθρον χώραν. Αλλ' οι Πλαταιείς, πέμψαντες ευθύς πρέσβεις προς αυτόν, είπαν τα εξής περίπου:

Πρέσβεις των Πλαταιών ενώπιον του Αρχιδάμου

"Αρχίδαμε και Λακεδαιμόνιοι, δεν πράττετε έργον δίκαιον ούτε άξιον του ονόματός σας, ούτε του ονόματος των πατέρων σας, εκστρατεύοντες εναντίον της χώρας των Πλαταιών. Διότι ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, αφού ηλευθέρωσε την Ελλάδα από την Περσικήν επιδρομήν, συναγωνιστάς έχων τους Έλληνας εκείνους, όσοι απεφάσισαν να συμμερισθούν τον κίνδυνον της μάχης, η οποία διεξήχθη επί του εδάφους μας, προσέφερεν εις την αγοράν των Πλαταιών θυσίαν προς τον Ελευθέριον Δία, και συγκαλέσας όλους τους συμμάχους, παρεχώρησεν εις τους Πλαταιείς την χώραν και πόλιν των, με το προνόμιον να ζουν του λοιπού επ' αυτής ως πολίται ανεξάρτητοι και κανείς να μην εκστρατεύση ποτέ αδίκως εναντίον των, δια να τους υποδουλώση, εν εναντία δε περιπτώσει όλοι οι παρόντες σύμμαχοι να βοηθούν αυτούς με όλην των την δύναμιν. Τα προνόμια αυτά μας παρεχώρησαν οι πατέρες σας ένεκα της ανδρείας και του ζήλου που επεδείξαμεν κατά τους κινδύνους εκείνους. Αλλά σεις πράττετε ακριβώς τ' αντίθετα, διότι έρχεσθε με τους Θηβαίους, τους χειροτέρους εχθρούς μας, με τον σκοπόν να μας υποδουλώσετε. Ημείς, εν τούτοις, επικαλούμενοι μάρτυρας τους θεούς, και εκείνους, εις όνομα των οποίων ωρκίσθημεν τότε, και τους των πατέρων σας και τους της ιδικής μας χώρας, ζητούμεν από σας να μη βλάψετε την γην των Πλατειών, μήτε να παραβιάσετε τους όρκους σας, αλλά να μας αφίσετε να ζώμεν ανεξάρτητοι, σύμφωνα με το δικαίωμα που μας ανεγνώρισεν ο Παυσανίας".

72. Μετά τους ολίγους αυτούς λόγους των Πλαταιέων, ο Αρχίδαμος είπεν εις απάντησιν: "Δίκαια είναι όσα λέγετε, άνδρες Πλαταιείς, εάν και τα έργα σας είναι σύμφωνα προς τους λόγους σας. Διότι οφείλετε, σύμφωνα με τα προνόμια που σας παρεχώρησε ο Παυσανίας, και οι ίδιοι να ζήτε ανεξάρτητοι και με ημάς να συμπράξετε, δια να ελευθερώσωμεν τους άλλους, όσοι, συμμερισθέντες τους τότε κινδύνους, ώμωσαν τους ιδίους με σας συμμαχικούς όρκους, είναι δε τώρα υπήκοιοι των Αθηναίων. Χάριν απελευθερώσεως επομένως αυτών και των άλλων υπηκόων πόλεων, έχει γίνει ο μεγάλος αυτός πόλεμος και όλαι αυταί αι προετοιμασίαι. Το καλλίτερον, επομένως, που έχετε να κάνετε, είναι να λάβετε και σεις μέρος εις την απελευθέρωσιν αυτήν και αποδείξετε τοιουτοτρόπως ότι μένετε πιστοί εις τους όρκους σας. Ειδεμή, μείνετε ήσυχοι, όπως και προηγουμένως επροτείναμεν, διατηρούντες τας κτήσεις σας. Μη λάβετε μέρος μήτε υπέρ του ενός, μήτε υπέρ του άλλου, χάριν πολεμικού σκοπού. Και ημείς θ' αρκεσθώμεν και εις τούτο μόνον." Τα ολίγα αυτά είπεν ο Αρχίδαμος. Οι πρέσβεις των Πλαταιών, αφού τα ήκουσαν, επέστρεψαν εις την πόλιν, και αφού ανεκοίνωσαν εις τον λαόν τα λεχθέντα, απήντησαν ότι αδυνατούν να δεχθούν τας προτάσεις του άνευ της συγκαταθέσεως των Αθηναίων (διότι τα γυναικόπαιδά των ευρίσκοντο εις τας Αθήνας), και ότι εκτός τούτου εφοβούντο δι' αυτήν την ύπαρξιν της πόλεώς των, μήπως, μετά την αναχώρησιν των Λακεδαιμονίων, οι Αθηναίοι έλθουν και δεν τους επιτρέψουν να μείνουν ουδέτεροι, ή οι Θηβαίοι, επωφελούμενοι της διατάξεως της συνθήκης, ότι οι Πλαταιείς υποχρεούνται να δέχωνται αμφοτέρους, αποπειραθούν πάλιν να καταλάβουν την πόλιν. Αλλ' ο Αρχίδαμος, θέλων να καθησυχάση τας ανησυχίας των, απήντησεν: "Σας προτείνω να μας παραδώσετε την πόλιν και τας οικίας, να διαγράψετε τα όρια της χώρας σας, και αριθμήσετε τα δένδρα σας, και ό,τι άλλο ημπορεί ν' αριθμηθή, ν' αποσυρθήτε δε σεις οι ίδιοι κατά την διάρκειαν του πολέμου όπου θέλετε, και μετά το πέρας αυτού, θα σας αποδώσωμεν ό,τι δήποτε έχομεν παραλάβει. Εν τω μεταξύ, θα κρατήσωμεν αυτά ως παρακαταθήκην, καλλιεργούντες τα κτήματά σας και καταβάλλοντες ωρισμένον ποσοστόν εκ της προσόδου, όσον είναι ικανόν να επαρκέση εις τας ανάγκας σας".

73.
Πρέσβεις των Πλαταιών εις Αθήνας
Αφού ήκουσαν αυτά οι Πλαταιείς, επέστρεψαν πάλιν εις την πόλιν, και συσκεφθέντες μετά του λαού, απήντησαν ότι επιθυμούν ν' ανακοινώσουν πρώτον εις τους Αθηναίους τας προτάσεις και αν επιτύχουν την συγκατάθεσίν των, να τας εκτελέσουν. Εν τω μεταξύ όμως εζήτησαν από τον Αρχίδαμον να τους παραχωρήση ανακωχήν και να μη ερημώση την χώραν των. Ο Αρχίδαμος και ανακωχήν παρεχώρησε δι' όσας ημέρας υπελογίζετο ότι οι αντιπρόσωποι που θα μετέβαιναν εις τας Αθήνας εχρειάζοντο δια να επιστρέψουν, και την χώραν των δεν ήρχισε να δενδροτομή. Ελθόντες οι πρέσβεις των Πλαταιών προς τους Αθηναίους και συσκεφθέντες με αυτούς, επέστρεψαν και ανεκοίνωσαν εις τον λαόν τα εξής: "Οι Αθηναίοι, άνδρες Πλαταιείς, ισχυρίζονται ότι ούτε πριν, αφότου εγίναμεν σύμμαχοι, σας εγκατέλειψαν ποτέ αδικουμένους, ούτε τώρα θα επιτρέψουν ν' αδικηθήτε, αλλά θα σας βοηθήσουν με όλην των την δύναμιν, και δια τούτο σας εξορκίζουν εις τους όρκους που ωρκίσθησαν οι πατέρες σας να μη κάμετε τίποτε αντίθετον προς την συμμαχίαν".

74.
Αι Πλαταιαί πισταί εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν
Μετά την ανακοίνωσιν αυτήν των πρέσβεων, οι Πλαταιείς απεφάσισαν να μη δειχθούν άπιστοι προς τους Αθηναίους, αλλά ν' ανεχθούν και την χώραν των να βλέπουν εν ανάγκη δενδροτομουμένην και ό,τι δήποτε άλλο τους συμβή να υποφέρουν, και να μην εξέλθη κανείς πλέον από την πόλιν, αλλά ν' αποκριθούν από το τείχος, ότι αδυνατούν να δεχθούν τας προτάσεις των Λακεδαιμονίων. Μετά την απάντησιν αυτήν, ο Αρχίδαμος, θεωρήσας ότι κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευσις ήτο ματαία, ήρχισεν επικαλούμενος μάρτυρας τους θεούς και ήρωας της χώρας δια των εξής λόγων "Θεοί και οι ήρωες, όσοι προστατεύετε την χώραν των Πλαταιών, επικαλούμαι την μαρτυρίαν σας, ότι και εξ αρχής η εισβολή μας εις την χώραν αυτήν, εις την οποίαν οι πατέρες μας, επικαλεσθέντες την βοήθειάν σας, ενίκησαν τους Πέρσας, και επί της οποίας επετρέψατε εις τους Έλληνας να διεξαγάγουν νικηφόρον αγώνα, υπήρξεν όχι αδικαιολόγητος, αλλά συνέπεια του γεγονότος ότι οι Πλαταιείς πρώτοι παρεβίασαν τους συμμαχικούς όρκους, τους οποίους ωρκίσθησαν από κοινού με ημάς. Και ούτε τώρα θα διαπράξωμεν αδικίαν,προβαίνοντες εις εχθροπραξίας εναντίον των, καθόσον, ενώ επανειλημμένως εκάμαμεν προς αυτούς ευλόγους προτάσεις, τίποτε δεν κατωρθώσαμεν. Δειχθήτε λοιπόν ευμενείς και επιτρέψατε να τιμωρηθούν τα εγκλήματα εκείνων, οι οποίοι πρώτοι αδικούν, και να επιτύχη η εκδίκησις εκείνων, οι οποίοι νομίμως προβαίνουν εις αυτήν".

75.
Πολιορκία των Πλαταιών υπό των Πελοποννησίων
Μετά την επίκλησιν αυτήν προς τους θεούς, ήρχισε τας εχθροπραξίας. Και πρώτον μεν οι Λακεδαιμόνιοι με τα καρποφόρα δένδρα πού έκοψαν κατεσκεύασαν χαράκωμα γύρω από την πόλιν δια να εμποδισθή του λοιπού κάθε επικοινωνία προς τα έξω. Έπειτα ήρχισαν τον σχηματισμόν αναχώματος πλησίον του τείχους της πόλεως, ελπίζοντες ότι με την εργασίαν τόσον πολυαρίθμου στρατού θα κυριεύσουν ταχύτατα την πόλιν. Κόπτοντες λοιπόν ξυλείαν από τον Κιθαιρώνα, κατεσκεύασαν εκατέρωθεν του αναχώματος ξύλινον πλέγμα αντί τοίχου, δια να συγκρατήται το χώμα κατά το δυνατόν, και έφεραν ακαταπαύστως εις το ανάχωμα θάμνους και κλαδιά παντός είδους και λίθους και χώμα και ό,τι άλλο ημπορούσε να επισωρευθή επάνω εις το ανάχωμα. Επί εβδομήντα δε ημέρας και νύκτας ειργάζοντο συνεχώς, διηρημένοι κατά τμήματα, ώστε ενώ εν μέρος ήσαν απησχολημένοι εις την μεταφοράν των υλικών, οι λοιποί ημπορούσαν να κοιμούνται ή να τρώγουν. Και οι Λακεδαιμόνιοι διοικηταί των συμμαχικών στρατευμάτων, εποπτεύοντες από κοινού με τους εντοπίους αξιωματικούς των τελευταίων, τους ηνάγκαζαν να εργάζονται. Αλλ' οι Πλαταιείς, βλέποντες υψούμενον το ανάχωμα, συνέθεσαν ξύλινον σκελετόν τείχους, τον οποίον ετοποθέτησαν επάνω εις το τείχος των, απέναντι του μέρους, όπου υψώνετο το ανάχωμα, και εντός του σκελετού τούτου έκτιζαν με πλίνθους, τας οποίας ελάμβαναν από τας πλησίον οικίας, τας οποίας κατεδάφιζαν. Τα ξύλα του σκελετού εχρησίμευαν ως σύνδεσμος των πλίνθων, δια να μη γίνη το τείχος αδύνατον ένεκα του ύψους του, και προς το έξω μέρος εκαλύπτετο τούτο με δέρματα ακατέργαστα και κατειργασμένα, ώστε και οι εργαζόμενοι και τα ξύλα να προφυλάττωνται από πυροφόρα βέλη και επομένως να μη κινδυνεύουν. Το τείχος υψώνετο εις μεγάλον υψος, αλλά και το ανάχωμα υψώνετο απέναντί του με όχι μικροτέραν ταχύτητα. Οι Πλαταιείς κατέφυγαν τότε εις το εξής τέχνασμα. Ανοίξαντες οπήν εις το μέρος του τείχους, όπου το ανάχωμα ήρχετο εις επαφήν με αυτό, αφήρουν διαρκώς το χώμα δι' αυτής και το έσυραν εντός της πόλεως.

76. Οι Πελοποννήσιοι, εν τούτοις, αντιληφθέντες το πράγμα, ενέβαλλαν εις τα τοιουτοτρόπως δημιουργούμενα κενά του αναχώματος πηλόν πεπιεσμένον εντός καλαθίσκων εκ καλάμου, δια να μη διασκορπίζεται, όπως το απλούν χώμα, και σύρεται έσωθεν προς την πόλιν. Αλλ' οι πολιορκούμενοι, ματαιωθέντος κατ' αυτόν τον τρόπον του σχεδίου των, παρήτησαν αυτό, ανορύξαντες όμως εκ της πόλεως υπόνομον και υπολογίσαντες πότε είχε φθάσει κάτω από το ανάχωμα, ήρχισαν πάλιν να σύρουν το χώμα προς το μέρος των υπογείως. Και επί πολύν καιρόν διέφυγαν την προσοχήν των πολιορκούντων, ώστε τα συσσωρευόμενα επί του αναχώματος υλικά ολίγον ωφέλουν, καθόσον το ανάχωμα υπεσκάπτετο κάτωθεν και διαρκώς κατεκάθιζε προς το κενούμενον μέρος. Επειδή όμως εφοβουντο μήπως παρ' όλα αυτά δεν ημπορέσουν, ολίγοι αυτοί, ν' αντέξουν εναντίον τόσον πολλών, επενόησαν νέον τέχνασμα. Έπαυσαν εργαζόμενοι εις το απέναντι του αναχώματος υψηλόν τείχος, αλλ' ένθεν και ένθεν αυτού, από το εσωτερικόν μέρος του αρχικού χαμηλού τείχους, ήρχισαν οικοδομούντες νέον προς το εσωτερικόν της πόλεως τοιούτο, σχήματος ημισελήνου, ούτως ώστε, εάν το μέγα τείχος κυριευθή, να ημπορέση το νέον τούτο ν' ανθέξη. Οι εχθροί τοιουτοτρόπως θα ευρίσκοντο εις την ανάγκην να εγείρουν νέον ανάχωμα απέναντι αυτού, και καθ' όσον θα επροχώρουν προς το μηνοειδές τείχος, και αι δυσκολίαι των θα εδιπλασιάζοντο και θα προσεβάλλοντο επί μάλλον και μάλλον εκ δύο μερών. Αλλά συγχρόνως με την κατασκευήν του αναχώματος, οι Πελοποννήσιοι έστησαν και πολιορκητικάς μηχανάς κατά του τείχους της πόλεως. Μία εξ αυτών, τοποθετηθείσα επ' αυτού του αναχώματος, κατέρριψε μέγα μέρος του υψηλού τείχους, εμπνεύσασα τρόμον εις τους Πλαταιείς. Άλλαι μηχαναί ετοποθετήθησαν έμπροσθεν άλλων μερών του τείχους, αλλά τας τελευταίας αυτάς οι Πλαταιείς περιέβαλλαν με βρόχους, και τας ανέτρεπαν. Εκτός τούτου, προσαρτώντες εις τα δύο άκρα μεγάλων δοκών μακράς σιδηράς αλύσεως, ε-κρεμούσαν τας δοκούς αυτάς εις δύο κεραίας, αι οποίαι εστηρίζοντο κατά διεύθυνσιν κεκλιμένην επί του τείχους και προεξείχαν απ' αυτό. Και όταν η πολιορκητική μηχανή έμελλε να προσβάλη κανέν μέρος του τείχους, ανείλκυαν τας δοκούς αυτάς κατά διεύθυνσιν εγκαρσίαν προς τας μηχανάς, και παραιτούντες από τα χέρια των τας αλύσεις, άφιναν την δοκόν, η οποία, καταπίπτουσα με μεγάλην ορμήν επί της μηχανής, απέκοπτε την κεφαλήν του πολιορκητικού κριού.

77. Μετά τούτο, επειδή όχι μόνον αι μηχαναί δεν έφεραν αποτέλεσμα, αλλά και εναντίον του αναχώματος κατεσκευάζετο υπό των Πλαταιέων το νέον τείχος, σχήματος ημισελήνου, οι Πελοποννήσιοι έκριναν ότι με τα διαθέσιμα μέσα εξαναγκασμού η άλωσις της πόλεως ήτο σχεδόν αδύνατος, και ήρχισαν παρασκευαζόμενοι δια τον περιτειχισμόν αυτής. Απεφάσισαν όμως προηγουμένως, χρησιμοποιούντες ευνοϊκόν άνεμον, να δοκιμάσουν να πυρπολήσουν την πόλιν, η οποία δεν ήτο μεγάλη. Διότι εσοφίζοντο τωόντι κάθε δυνατόν μέσον, δια να την κυριεύσουν, χωρίς να υποβληθούν εις τα έξοδα τακτικής πολιορκίας. Έφεραν λοιπόν ακαταπαύστως δέματα θάμνων και κλαδιών παντός είδους και τα έρριπταν από το ανάχωμα, πρώτον εις το μεταξύ του αναχώματος και του τείχους διάστημα. Και όταν τούτο εγέμιζε ταχέως, λόγω του μεγάλου αριθμού των εργαζομένων, επεσώρευσαν ακολούθως τα δέματα, ρίπτοντες αυτά από το ύψος του αναχώματος εις το εσωτερικόν της πόλεως, όσον μακρύτερα ηδύναντο να φθάσουν, αφού δε έρριψαν πυρ μαζί με θείον και πίσσαν, ήναψαν το ετοιμασθέν υλικόν. Και εξερράγη πυρκαϊά τόσον μεγάλη, όσον κανείς δεν είχε ποτέ έως τότε ίδη βαλμένην από ανθρώπινον χέρι. Διότι εις το παρελθόν, εις τα βουνά, όταν ξηροί κλάδοι δάσους, προστριβόμενοι υπό του πνέοντος ανέμου, οι μεν προς τους δε, αναφλέγονται, τότε επέρχεται αυτόνομος πυρκαϊά. Και δεν ήτο μόνον μεγάλη η πυρκαϊά, αλλά και πολύ ολίγον έλειψε να καταστρέψη τους Πλαταιείς, οι οποίοι είχαν διαφύγει τους άλλους κινδύνους. Διότι μέγα μέρος της πόλεως ήτο απρόσιτον από την φωτιάν, και αν κατά την διάρκειαν της πυρκαϊάς εσηκώνετο άνεμος προς την διεύθυνσίν της, πράγμα το οποίον οι Πελοποννήσιοι ήλπιζαν, οι Πλαταιείς δεν θα ημπορούσαν να διαφύγουν την καταστροφήν. Αντί τούτου όμως, εις την προκειμένην περίστασιν συνέβη, ως λέγεται, τούτο, ότι καταιγίς επερθούσα με άφθονον βροχήν έσβησε την πυρκαϊάν και ούτω απεσοβήθη ο κίνδυνος.

78. Κατόπιν και της αποτυχίας αυτής, οι Πελοποννήσιοι, κρατήσαντες μόνον μέρος του στρατού των και διαλύσαντες το μεγαλύτερον μέρος αυτού, ήρχισαν να περιτειχίζουν κυκλοτερώς την πόλιν, αφού εμοίρασαν ολόκληρον την περιοχήν εις τα διάφορα συμμαχικά αποσπάσματα. Εις την εσωτερικήν και την εξωτερικήν πλευράν του περιτειχίσματος, ηνοίχθη τάφρος, από την οποίαν ελάμβανον το χώμα δια την κατασκευήν των πλίνθων. Και όταν ολόκληρον το έργον συνεπληρώθη περί την εποχήν που η ανατολή του Αρκτούρου είναι ορατή την πρωΐαν, ανεχώρησαν με τον στρατόν, αφίσαντες την αναγκαίαν δια το ήμισυ τείχος φρουράν (καθόσον το άλλο ήμισυ εφρουρείτο από τους Βοιωτούς), και έκαστον απόσπασμα επέστρεψεν εις τα ίδια. Οι Πλαταιείς, εν τούτοις, είχαν αποστείλει προηγουμένως εις τας Αθήνας όχι μόνον τα γυναικόπαιδα και τους γέροντας, αλλά και τους αχρήστους εν γένει δια στρατιωτικήν υπηρεσίαν άνδρας, είχαν δε υπολειφθή πολιορκούμενοι τερτακόσιοι Πλαταιείς, ογδοήκοντα Αθηναίοι, και εκατόν δέκα γυναίκες, αρτοποιοί και μάγειροι. Τόσος ήτο ο ολικός αριθμός, όταν ήρχισεν η πολιορκία, και κανείς άλλος, ούτε δούλος, ούτε ελεύθερος, δεν ευρίσκετο εντός των τειχών της πόλεως. Κατ' αυτόν τον τρόπον επραγματοποιήθη η πολιορκία των Πλαταιών.

79.
Ήττα των Αθηναίων εις Σπάρτωλον
Κατά το ίδιον θέρος, την εποχήν που ωριμάζει ο σίτος, και συγχρόνως με την εκστρατείαν κατά των Πλαταιών, οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν εναντίον των πόλεων της Χαλκιδικής και της Βοττικής με δισχιλίους ιδικούς των οπλίτας και διακοσίους ιππείς, υπό την αρχηγίαν του Ξενοφώντος, υιού του Ευριπίδου, και δύο άλλων στρατηγών. Ελθόντες δ' εις το έδαφος της Σπαρτώλου, πόλεως της Βοττικής, ήρχσαν να καταστρέφουν την εσοδείαν των σιτηρών. Επιστεύετο άλλωστε ότι θα παραδοθή η πόλις, συνεπεία των ενεργειών μιας μερίδος των πολιτών, με τους οποίους ευρίσκοντο εις μυστικάς συνεννοήσεις. Αλλ' η αντίθετος μερίς ειδοποίησεν εγκαίρως τους ευρισκομένους εις Όλυνθον, οπόθεν ήλθεν ως φρουρά της Σπαρτώλου στρατιωτική δύναμις οπλιτών και άλλων στρατιωτών. Η δύναμις αυτή εξορμήσασα, έδωσε μάχην προς τους Αθηναίους πλησίον εις τα τείχη της πόλεως. Και οι μεν Χαλκιδείς οπλίται που είχαν έλθει από την Όλυνθον, και μαζί με αυτούς μερικοί μισθοφόροι, ενικήθησαν από τους Αθηναίους και υπεχώρησαν εις την Σπάρτωλον, οι ιππείς όμως και οι ελαφρώς ωπλισμένοι στρατιώται ενίκησαν τους Αθηναίους ιππείς και ελαφρούς, διότι είχαν και οι τελευταίοι μερικούς πελταστάς εκ της χώρας της καλουμένης Κρουσίδος. Μόλις όμως είχε τελειώσει η μάχη, ήλθεν από την Όλυνθον και άλλη δύναμις πελταστών εις βοήθειαν της φρουράς της Σπαρτώλου, της οποίας οι ελαφροί στρατιώται, αναθαρρύσαντες όχι μόνον από την θέαν της επικουρίας που προσήρχετο, αλλά και από το γεγονός ότι δεν είχαν ηττηθή προηγουμένως, επετέθησαν πάλιν εναντίον των Αθηναίων από κοινού με το ιππικόν των Χαλκιδέων, και τους νεωστί προσελθόντας εις βοήθειαν. Ενώπιον της επιθέσεως αυτής, ηναγκάσθησαν οι Αθηναίοι να υποχωρήσουν προς δύο λόχους που είχαν αφίσει δια να φυλάττουν τας αποσκευάς των. Και οσάκις μεν οι Αθηναίοι επετίθεντο, εκείνοι υπεχώρουν, οσάκις δε υπεχώρουν, τους παρηκολούθουν κατά πόδας, ρίπτοντες κατ' αυτών ακόντια. Και οι Χαλκιδείς ιππείς επελαύνοντες επετίθεντο εναντίον των Αθηναίων, οπουδήποτε το έκριναν ενδεδειγμένον, και εμπνεύσαντες εις αυτούς πανικόν, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν συντόνως εις μακράν απόστασιν. Και οι μεν Αθηναίοι κατέφυγαν εις την Ποτείδαιαν, και αφού παρέλαβαν τους νεκρούς, συνεπεία βραχείας ανακωχής, την οποίαν προς τούτο εζήτησαν, επέστρεψαν εις Αθήνας με το υπολειπόμενον μέρος του στρατού, απολέσαντες τετρακοσίους τριάντα Αθηναίους άνδρας και όλους τους στρατηγούς. Οι Χαλκείς, εξ άλλου, και οι Βοττιαίοι, έστεισαν τρόπαιον, και αφού συνέλεξαν τους νεκρούς των, διελύθησαν, και τα διάφορα αποσπάσματα επέστρεψαν εις τα ίδια.

80.
Εκστρατεία των Πελοποννησίων κατά της Ακαρνανίας
Κατά το ίδιον θέρος, ολίγον ύστερον μετά τα ανωτέρω συμβάντα, οι Αμπρακιώται και οι Χάονες, θέλοντες να υποτάξουν όλόκληρον την Ακαρνανίαν και την αποσπάσουν από την συμμαχίαν των Αθηναίων, επεδίωξαν να πείσουν τους Λακεδαιμονίους, όχι μόνον να εξαρτήσουν συμμαχικόν στόλον, αλλά και να στείλουν κατά της Ακαρνανίας χιλίους οπλίτας, υποστηρίζοντες ότι εάν τους βοηθήσουν με στόλον και πεζικόν, θα ήτο εύκολον να καταλάβουν πρώτον την Ακαρνανίαν, ως εκ της αδυναμίας, εις την οποίαν θα ήσαν οι παραθαλάσσιοι Ακαρνάνες να βοηθήσουν τους του εσωτερικού, και να κυριεύσουν έπειτα την Ζάκυνθον και Κεφαλληνίαν, οπότε ο περίπλους της Πελοποννήσου δεν θα ήτο του λοιπού εξ ίσου εύκολος εις τους Αθηναίους. Προσέθεσαν, ότι υπήρχεν ελπίς και την Ναύπακτον ακόμη να κυριεύσουν. Οι Λακεδαιμόνιοι, πεισθέντες, έστειλαν ευθύς τον Κνήμον, ο οποίος ήτο ακόμη ναύαρχος, και τους χιλίους οπλίτας επί ολίγων πλοίων, και διεμήνυσαν συγχρόνως προς τας ναυτικάς πόλεις της ομοσπονδίας να παρασκευασθούν όσον το δυνατόν ταχύτερον και πλεύσουν προς την Λευκάδα. Οι Κορίνθιοι ιδίως επεθύμουν διακαώς να βοηθήσουν την επιχείρησιν των Αμπρακιωτών, οι οποίοι ήσαν άποικοί των. Και ο μεν στόλος, που επρόκειτο να έλθη από την Κόρινθον και την Σικυώνα και τα πέριξ μέρη, δεν είχεν ακόμη συμπληρώσει την ετοιμασίαν του, αλλά ο στόλος της Λευκάδος και του Ανακτορίου και της Αμπρακίας είχε φθάσει ήδη εις Λευκάδα και επερίμενεν εκεί. Ευθύς ως ο Κνήμος με τους υπ' αυτόν χιλίους οπλίτας διεπεραιώθησαν εις την Λευκάδα, χωρίς να τους αντιληφθη ο Φορμίων, ο οποίος ήτο αρχηγός της μοίρας των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων που επεριπόλουν πλησίον της Ναυπάκτου, ήρχισε να ετοιμάζη την κατά ξηράν εκστρατείαν. Ο στρατός του περιελάμβανεν Έλληνας μεν Αμπρακιώτας και Λευκαδίους, και Ανακτόρους και τους χιλίους Πελοποννησίους, επι κεφαλής των οποίων είχεν έλθει ο ίδιος, βαρβάρους δε χιλίους Χάονας, οι οποίοι, αβασίλευτοι όντες, είχαν αρχηγούς τον Φώτυον και τον Νικάνορα, οι οποίοι κατήγοντο από το αρχοντικόν γένος που ήσκει ενιαυσίως την αρχήν. Μαζί με τους Χάονας εξεστράτευσαν και οι θεσπρωτοί, οι οποίοι ήσαν επίσης αβασίλευτοι. Δύναμις Μολοσσών και Ατιντάνων, εξ άλλου, ήτο υπό την αρχηγίαν του Σαβυλίνθου, επιτρόπου του βασιλέως Θαρύπου, ο οποίος ήτο ακόμη ανήλικος, και δύναμις Παραυαίων υπό την αρχηγίαν του βασιλέως Οροίδου. Μαζί με τους Παραυαίους εξεστράτευσαν και χίλιοι Ορέσται, των οποίων βασιλεύς ήτο ο Αντίοχος, ο οποίος είχεν εμπιστευθή την αρχηγίαν των εις τον Όροιδον. Και ο Περδίκκας είχε στείλει, εν αγνοία των Αθηναίων χιλίους Μακεδόνας, οι οποίοι όμως έφθασαν πολύ αργά. Με τον στρατόν αυτόν ήρχισεν ο Κνήμος την πορείαν του, χωρίς να περιμείνη τον στόλον που ανεμένετο από την Κόρινθον, και ενώ διήρχετο από το έδαφος του Αμφιλοχικού Άργους, ελεηλάτησε την Λιμναίαν, κώμην ατείχιστον. Ακολούθως έφθασαν εις το έδαφος του Στράτου, που είναι η σημαντικωτέρα πόλις της Ακαρνανίας, διότι επίστευαν ότι αν κυριεύσουν πτώτον αυτήν, η επίλοιπος Ακαρνανία ήθελεν ευκόλως προσχωρήσει προς αυτούς.

81. Οι Ακαρνάνες, όταν έμαθαν ότι όχι μόνον κατά ξηράν πολυάριθμος στρατός είχεν εισβάλει εις το έδαφός των, αλλά και κατά θάλασσαν ηπειλούντο από τον εχθρόν, ουδεμίαν κοινήν άμυναν ωργάνωσαν, αλλ' έκαστος περιωρίσθη εις την φρούρησιν του ιδικού του εδάφους, και συγχρόνως διεμήνυσαν προς τον Φορμίωνα να τους στείλη βοήθειαν. Ο Φορμίων όμως απήντησεν ότι δεν του επιτρέπεται να εγκαταλείψη απροστάτευτον την Ναύπακτον,εις εποχήν που επέκειτο ο έκπλους του εχθρικού στόλου από την Κόρινθον. Οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού διήρεσαν τον στρατόν εις τρεις φάλαγγας, εβάδιζαν εναντίον της πόλεως του Στράτου, δια να στρατοπεδεύσουν πλησίον της και αν δεν πείσουν τους κατοίκους κατόπιν διαπραγματεύσεων, αποπειραθούν την δια της βίας κατάληψιν του τείχους της. Και το κέντρον μεν κατείχαν οι Χάονες και λοιποί βάρβαροι, το δεξιόν αυτών οι Λευκάδιοι και οι Ανακτόριοι, και όσοι ήσαν μαζί με αυτούς, το αριστερόν δε ο Κνήμος με τους Πελοποννησίους και τους Αμπρακιώτας. Η μεταξύ των τριών αυτών φαλάγγων απόστασις ήτο πολύ μεγάλη και ενίοτε ούτε ημπορούσε να βλέπη η μία την άλλην. Και οι μεν Έλληνες εβάδιζαν με μεγάλην τάξιν και προσοχήν, έως ότου εστρατοπέδευσαν εις κατάλληλον τόπον, οι Χάονες όμως οι οποίοι όχι μόνον είχαν πεποίθησιν εις εαυτούς, αλλά και από τους άλλους ηπειρώτας των μερών εκείνων ανεγνωρίζοντο ως μαχιμώτατοι, δεν ανέστειλαν την πορείαν των, δια να εγκαταστήσουν στρατόπεδον, αλλά προήλασαν με μεγάλην ορμήν, συνοδευόμενοι και από τους, άλλους βαρβάρους, διότι ενόμισαν ότι θα κατελάμβαναν την πόλιν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως και θα απεδίδετο εις αυτούς μόνους η όλη, δόξα του κατορθώματος. Αλλ' οι κάτοικοι του Στράτου τους είδαν την ώραν που επλησίαζαν, και επειδή εσκέφθησαν ότι εάν τους νικήσουν μεμονωμένους, οι Έλληνες δεν θα τους επετίθεντο πλέον με τον ίδιον ζήλον, έστησαν ενέδρας γύρω από την πόλιν και άμα επλησίασαν οι βάρβαροι, επέπεσαν εναντίον των, προελάσαντες από την πόλιν και εξορμήσαντες από τας ενέδρας των. Και επειδή επήλθε πανικός, αι εις νεκρούς απώλειαι των Χαόνων υπήρξαν μεγάλαι, και οι άλλοι βάρβαροι, άμα είδαν αυτούς υποκύπτοντας, δεν αντέστησαν πλέον, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν. Ούτε η μία, ούτε η άλλη Ελληνική φάλαγξ αντελήφθη την μάχην, διότι οι βάρβαροι είχαν προχωρήσει πολύ και οι Έλληνες υπέθεταν ότι εβιάζονο δια να εξεύρουν τόπον στρατοπεδεύσεως. Όταν όμως οι βάρβαροι φεύγοντες έπεσαν επάνω των, όχι μόνον τους περιεσυνέλεξαν, αλλά και εσχημάτισαν εν κοινόν στρατόπεδον και έμειναν εκεί ησυχάζοντες διαρκούσης της ημέρας καθόσον οι Στράτιοι δεν επετέθησαν εναντίον των, λόγω του ότι αι ενισχύσεις των λοιπών Ακαρνάνων δεν είχαν φθάσει ακόμη. Εσφενδόνιζαν όμως αυτούς από μακράν και τους έφεραν εις μεγάλην αμηχανίαν, καθόσον δεν ημπορούσαν να κινήσουν χωρίς να φορούν θώρακα και ασπίδα, επειδή οι Ακαρνάνες θωρούνται επιτηδειότατοι σφεδονισταί.

82. Όταν ενύκτωσεν, ο Κνήμος απεσύρθη με τον στρατόν του εσπευσμένως προς τον ποταμόν Άναπον, που απείχεν ογδοήντα στάδια από την πόλιν του Στρατού, και την επιούσαν παρέλαβε τους νεκρούς του, ζητήσας προς τον σκοπόν τούτον βραχείαν ανακωχήν. Και επειδή οι Οινιάδαι, λόγω φιλίας, είχαν προσέλθει προς ενίσχυσιν του Κνήμου, απεσύρθη εις την πόλιν των, πριν φθάσουν αι αναμενόμεναι ενισχύσεις των Ακαρνάνων, και απ' εκεί απήλθαν τα διάφορα αποσπάσματα εις τα ίδια. Οι Στράτιοι, εξ άλλου, έστησαν τρόπαιον δια την μάχην των εναντίον των βαρβάρων.

 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]