90.
Περιγραφή της ναυμαχίας
Τοιαύτας προτροπάς απηύθυνε και ο Φορμίων εις τους άνδρας του. Οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι ήσαν ηγκυροβολημένοι με τα νώτα στηριζόμενα επί της παραλίας των, εις φάλαγγα βάθους τεσσάρων πλοίων, βλέποντες ότι οι Αθηναίοι δεν εισήρχοντο εντός του κόλπου και των στενών, και θέλοντες να τους παρασύρουν εκεί και άκοντας, εξέπλευσαν λίαν πρωΐ διευθυνόμενοι εις το εσωτερικόν του κόλπου, αφού έστρεψαν μέτωπον προς τα δεξιά, ούτως ώστε το τέως δεξιόν των κέρας κατείχεν ήδη την πρωτοπορίαν. Εις την πρωτοπορίαν αυτήν έταξαν είκοσι πλοία, τα πλέον ταχύπλοα, όπως εις περίστασιν, κατά την οποίαν ο Φορμίων ήθελεν τυχόν υποθέσει ότι πλέουν κατά της Ναυπάκτου, και ήθελε σπεύσει και αυτός πλέων παρά την ακτήν κατά την ιδίαν διεύθυνσιν, προς υπεράσπισίν της, μη δυνηθούν οι Αθηναίοι να διαφύγουν την επίθεσν του στόλου των Πελοποννησίων δια της υπερφαλαγγίσεως του δεξιού κέρατος αυτού, αλλά τούτο αποκόψη εκείνους. Ο Φορμίων, τωόντι, ως είδεν αυτούς εκκινούντας, εφοβήθη, καθώς εκείνοι είχαν προΐδει, δια την ασφάλειαν της Ναυπάκτου, η οποία ήτο αφύλακτος, και παρά την θέλησίν του επεβίβασε εσπευσμένως τα πληρώματα και έπλεε παρά την ακτήν, ενώ ο πεζός στρατός των Μεσσηνίων ηκολούθει και αυτός, έτοιμος προς βοήθειαν. Όταν είδαν οι Πελοποννήσιοι ότι οι Αθηναίοι παρέπλεαν παρά την ακτήν εις γραμμήν παραγωγής, και ότι ήσαν ήδη εντός του κόλπου και πολύ πλησίον της ξηράς, πράγμα το οποίον ακριβώς επεδίωκαν, μόλις εδόθη το σχετικόν σήμα, έστρεψαν όλοι μέτωπον προς τ' αριστερά και έπλεαν εναντίον των Αθηναίων, όσον ταχύτερον ημπορούσε έκαστος, ελπίζοντες ν' αποκόψουν όλον τον στόλον των. Ένδεκα εν τούτοις από τα πλοία του στόλου αυτού, τα οποία έπλεαν επί κεφαλής των άλλων, κατώρθωσαν να διαφύγουν το δεξιόν κέρας των Πελοποννησίων και την επίθεσιν του νέου μετώπου των, και έπλευσαν προς το πλατύτερον μέρος του κόλπου. Αλλά τα επίλοιπα επρόλαβαν οι Πελοποννήσιοι, και όχι μόνον τα έσπρωξαν προς την ξηράν, ενώ προσεπάθουν να διαφύγουν, αλλά και τα ηχρήστεσαν και εφόνευσαν τους αποτελούντας τα πληρώματα, όσοι τυχόν δεν επρόλαβαν να φθάσουν εις την ξηράν κολυμβώντες, εκτός δ' ενός πλοίου, το οποίον οι Πελοποννήσιοι είχαν ήδη κυριεύσει προηγουμένως αύτανδρον, προσέδεσαν μερικά άλλα εις τα ιδικά των και τα ερρυμούλκησαν κενά πληρωμάτων. Αλλ' οι Μεσσήνιοι, οι οποίοι είχαν σπεύσει εις βοήθειαν, εισώρμησαν ένοπλοι εις την θάλασσαν, κατώρθωσαν ν' ανέλθουν εις μερικά απ' αυτά, και διεξάγοντες αγώνα από καταστρωμάτων, τ' ανέκτησαν ενώ ήδη ερρυμουλκούντο.

91. Εις το μέρος λοιπόν τούτο της μάχης οι Πελοποννήσιοι ήσαν νικηταί και είχαν προξενήσει σοβαράς ζημίας εις τα Αθηναϊκά πλοία. Τα είκοσι, εξ άλλου, ταχύπλοα σκάφη του δεξιού κέρατος κατεδίωξαν τα ένδεκα Αθηναϊκά, τα οποία είχαν διαφύγει προς το πλατύτερο μέρος του κόλπου, όταν οι Πελοποννήσιοι, έκαμαν την αιφνιδίαν στροφήν. Τα Αθηναϊκά αυτά πλοία, πλην ενός, επρόλαβαν και κατέφυγαν εις την Ναύπακτον, όπου εσταμάτησαν απέναντι του ναού του Απόλλωνος, με την πρώραν προς τα έξω, και ητοιμάζοντο ν' αμυνθούν, εάν ο εχθρός εστρέφετο προς την ξηράν, δια να επιτεθή κατ' αυτών. Οι Πελοποννήσιοι έφθασαν πράγματι μετ' ολίγον, παιανίζοντες ενώ έπλεαν, ως να είχαν ήδη νικήσει, και εν πλοίον των Λευκαδίων, το οποίον προηγείτο πολύ από τον επίλοιπον στόλον, κατεδίωκε το καθυστερήσαν Αθηναϊκόν πλοίον. Αλλ' εις ικανήν από την Ναύπακτον απόστασιν έτυχεν αγκυροβολημένον εμπορικόν σκάφος, περί το οποίον επρόλαβε το Αθηναϊκόν να ενεργήση τον χειρισμόν του περίπλου, προσβάλη εις την πλευράν το καταδιώκον αυτό Λευκάδιον πλοίον και το καταβυθίση. Ως εκ του απροσδοκήτου και εκπληκτικού αυτού γεγονότος, οι Πελοποννήσιοι κατελήφθησαν από φόβον, και επειδή συγχρόνως η κατά του Αθηναϊκού στόλου καταδίωξίς των εγίνετο άνευ τάξεως πλέον, ως εκ του αισθήματος ασφαλείας, το οποίον τους έδιδεν η νίκη, αλλά μεν από τα πλοία στηρίξαντα τας κώπας των κατεβασμένας εντός της θαλάσσης, εσταμάτησαν την πορείαν των, περιμένοντες το κύριον τμήμα του στόλου των, πράγμα το οποίον ήτο σοβαρόν σφάλμα, διότι έδιδεν εις τον εχθρόν ευκαιρίαν αντεπιθέσεως εκ μικράς αποστάσεως, άλλα δε πάλιν, ένεκα αγνοίας του μέρους, εξώκειλαν εις ρηχά νερά.

92. Εις το θέαμα τούτο, οι Αθηναίοι εμπνευσθέντες από θάρρος, μόλις εδόθη το σχετικόν παράγγελμα, ώρμησαν όλοι συγχρόνως αλαλάζοντες εναντίον των. Αλλ' ο Πελοποννησιακός στόλος, ένεκα των σφαλμάτων, εις τα οποία υπέπεσε, και της αταξίας, εις την οποίαν ευρίσκετο την στιγμήν εκείνην, μετά βραχείαν αντίστασιν, ετράπη εις φυγήν προς το Πάνορμον, από όπου είχεν εκπλεύσει. Οι Αθηναίοι τους κατεδίωξαν και όχι μόνον συνέλαβαν τα πλησιέστερα εχθρικά πλοία, εξ τον αριθμόν, αλλ' ανέκτησαν και τα ιδικά των σκάφη, όσα είχε ρυμουλκήσει ο εχθρός, αφού τα ηχρήστευσεν αρχικώς, πλησίον της ακτής. Από τα πληρώματα δε των εχθρικών πλοίων άλλους εφόνευσαν και άλλους ηχμαλώτισαν. Ο Λακεδαιμόνιο Τιμοκράτης, ο οποίος επέβαινεν επί του Λευκαδίου πλοίου που εβυθίσθη πλησίον του εμπορικού, ως είδε την καταστροφήν του πλοίου του, ηυτοκτόνησε, και το σώμα του εξεβράσθη εις τον λιμένα της Ναυπάκτου. Επιστρέψαντες οι Αθηναίοι, έστησαν τρόπαιον εις το μέρος, από το οποίον εκκινήσαντες ενίκησαν, και συνέλεξαν τους νεκρούς και τα ναυάγια μαζύ με τους ναυαγούς που ήσαν πλησίον της ακτής των, και παρεχώρησαν βραχείαν ανακωχήν εις τους εχθρούς, δια να παραλάβουν τους νεκρούς των. Αλλά και οι Πελοποννήσιοι έστησαν τρόπαιον δια την ήτταν των εχθρικών πλοίων που είχαν αχρηστεύσει πλησίον της ξηράς, και το πλοίον που είχαν συλλάβει ετοποθέτησαν ως αφιέρωμα εις το Αχαϊκόν Ρίον, πλησίον του τροπαίου. Μετά ταύτα όμως, φοβούμενοι τας ενισχύσεις που επεριμένοντο από τας Αθήνας, εισέπλευσαν όλοι, εκτός των Λευκαδίων, εν καιρώ νυκτός, εις τον Κορινθιακόν κόλπον, κατευθυνόμενοι προς την Κόρινθον. Και ολίγον μετά την αναχώρησιν του Πελοποννησιακού στόλου, έφθασεν εκ Κρήτης εις την Ναύπακτον η μοίρα των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων, τα οποία έπρεπε να προσέλθουν προς ενίσχυ σιν του Φορμίωνος προ της μάχης. Και με τα γεγονότα αυτά ετελείωσε το θέρος.

93.
Σχέδιον των Πελοποννησίων να καταλάβουν τον Πειραιά
Μετά την επιστροφήν του στόλου εις τον Κορινθιακόν κόλπον, ο Κνήμος, ο Βρασίδας, και οι λοιποί αρχηγοί των Πελοποννησίων ήθελαν, κατ' εισήγησιν των Μεγαρέων, πριν προβούν εις αποστράτευσιν αυτού, να επιχειρήσουν κατά τας αρχάς του χειμώνος την κατάληψιν του Πειραιώς, του λιμένος των Αθηναίων,ο οποίος ήτο αφύλακτος και άκλειστος, πολύ φυσικά άλλωστε ως εκ της κατά θάλασσαν μεγάλης υπεροχής των Αθηναίων. Και εσχεδίαζαν ότι έκαστος ναύτης, φέρων την κώπην του, το υπηρέσιον και τον τροπωτήρα, θα μετέβαινε δια ξηράς από την Κόρινθον εις την προς τας Αθήνας θάλασσαν, και αφού δι' εσπευσμένης πορείας έφθαναν εις τα Μέγαρα και καθείλκυαν από την Νίσαιαν, τον πολεμικόν λιμένα των Μεγάρων, σαράντα πλοία που ευρίσκοντο εκεί, θα έπλεαν κατ' ευθείαν εναντίον του Πειραιώς. Καθόσον ούτε ναυτική δύναμις εστάθμευεν εντός αυτού προς προστασίαν, ούτε καμμία ανησυχία υπήρχε μήπως ο εχθρός επιτεθή ποτέ δια θαλάσσης, κατά τοιούτον αιφνίδιον τρόπον, διότι ούτε φανεράν επίθεσιν ηδύνατο να τολμήση, ούτε ήτο δυνατόν, εάν εσχεδίαζε μυστικήν τοιαύτην, να μη το αντιληφθούν εγκαίρως οι Αθηναίοι. Τωόντι, μόλις απεφασίσθη οριστικώς το σχέδιον τούτο, οι Πελοποννήσιοι ανεχώρησαν δια τα Μέγαρα, και φθάσαντες εν καιρώ νυκτός και καθελκύσαντες τα πλοία από την Νίσαιαν, απέπλευσαν, διευθυνόμενοι όμως όχι κατά του Πειραιως πλέον, όπως αρχικώς εσχεδίαζαν, διότι εθεώρησαν τον κίνδυνον πολύ μεγάλον (και διότι, ως λέγεται, κάποιος άνεμος τους ημπόδισε), αλλά κατά του ακρωτηρίου της Σαλαμίνος, το οποίον βλέπει προς τα Μέγαρα, όπου υπήρχε φρούριον και μοίρα τριών πλοίων δια να παρεμποδίζη αυστηρώς τον είσπλουν και έκπλουν του λιμένος των Μεγάρων. Επετέθησαν λοιπόν κατά του φρουρίου αυτού, καθείλκυσαν και ερρυμούλκησαν τας τριήρεις, κενάς πληρωμάτων, και επεδόθησαν εις λεηλασίαν της λοιπής Σαλαμίνος, της οποίας οι κάτοικοι δεν επερίμεναν τοιαύτην επίθεσιν.
94. Πυρσοί τότε υψώθησαν δια να μεταδώσουν την είδησιν της εχθρικής επιδρομής εις τας Αθήνας, όπου επήλθε κατάπληξις μεγαλυτέρα από κάθε άλλην κατά τον πόλεμον. Διότι οι κάτοικοι της πόλεως ενόμισαν ότι είχαν ήδη εισπλεύσει εις τον Πειραιά οι εχθροί, και οι του Πειραιώς, ότι η Σαλαμίς είχεν ήδη κυριευθή και ότι από στιγμής εις στιγμήν θα εισέπλεαν εις τον λιμένα των, πράγμα πού ημπορούσε ευκόλως να είχε συμβή, εάν ο εχθρός ήθελε πραγματικώς να ενεργήση αποφασιστικώς, και ούτε θα τον ημπόδιζεν ο άνεμος. Αλλά μόλις εξημέρωσεν, οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειαν του Πειραιώς πανστρατιά, καθείλκυσαν τα πλοία, και επιβιβασθέντες επ' αυτών με θορυβώδη σπουδήν, έπλεαν προς την Σαλαμίνα, ενώ εις τον στρατόν της ξηράς ανετέθη η φρούρησις του Πειραιώς. Οι Πελοποννήσιοι είχαν ήδη επιδράμει το μεγαλύτερον μέρος της Σαλαμίνος, όταν, αντιληφθέντες τους Αθηναίους σπεύδοντας εις βοήθειαν αυτής παρέλαβαν τους αιχμαλώτους, την λείαν, και τα τρία πλοία που είχαν πάρει από το φρούριον Βούδορον, και απέπλευσαν εσπευσμένως εις Νίσαιαν. Εν μέρει, άλλωστε, ενέπνεεν εις αυτούς ανησυχίαν και το περιστατικόν ότι τα πλοία των, καθελκυσθέντα μετά πάροδον μακρού χρόνου, δεν ήσαν στεγανά. Φθάσαντες δε εις τα Μέγαρα, επέστρεψαν πεζή εις Κόρινθον. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, μη προλαβόντες αυτούς εις την Σαλαμίνα, απέπλευσαν και αυτοί εις τα ίδια, και μετά το επεισόδιον τούτο, εφρούρουν του λοιπού επιμελέστερον τον Πειραιά, όχι μόνον δια του κλεισίματος των λιμένων, αλλά και δια της εφαρμογής άλλων προφυλακτικών μέτρων.

95.
Ο Σιτάλκης και το Θρακικόν του βασίλειον. Η Μακεδονία
Εις τον ίδιον περίπου καιρόν, κατά τας αρχάς του νέου χειμώνος, ο Οδρύσης Σιτάλκης, υιός του Τήρεω, βασιλεύς των Θρακών, εξεστράτευσεν εναντίον του Περδίκκα, υιού του Αλεξάνδρου, βασιλέως της Μακεδονίας, και των πόλεων της Χαλκιδικής, επιθυμών να επιβάλη την εκτέλεσιν μιας υποσχέσεως και να εκτελέση ο ίδιος μίαν άλλην. Διότι αφ' ενός μεν ο Περδίκκας, ο οποίος ευρισκόμενος εις τας αρχάς του πολέμου εις πολύ δύσκολον θέσιν, είχε δώσει υποσχέσεις προς τον Σιτάλκην, υπό τον όρον, ότι ο τελευταίος θα τον συνεφιλίωνε με τους Αθηναίους, και ότι δεν θα επανέφερε τον αδελφόν του Φίλιππον, ο οποίος ήτο εχθρός του, δια να τον εγκαταστήση βασιλέα, δεν εξετέλει τας υποσχέσεις του αυτάς. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Σιτάλκης, όταν συνωμολόγησε την συμμαχίαν με τους Αθηναίους, είχεν αναλάβει απέναντί των την υποχρέωσιν να τερματίση τον Χαλκιδικόν πόλεμον, Ένεκα λοιπόν των δύο αυτών λόγων, επεχείρει την εκστρατείαν, έχων μαζί του και τον υιόν του Φιλίππου Αμύνταν, δια να τον εγκαταστήση βασιλέα των Μακεδόνων, και τους πρέσβεις των Αθηναίων, οι οποίοι είχαν έλθει προς αυτόν εξ αφορμής ακριβώς της εκστρατείας, και ως στρατηγόν τον Άγνωνα. Διότι και οι Αθηναίοι επρόκειτο, κατά τα συμφωνηθέντα, να συμπράξουν εναντίον των πόλεων της Χαλκιδικής δια της αποστολής όχι μόνον στόλου, αλλά και στρατού, όσον το δυνατόν περισσοτέρου.

96. Ο Σιτάλκης, λοιπόν, αρχίζων από την χώραν των Οδρυσών, εκάλεσε πρώτον υπό τας σημαίας του τους εντεύθεν του όρους Αίμου και της Ροδόπης, μέχρι των ακτών του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου Θράκας, επί των οποίων εβασίλευεν, έπειτα πέραν του Αίμου τους Γέτας και όσα άλλα φύλα ήσαν εγκατεστημένα εντεύθεν του Ίστρου προς τα παράλια ιδίως του Ευξείνου Πόντου. Οι Γέται και τα άλλα φύλα των μερών αυτών είναι όχι μόνον γείτονες των Σκυθών, αλλά και έχουν όμοιον με αυτούς οπλισμόν, είναι δηλαδή όλοι ιπποτοξόται. Εκάλεσε προς τούτοις να τον ακολουθήσουν πολλούς από τους ορεινούς μαχαιροφόρους Θράκας, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι, επονομάζονται Δίοι, και κατοικούν οι περισσότεροι την Ροδόπην. Από αυτούς άλλοι εστρατολογήθησαν ως μισθοφόροι και άλλοι ηκολούθησαν ως εθελονταί. Εκάλεσεν ακόμη υπό τας σημαίας του τους Αγριάνας και τους Λαιαίους και όλα τα Παιονικά φύλα, επί των οποίων εβασίλευε, και τα οποία ήσαν οι τελευταίοι προς το μέρος τούτο υπήκοοί του. Διότι εις την επικράτειάν του περιλαμβάνονται και οι Λαιαίοι Παίονες και ο ποταμός Στρυμών, ο οποίος πηγάζει από το όρος Σκόμβρον και διασχίζει την χώραν των Αγριάνων και Λαιαίων. Εκεί και πέραν αρχίζει η χώρα των ανεξαρτήτων Παιόνων. Προς το μέρος των Τριβαλλών, εξ άλλου, οι οποίοι είναι επίσης ανεξάρτητοι, το όριον του κράτους του αποτελούν οι Τρήρες και οι Τιλαταίοι, οι οποίοι κατοικούν προς βορράν του όρους Σκόμβρου, εκτεινόμενοι δυτικώς μέχρι του ποταμού Οσκίου. Ο ποταμός αυτός πηγάζει από την ιδίαν οροσειράν, από την οποίαν πηγάζουν και ο Εύρος και ο Νέστος, και είναι η οροσειρά αυτή, η οποία συνέχεται με την Ροδόπην, μεγάλη και ακατοίκητος.

97. Ως προς το μέγεθός του, το βασίλειον των Οδρυσών εξετείνετο προς το μέρος μεν της θαλάσσης από την πόλιν των Αβδήρων μέχρι του Ευξείνου Πόντου, έως τας εκβολάς του ποταμού Ίστρου. Την έκτασιν αυτήν ημπορεί κανείς, ακολουθών την συντομωτέραν πορείαν, να περιπλεύση με εμπορικόν σκάφος εις τέσσαρα ημερονύκτια, εάν ο άνεμος είναι διαρκώς ούριος. Κατά ξηράν, την απόστασιν από τα Άβδηρα έως τα εκβολάς του Ίστρου ημπορεί καλός πεζοπόρος να διανύση εις ένδεκα ημέρας, ακολουθών επίσης τον συντομώτερον δρόμον. Τόση ήτο η έκτασις του κράτους των Οδρυσών από θάλασσαν εις θάλασσαν. Προς την διεύθυνσιν του εσωτερικού, η απόστασις από το Βυζάντιον έως την χώραν των Λαιαίων και τον ποταμόν Στρυμόνα (δηλαδή η μακροτέρα απόστασις από την θάλασσαν προς το εσωτερικόν) ημπορεί να διανυθή από καλόν πεζοπόρον εις δέκα τρεις ημέρας. Ως προς τον φόρον, εξ άλλου, τον οποίον επλήρωναν τα υπό των βαρβάρων κατοικούμενα εδάφη και αι Ελληνικαί πόλεις, επί των οποίων εξετείνετο η κυριαρχία των Οδρυσών, επί Σεύθου (ο οποίος, βασιλεύσας μετά τον Σιτάλκη, ηύξησε τα μέγιστα τωόντι την εξ αυτού πρόσοδον), η αξία του ανήρχετο εις τετρακόσια περίπου τάλαντα νομίσματος, κατεβάλλετο δε σίτος εις χρυσόν και άργυρον. Και δώρα χρυσά και αργυρά αξίας όχι μικροτέρας του φόρου προσεφέροντο, εκτός από τα παντός είδους υφάσματα κεντημένα και απλά και άλλα είδη οικιακής χρήσεως, και μάλιστα όχι μόνον εις τον ίδιον τον βασιλέα, αλλά και εις τους υπ' αυτόν άρχοντας και τους ευγενείς Οδρύσας. Διότι εις τους Οδρύσας, αντιθέτως προς τα κρατούντα εις το βασίλειον των Περσών, εισήχθη και το έθιμον να λαμβάνουν μάλλον παρά να δίδουν. Ήτο δε μεγαλυτέρα εντροπή να μη δίδη κανείς, όταν του εζήτουν, παρά ζητών να μη λαμβάνη. Το έθιμον αυτό ίσχυε βεβαίως και μεταξύ των άλλων Θρακών, οι Οδρύσαι όμως βασιλείς, λόγω της μεγαλυτέρας δυνάμεώς των, το εξεμεταλλεύθησαν περισσότερον. Διότι δεν ημπορούσε κανείς να κατορθώση τίποτε χωρίς να δίδη δώρα. Ως εκ' τούτου, η βασιλεία των Οδρυσών απέβη ισχυροτάτη, και υπό έποψιν χρηματικών προσόδων και γενικής ευημερίας υπερέβαινεν όλα τα μεταξύ του Ιονίου κόλπου και του Ευξείνου Πόντου βασίλεια, μολονότι υπό έποψιν δυνάμεως και πλήθους στρατού ήτο πολύ υποδεεστέρα από το βασίλειον των Σκυθών. Διότι εάν υποτεθή ότι οι τελευταίοι αυτοί συμφωνούν όλοι μεταξύ των, όχι μόνον τα έθνη της Ευρώπης δεν ημπορούν να εξισωθούν με την δύναμίν των, αλλ' ούτε εις την Ασίαν ακόμη υπάρχει κανέν έθνος που να ημπορή μόνον του ν' αντιταχθή προς αυτούς. Άλλωστε, ούτε ως προς την κατά τα λοιπά ορθοφροσύνην και την αντίληψιν των χρησίμων εις την ζωήν ημπορούν να συγκριθούν με άλλους.

98. Ως βασιλεύς λοιπόν χώρας τόσον μεγάλης, παρεσκεύαζεν ο Σιτάλκης τον στρατόν του. Και μετά την συμπλήρωσιν των ετοιμασιών του, εξεκίνησε δια την Μακεδονίαν, πορευόμενος κατ' αρχάς δια της ιδικής του χώρας, και έπειτα δια του ερήμου όρους της Κερκίνης, το οποίον κείται μεταξύ των Σιντών και των Παιόνων. Το όρος αυτό διήλθεν ακολουθών τον δρόμον, τον οποίον ο ίδιος είχεν ανοίξει προηγουμένως δια μέσου του δάσους, όταν είχεν εκστρατεύσει εναντίον των Παιόνων. Εξελθών από το έδαφος των Οδρυσών ο στρατός και διερχόμενος δια του όρους, είχε δεξιά μεν τους Παίονας, αριστερά δε τους Σιντούς και τους Μαιδούς. Αφού δε επέρασε το όρος, έφθασεν εις Δόβηρον της Παιονίας. Κατά την πορείαν, ο στρατός του όχι μόνον δεν ηλαττώθη, εκτός από ασθενείας σποραδικάς, αλλά και ηύξανε. Διότι πολλοί από τους ανεξαρτήτους Θράκας ηκολούθουν απρόσκλητοι χάριν διαρπαγής, ώστε η ολική δύναμις ανήλθεν, ως λέγεται, εις εκατόν πενήντα τουλάχιστον χιλιάδας, από τους οποίους το μεγαλύτερον μέρος ήσαν πεζικόν και το εν τρίτον περίπου ιππικόν. Το περισσότερον ιππικόν παρείχαν οι ίδιοι οι Οδρύσαι και κατά δεύτερον λόγον οι Γέται. Από τους πεζούς, μαχιμώτατοι μεν ήσαν οι μαχαιροφόροι, οι οποίοι είχαν προσέλθει από τους ανεξαρτήτους ορεινούς κατοίκους της Ροδόπης, οι λοιποί δε ηκολούθουν ως άτακτα στίφη και ήσαν τρομεροί, κυρίως ως εκ του μεγάλου των πλήθους.

99. Ο στρατός λοιπόν του Σιτάλκου συνεκεντρώνετο εις την Δόβηρον και ητοιμάζετο να κατέλθη από τα υψώματα, δια να εισβάλη εις την Κάτω Μακεδονίαν, επί της οποίας εβασίλευεν ο Περδίκκας. Διότι υπάρχει και Άνω Μακεδονία, εις την οποίαν κατοικούν οι Λυγκησταί και οι Ελιμιώται και άλλα φύλα, τα οποία είναι μεν σύμμαχα και υπήκοα των κάτω Μακεδόνων, αλλ' έχουν βασιλείς ιδικούς των. Αλλά την περί την θάλασσαν εκτεινομένην χώραν, η οποία καλείται σήμερον Μακεδονία, κατέκτησαν πρώτον και εβασίλευσαν επ' αυτής ο πατήρ του Περδίκκα Αλέξανδρος και οι πρόγονοί του Τημενίδαι, οι οποίοι κατήγοντο αρχικώς από το Άργος, και οι οποίοι εξεδίωξαν δια της βίας των όπλων από μεν την Πιερίαν τους Πίερας, οι οποίοι εγκατεστάθησαν βραδύτερον εκείθεν του Στρυμόνος εις Φάγρητα και άλλα μέρη υπό το Παγγαίον (και μέχρι σήμερον δ' ακόμη η εις τους πρόποδας του Παγγαίου προς την θάλασσαν χώρα καλείται κοιλάς της Πιερίας), και από την καλουμένην Βοττίαν τους Βοττιαίους, οι οποίοι είναι σήμερον γείτονες της Χαλκιδικής. Κατέκτησαν ωσαύτως από την Παιονίαν λωρίδα γης, εκτεινομένην από το εσωτερικόν κατά μήκος του Αξιού προς την Πέλλαν και την θάλασσαν, και εξουσιάζουν ήδη πέραν του Αξιού μέχρι του Στρυμόνος την καλουμένην Μυγδονίαν, εκδιώξαντες απ' αυτήν τους Ηδώνας. Επίσης εξεδίωξαν από την καλουμένην σήμερον Εορδίαν τους Εορδούς, εκ των οποίων οι μεν πολλοί κατεστράφησαν, ολίγοι δε έχουν εγκατασταθή περί την Φύσκαν, και από την Αλμωπίαν τους Άλμωπας. Το ούτω συγκροτηθέν βασίλειον των Τημενιδών κατέκτησε και εξουσιάζει μέχρι σήμερον τα διαμερίσματα άλλων φύλων, όπως τον Ανθεμούντα, την Γρηστωνίαν, την Βισαλτίαν, και πολύ μέρος της καθαυτό Μακεδονίας. Ολόκληρον, εν τούτοις, το κράτος τούτο ονομάζεται Μακεδονία, και βασιλεύς αυτού, κατά τον χρόνον της εισβολής του Σιτάλκου, ήτο ο υιός του Αλεξάνδρου Περδίκκας.

100. Οι Μακεδόνες αυτοί, μη δυνάμενοι ν' αμυνθούν εναντίον της εισβολής τόσον μεγάλου στρατού, απεσύρθησαν εις τας εκ φύσεως οχυράς θέσεις και τα φρούρια, όσα υπήρχαν εις την χώραν. Τοιαύτα όμως φρούρια δεν υπήρχαν πολλά, διότι βραδύτερον μόνον ο υιός του Περδίκα Αρχέλαος, όταν έγινε βασιλεύς, οικοδόμησεν όσα σήμερον υπάρχουν εις την χώραν, εχάραξεν ευθείς δρόμους, και καθ' όλα τα άλλα ερρύθμισε τα του πολέμου δι' οργανώσεως του ιππικού και της προμηθείας όπλων και των λοιπών εφοδίων, καλλίτερα από όλους τους προ αυτού οκτώ βασιλείς. Ο στρατός των Θρακών, εκκινήσας από την Δόβηρον, εισέβαλε πρώτον εις την χώραν, η οποία ήτο προηγουμένως υπό την εξουσίαν του Φιλίππου, και εκυρίευσεν εξ εφόδου την Ειδομενήν, ενώ εξ άλλου η Γορτυνία, η Αταλάντη και μερικά άλλα μέρη υπετάχθησαν δια συνθηκολογίας, λόγω συμπαθείας προς τον υιόν του Φιλίππου Αμύνταν, ο οποίος ηκολούθει την εκστρατείαν. Τον Ευρωπόν, εξ άλλου, επολιόρκησαν μεν, δεν ημπόρεσαν όμως να κυριεύσουν. Μετά τούτο ήρχισε προελαύνων και εις την άλλην Μακεδονίαν, την προς τ' αριστερά της Πέλλης και του Κύρρου. Νοτιώτερον όμως δεν επροχώρησε μέχρι Βοττιαίας και Πιερίας, αλλ' ήρχισε να ερημώνη την Μυγδονίαν, την Γρηστωνίαν και τον Ανθεμούντα. Οι Μακεδόνες, εξ άλλου, ούτε εσκέφθησαν καν ν' αντισταθούν δια του πεζικού, αλλά προσκαλέσαντες τους συμμάχους των της Άνω Μακεδονίας να ενώσουν το υπάρχον ήδη ιππικόν των, καίτοι ολίγοι εναντίον πολλών, ενήργησαν επελάσεις κατά του στρατεύματος των Θρακών, οπουδήποτε ενόμιζαν ότι παρουσιάζεται κατάλληλος ευκαιρία. Και οπουδήποτε μεν εγίνετο η πρώτη κρούσις, κανείς δεν ημπορούσε ν' αντισταθή εναντίον ιππέων,όχι μόνον γενναίων, αλλά και φερόντων θώρακα, αλλ' οσάκις περιεκυκλώνοντο υπό μεγάλου πλήθους, περιήρχοντο εις σοβαρόν κίνδυνον, λόγω του ότι αι εχθρικαί δυνάμεις ήσαν πολλαπλάσιαι,εις τρόπον ώστε τελικώς κρίνοντες, ότι δεν είναι εις θέσιν να επιχειρούν τοιαύτα τολμήματα απέναντι τόσης αριθμητικής υπεροχής, τα παρήτησαν.

101. Ο Σιτάλκης ήλθεν εις διαπραγματεύσεις προς τον Περδίκκαν περί των λόγων, οι οποίοι επροκάλεσαν την εκστρατείαν, και επειδή οι Αθηναίοι δεν προσήλθαν με τον στόλον των προς βοήθειαν, διότι δεν επίστευαν ότι θα ήρχετο και εκείνος (περιωρίσθησαν δε μόνον εις την αποστολήν δώρων και πρέσβεων), απέστειλεν εν μέρος του στρατοί εις την Χαλκιδικήν και την Βοττικήν, και αφού ηνάγκασε τους κατοίκους να κλειστούν εντός των τειχών των, ήρχισε να ερημώνη την χώραν των. Αλλ' ενώ ήτο στρατοπεδευμένος εις τα μέρη αυτά, οι προς Νότον κατοικούντες Θεσσαλοί και οι κάτοικοι της Μαγνησίας και οι άλλοι υπήκοοι των Θεσσαλών και όλοι οι μέχρι των Θερμοπυλών Έλληνες εκυριεύθησαν από φόβον, μήπως ο στρατός του προελάση και εναντίον των, και ήρχισαν να ετοιμάζωνται. Και προς βορράν άλλωστε, εκυριεύθησαν επίσης από φόβον οι πέραν του Στρυμόνος κατοικούντες ανεξάρτητοι πεδινοί Θράκες, οι Παναίοι δηλαδή, οι Οδόμαντοι, οι Δρώοι, και οι Δερσαίοι. Αλλά και μακρότερον ακόμη, μεταξύ των Ελλήνων, όσοι ήσαν εχθροί των Αθηναίων, επροκάλεσεν ανησύχους συζητήσεις, μήπως παρασυρόμενος από αυτούς, λόγω της συμμαχίας, προελάση και εναντίον των. Αλλ' ο Σιτάλκης, εις το μεταξύ, ησχολείτο εις την ερήμωσιν όχι μόνον της Χαλκιδικής και της Βοττικής, αλλά και της Μακεδονίας συγχρόνως, την οποίαν εξηκολούθει κατέχων. Και επειδή όχι μόνον κανείς από τους σκοπούς της εισβολής του δεν επετύγχανεν, αλλά και ο στρατός του και τρόφιμα δεν είχε και, από την κακοκαιρίαν εταλαιπωρείτο, επείσθη επί τέλους από τον Σεύθην, τον υιόν του Σπαραδόκου, ο οποίος ήτο ανεψιός του και είχε την μεγίστην μετ' αυτόν επιρροήν, να επιστρέψη εις τα ίδια άνευ αναβολής. Τον Σεύθην, εξ άλλου, είχε προσεταιρισθή ο Περδίκας, υποσχόμενος εις αυτόν κρυφίως να του δώση εις γάμον την αδελφήν του και επί πλέον και προίκα. Πεισθείς ο Σιτάλκης, επέστρεψε με τον στρατόν του εσπευσμένως εις τα ίδια, αφού είχε μείνει εν συνόλω τριάντα ημέρας, από τας οποίας οκτώ κατηνάλωσεν εις την Χαλκιδικήν. Και ο Περδίκκας ύστερον έδωσεν εις γάμον την αδελφήν του Στρατονίκην εις τον Σεύθην, σύμφωνα με την υπόσχεσίν του. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία και το τέλος της εκστρατείας του Σιτάλκου.

102.
Οι Αθηναίοι εις Ακαρνανίαν
Κατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, η Αθηναϊκή φρουρά της Ναυπάκτου, μετά την αποστράτευσιν του Πελοποννησιακού στόλου, εξεστράτευσεν εις την Ακαρνανίαν, υπό την αρχηγίαν του Φορμίωνος, με τετρακοσίους Αθηναίους οπλίτας από τους επιβαίνοντας επί του στόλου και τετρακοσίους Μεσσηνίους. Η δύναμις αυτή έπλευσε παραλιακώς προς τον Αστακόν, όπου αποβιβασθείσα προήλασεν εις το εσωτερικόν, και αφού εξεδίωξεν από τον Στράτον και τα Κόροντα και άλλα μέρη εκείνους εκ των κατοίκων, εις τους οποίους δεν είχαν εμπιστοσύνην, και επανέφεραν εις τα Κόροντα τον Κύνητα, υιόν του Θεολύτου, επέστρεψαν πάλιν εις τα πλοία των. Καθόσον κατά των Οινιαδων, οι οποίοι μόνοι από τους Ακαρνάνας υπήρξαν κατά παράδοσιν εχθροί των, δεν εθεωρήθη δυνατή εκστρατεία, διαρκούντος του χειμώνος. Διότι ο ποταμός Αχελώος, πηγάζων από το όρος Πίνδον, ρέει δια της χώρας των Δολόπων, των Αγραίων και των Αμφιλόχων, έπειτα διασχίζει την πεδιάδα της Ακαρνανίας, διερχόμενος εις το βόρειον μέρος αυτής, πλησίον από την πόλιν Στράτον, εκβάλλει δ' εις την θάλασσαν πλησίον της χώρας των Οινιαδών, των οποίων την πόλιν περικλύζει με έλη, καθιστών τοιουτοτρόπως κατά την εποχήν του χειμώνος αδυνάτους τας στρατιωτικάς επιχειρήσεις, ένεκα των υδάτων. Αι περισσότεραι, εξ άλλου, από τας νήσους Εχινάδας κείνται καταντικρύ της πόλεως των Οινιαδών, εις μικροτάτην απόστασιν από τας εκβολάς του Αχελώου, εις τρόπον ώστε, επειδή ο ποταμός είναι μεγάλος, προκαλεί διαρκείς προσχώσεις, και μερικαί από τας νήσους αυτάς αποτελούν ήδη μέρος της ξηράς, και είναι πιθανόν να πάθουν όλαι το ίδιον εις χρόνον όχι πολύ μακρόν. Διότι όχι μόνον το ρεύμα του ποταμού είναι ορμητικόν και, άφθονον και λασπώδες, αλλά και αι νήσοι πυκναί, ώστε χρησιμεύουν αλληλοδιαδόχως ως σύνδεσμοι της προσχώσεως, καθόσον, επειδή κείνται η μία οπίσω από την άλλην, όχι εις ευθείαν, αλλ' εις λοξήν γραμμήν, δεν αφίνουν το νερόν του ποταμού να εύρη ελευθέραν διέξοδον προς την θάλασσαν. Αι νήσοι αυταί είναι μικραί και ακατοίκητοι. Λέγεται, άλλωστε, ότι τον Αλκμέωνα, υιόν του Αμφιαράου, όταν, ως γνωστόν, επεριπλανάτο εξόριστος μετά τον φόνον της μητρός του, ωδήγησε ο Απόλλων να κατοικήση εις το μέρος αυτό δια χρησμού, ο οποίος ώριζεν ότι δεν θ' απαλλαχθή από τους φόβους του, πριν εύρη προς εγκατάστασίν του χώραν, η οποία ούτε ορατή ακόμη ήτο από τον ήλιον, ούτε ήτο γη, όταν εφόνευσε την μητέρα του, καθόσον κάθε άλλη γη είχε μολυνθή από το ανοσιούργημά του. Ο Αλκμέων, ως λέγουν, δεν εγνώριζε πώς να ερμηνεύση τον χρησμόν, και μόλις μετά πολλάς ερεύνας επεστήθη η προσοχή του εις τας προσχώσεις αυτάς του Αχελώου, και έκρινεν ότι έκτασις κατά πάσαν πιθανότητα ικανή δια την προσωπικήν του συντήρησιν είχε προσχωθή αφότου μετά τον φόνον της μητρός του περιεπλανάτο επί τόσον μακρόν χρόνον. Και εγκατασταθείς εις τα πέριξ της πόλεως των Οινιαδών μέρη, έγινε βασιλεύς, και εκληροδότησε εις την χώραν το νέον της όνομα από το όνομα του υιού του Ακαρνάνος. Τοιαύτη είναι η παράδοσις, η οποία περιήλθεν εις ημάς περί του Αλκμέωνος.

103. Οι υπό τον Φορμίωνα Αθηναίοι, αποπλεύσαντες εξ Ακαρνανίας, ήλθαν εις Ναύπακτον και κατέπλευσαν βραδύτερον, εις την αρχήν του επομένου έαρος εις τας Αθήνας, φέροντες μαζύ των και τα κυριευθέντα πλοία και τους αιχμαλώτους, όσους είχαν συλλάβει κατά τας ναυμαχίας και ήσαν ελεύθεροι το γένος. Οι τελευταίοι αυτοί αντηλλάγησαν με ίσον αριθμόν Αθηναίων αιχμαλώτων. Και ούτως έληξεν ο χειμών και μαζύ με αυτόν και το τρίτον έτος του παρόντος πολέμου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.

 

[Προηγούμενο] [Βιβλίο Γ']