103.
Συγκρούσεις του Αθηναϊκού στρατού εις Σικελίαν
Κατά τον ακόλουθον χειμώνα, ο Αθηναϊκός στρατός της Σικελίας εξεστράτευσε μαζί με τους Σικελιώτας συμμάχους των, και όσους από τους βαρβάρους κατοίκους της νήσου είχαν υποταχθή προηγουμένως υπό την κυριαρχίαν των Συρακουσίων και ήσαν σύμμαχοί των, αλλ' είχαν ήδη επαναστατήσει εναντίον των, και συνέπρατταν με τους Αθηναίους, και επετέθησαν εναντίον της Σικελικής πόλεως Ινήσσης, της οποίας την ακρόπολιν κατείχαν οι Συρακούσιοι. Επειδή όμως δεν ημπόρεσαν να την κυριεύσουν, απεσύρθησαν. Αλλά κατά την υποχώρησιν, οι Συρακούσιοι εξήλθαν από τα οχυρώματα των και επέπεσαν κατά των συμμάχων, οι οποίοι απετέλουν την οπισθοφυλακήν των Αθηναίων, και έτρεψαν μέρος απ' αυτούς εις φυγήν, φονεύσαντες όχι ολίγους. Μετά τούτο, οι Αθηναίοι πεζοναύται του στόλου, των οποίων ηγείτο ο Λάχης, ενήργησαν μερικάς αποβάσεις εις την Λοκρίδα και συνάψαντες μάχην πλησίον του ποταμού Καϊκίνου προς τριακόσιους περίπου Λοκρούς, οι οποίοι είχαν σπεύσει εναντίον των υπό την αρχηγίαν του Προξένου, υιού του Καπάτωνος, τους ενίκησαν, και αφού εσκύλευσαν τους πεσόντας, ανεχώρησαν.

104.
Καθαρμός της Δήλου
Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Αθηναίοι προέβησαν εις καθαρμόν της Δήλου, συμμορφούμενοι προς κάποιον χρησμόν. Είναι αληθές ότι και ο τύραννος Πεισίστρατος είχε προβή προηγουμένως εις τοιούτον καθαρμόν, όχι όμως της όλης νήσου, αλλά μόνον του μέρους, το οποίον φαίνεται από τον ναόν. Τώρα όμως ο καθαρμός επεξετάθη εις όλην την νήσον και έγινε κατά τον εξής τρόπον. Εσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρά των που υπήρχαν εις την Δήλον, και διέταξαν του λοιπού ούτε ν' αποθνήσκη κανείς, ούτε να γεννάται εις την νήσον, αλλ' οι ετοιμοθάνατοι και αι ετοιμόγεννοι να μεταφέρονται εις την Ρήνειαν. Η απόστασις της Ρηνείας από την Δήλον είναι τόσον μικρά, ώστε ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης, ο όποιος επί εν διάστημα είχεν ισχυρόν στόλον, υπέβαλεν υπό την κυριαρχίαν του και άλλας νήσους και αφού εκυρίευσε την Ρήνειαν την αφιέρωσεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα, προσδέσας αυτήν εις την Δήλον με άλυσον. Και τότε, πρώτην φοράν μετά τον καθαρμόν, καθιέρωσαν οι Αθηναίοι την κατά πενταετίαν τελουμένην εορτήν. Και εις παλαιοτέραν άλλωστε εποχήν εγίνετο εκεί μεγάλη πανήγυρις, εις την οποίαν συνέρρεαν ως θεαταί συν γυναιξί και τέκνοις οι Ίωνες και οι κάτοικοι των γειτονικών νήσων (καθώς τώρα οι Ίωνες προσέρχονται ως θεαταί εις τα Εφέσια), και ετελούντο εκεί αγώνες γυμναστικοί και μουσικοί και α πόλεις εχορήγουν θιάσους ορχήσεων. Ότι τοιούτος ήτο ο χαρακτήρ της πανηγύρεως μαρτυρεί ιδίως ο Όμηρος εις τους επομένους στίχους του Ύμνου προς τον Απόλλωνα.

Άλλοτε πάλιν εις την Δήλον, Φοίβε, τέρπεται προ πάντων η ψυχή σου.
Εκεί συναθροίζοντο προς τιμήν σου οι μακροχίτωνες Ίωνες,
Με τα τέκνα και τας γυναίκάς των, επί της οδού, της αγούσης εις τον ναόν.
Εκεί, με πυγμαχίας και ορχήσεις και άσματα,
Υμνούν το όνομά σου και σε τέρπουν, όταν τελούν τους αγώνάς των.

Αλλ' ότι ετελούντο και μουσικοί αγώνες οι οποίοι προσείλκυαν πολλούς αγωνιστάς, μαρτυρεί πάλιν ο ποιητής δια των επομένων στίχων του ιδίου Ύμνου, όπου, αφού υμνεί τον Δηλιακόν χορόν των γυναικών, τελειώνει τον έπαινον με τους εξής στίχους εις τους οποίους μνημονεύει και τον εαυτόν του:

Εμπρός, ας είναι ίλεοι προς ημάς ο Απόλλων και η Άρτεμις.
Και σεις χαίρετε όλοι (παρθένοι). Τηρήσατε και εις το μέλλον την ανάμνησίν μου,
Και όταν κανείς από τους βασανισμένους της γης
Έλθη εδώ και σας ερωτήση:
"Ποίος, κόραι μου, σας φαίνεται γλυκύτερος από τους αοιδούς,
Όσοι συχνάζουν εδώ, και ποίος σας τέρπει περισσότερον;"
Αποκριθήτε σεις με μίαν φωνήν και με λόγους επαινετικούς:
"Ο τυφλός που κατοικεί εις την πετρώδη Χίον".

Αυταί είναι αι μαρτυρίαι που έχομεν από τον Όμηρον, ότι και εις την παλαιάν εποχήν ετελείτο μεγάλη πανήγυρις και εορτή εις την Δήλον. Βραδύτερον, οι Κυκλαδίται και οι Αθηναίοι εξηκολούθουν να στέλλουν τους θιάσους των ορχήσεων μαζί με τα αφιερώματα, αλλ' οι αγώνες και τα πλείστα της τελετής, ως ήτο φυσικόν, περιέπεσαν εις αχρηστίαν, ένεκα των ατυχιών της Ιωνίας, έως ότου τέλος οι Αθηναίοι αποκατέστησαν τους αγώνας, προσθέσαντες δια πρώτην τότε φοράν και ιπποδρομίας.

105.
Εκστρατεία και ήττα των Λακεδαιμονίων εις Ακαρνανίαν
Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Αμπρακιώται, προς εκπλήρωσιν της προς τον Ευρύλοχον υποσχέσεως, με την οποίαν επέτυχαν την παραμονήν του στρατού του, εξεστράτευσαν εναντίον του Αμφιλοχιακού Άργους με στρατόν τριών χιλιάδων οπλιτών, εισέβαλαν εις το έδαφός του και κατέλαβαν τας Όλπας, φρούριον οχυρόν επάνω εις λόφον πλησίον της θαλάσσης, το οποίον εις παλαιοτέραν εποχήν είχαν κτίσει οι Ακαρνάνες και εχρησιμοποίουν ως κοινόν της ομοσπονδίας των δικαστήριον, και το οποίον απέχει είκοσι περίπου στάδια από το Άργος, που είναι πόλις παραθαλασσία. Οι Ακαρνάνες, εξ άλλου, άλλοι προσέτρεξαν εις βοήθειαν και άλλοι εστρατοπέδευσαν εις το μέρος της Αμφιλοχίας, το καλούμενον Κρήναι, δια να επιτηρούν τους υπό την αρχηγίαν του Ευρυλόχου Πελοποννησίους, μήπως διαλαθόν τες ενωθούν με τους Αμπρακιώτας. Έστειλαν συγχρόνως να παρακαλέσουν τον Δημοσθένη, ο οποίος ήτο αρχηγός των Αθηναίων κατά την εκστρατείαν εναντίον της Αιτωλίας, ν' αναλάβη την αρχηγίαν των και ζητήσουν την συνδρομήν της μοίρας των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων, που έπλεαν τότε γύρω από την Πελοπόννησον, υπό την αρχηγίαν του Αριστοτέλους, υιού του Τιμοκράτους, και του Ιεροφώντος, υιού του Αντιμνήστου. Αλλά και οι Αμπρακιώται έστειλαν από τας Όλπας αγγελιαφόρον προς τους συμπολίτας των ζητούντες να σταλή προς βοήθειάν των όλη η διαθέσιμος στρατιωτική δύναμις, διότι εφοβούντο μήπως οι Ακαρνάνες εμποδίσουν την έλευσιν του στρατού του Ευρυλόχου και είτε αναγκασθούν να συνάψουν μάχην μόνοι, είτε εκτεθούν εις κίνδυνον, αν θελήσουν να υποχωρήσουν.

106. Αλλ' ο Ευρύλοχος με τον στρατόν του, άμα έμαθαν ότι οι Αμπρακιώται είχαν φθάσει εις τας Όλπας, εξεκίνησαν από το Πρόσχιον και ήρχοντο εσπευσμένως προς ενίσχυσίν των. Και αφού διέβησαν τον Αχελώον, προήλασαν δια της Ακαρνανίας, η οποία είχε μείνει αφρούρητος (ένεκα της αποστολής του στρατού της προς βοήθειαν του Άργους), έχοντες δεξιά την πόλιν του Στράτου με την φρουράν της και αριστερά την άλλην Ακαρνανίαν. Αφού δε διήλθαν την χώραν των Στρατίων, προήλασαν δια της Φυτίας, ακολούθως από το άκρον της Μεδεώνος και έπειτα δια της Λιμναίας. Και αφού διέσχισαν όλην την Ακαρνανίαν, εισήλθαν εις την φιλικήν χώραν των Αγραίων, όπου έφθασαν εις το όρος Θύαμον, επέρασαν δι' αυτού, κατέβησαν εις την Αργείαν, εν καιρώ πλέον νυκτός, και αφού διήλθαν απαρατήρητοι μεταξύ του Άργους και των Ακαρνάνων, που εφρούρουν εις τας Κρήνας, ηνώθησαν με τους Αμπρακιώτας, οι οποίοι κατείχαν τας Όλπας.

107. Αφού ηνώθησαν οι δυο στρατοί, εστάθμευσαν, άμα εξημέρωσε, πλησίον της καλουμένης Μητροπόλεως, όπου εστρατοπέδευσαν. Εξ άλλου, ήλθε μετ' ολίγον η μοίρα των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων εις τον Αμπρακικόν κόλπον προς βοήθειαν των Αργείων. Ήλθεν επίσης ο Δημοσθένης επί κεφαλής διακοσίων Μεσσηνίων οπλιτών και εξήντα Αθηναίων τοξοτών. Και τα μεν πλοία ηγκυροβόλησαν αντίκρυ εις τας Όλπας, αποκλείοντα τον λόφον από θαλάσσης, οι δε Ακαρνάνες και ολίγοι Αμφιλόχιοι (καθόσον οι περισσότεροι εξηναγκάσθησαν από τους Αμπρακιώτας να μείνουν ήσυχοι), συγκεντρωμένοι ήδη εις το Άργος, ητοιμάζοντο να δώσουν μάχην εναντίον του εχθρού, αφού εξέλεξαν τον Δημοσθένη γενικόν αρχηγόν του συμμαχικού στρατού, έχοντα υπό τας διαταγάς του τους ιδιαιτέρους των αρχηγούς. Ο Δημοσθένης μετεκίνησε τον στρατόν πλησίον της Όλπης, όπου εστρατοπέδευσε, μεταξύ δ' αυτού και του εχθρού υπήρχε μεγάλη χαράδρα. Και επί πέντε ημέρας ησύχαζαν, την έκτην δε ήρχισαν να παρατάσσωνται και οι δύο προς μάχην. Αλλ' επειδή εφάνη ότι ο Πελοποννησιακός στρατός ήτο πολυαριθμότερος και κατέλαβεν ευρύτερον μέτωπον, ο Δημοσθένης εφοβήθη μήπως κυκλωθή και ετοποθέτησεν εις κάποιον κοίλον και θαμνώδη δρόμον ενέδραν, εκ τετρακοσίων περίπου εν όλω οπλιτών και ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών, με την διαταγήν να εξορμήσουν κατά την στιγμήν της συγκρούσεως από την κρύπτην των και επιτεθούν εναντίον των νώτων του εχθρού, εις το μέρος όπου η παράταξίς του υπερεφαλάγγιζε την ιδικήν του. Αφού ητοιμάσθησαν, οι δύο στρατοί ήλθαν εις τα χέρια, και ο μεν Δημοσθένης με τους Μεσσηνίους και ολίγους Αθηναίους κατείχε το δεξιόν κέρας, το δε λοιπόν μέτωπον κατείχαν οι Ακαρνάνες, έκαστον απόσπασμα με τον ιδιαίτερον αρχηγόν του, και όσοι Αμφιλόχιοι ακοντισταί ήσαν παρόντες. Οι Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται, εξ άλλου, ήσαν παρατεταγμένοι αναμίξ, εξαιρουμένων των Μαντινέων, οι οποίοι ήσαν συγκεντρωμένοι μάλλον προς το αριστερόν, αλλ' όχι το άκρον αριστερόν, το οποίον κατείχεν ο Ευρύλοχος με τους υπ' αυτόν, αντιμετωπίζων τους υπό τον Δημοσθένη Μεσσηνίους.

108. Οι δύο στρατοί είχαν ήδη έλθει εις χείρας, και το αριστερόν κέρας των Πελοποννησίων, αφού υπερεφαλάγγισε το δεξιόν των εχθρών, ήρχισε να το κυκλώνη όταν οι Ακαρνάνες, εξορμήσαντες από την ενέδραν, επέπεσαν αιφνιδίως εκ των νώτων εναντίον των και τους έτρεψαν εις φυγήν, ώστε όχι μόνον κανείς δεν εσκέπτετο ν' αντισταθή αλλά και ο πανικός των παρέσυρεν εις φυγήν και το μεγαλύτερον μέρος του στρατού των. Διότι όταν είδαν την πλήρη ήτταν του υπό τας διαταγάς του Ευρυλόχου επιλέκτου μέρους του στρατού, κατελήφθησαν από μεγαλύτερον πανικόν. Οι Μεσσήνιοι, υπό τον Δημοσθένη, οι οποίοι αντιμετώπισαν τους Πελοποννησίους εις το μέρος αυτό, συνετέλεσαν προ πάντων εις την νίκην. Αλλά το δεξιόν κέρας, εις το οποίον ευρίσκοντο και οι Αμπρακιώται, οι οποίοι είναι ο μαχιμώτερος λαός των μερών εκείνων, ενίκησαν τους απέναντί των εχθρούς και τους κατεδίωξαν προς το Άργος. Αλλ' όταν, επιστρέφοντες από την καταδίωξιν, είδαν την ήτταν του μεγαλυτέρου μέρους του στρατού των, και εξ άλλου επιέζοντο από την επίθεσιν του νικηφόρου τμήματος των Ακαρνάνων, με πολλήν δυσκολίαν κατώρθωσαν να διασωθούν εις τας Όλπας. Αι απώλειαι του στρατού του Ευρυλόχου υπήρξαν μεγάλαι, καθόσον η σπουδή των να εισέλθουν εις τας Όλπας έγινεν αφορμή αταξίας και απειθαρχίας. Εξαίρεσιν απετέλεσαν μόνοι οι Μαντινείς, οι οποίοι υπεχώρησαν με περισσοτέραν τάξιν από όλον τον άλλον στρατόν. Η μάχη ετελείωσεν αργά το εσπέρας.

109. Την επομένην, ο Μενεδάϊος, ο οποίος ανέλαβε μόνος την αρχηγίαν καθόσον ο Ευρύλοχος και ο Μακάριος είχαν φονευθή, ευρίσκετο εις μεγάλην απορίαν περί του πρακτέου, κατόπιν τόσον σοβαράς ήττης. Μη βλέπων δε πώς ημπορούσε αν μείνη ν' ανθέξη εις πολιορκίαν, αφού ήτο αποκλεισμένος και από ξηράς αλλά και από θαλάσσης υπό του Αθηναϊκού στόλου, ή αν προβή εις υποχώρησιν να διασωθή έκαμε προς τον Δημοσθένη και τους Ακαρνάνας στρατηγούς προτάσεις ανακωχής, δια να λάβη την άδειαν να συλλέξη του νεκρούς του και συγχρόνως ν' αποσυρθή. Εκείνοι επέτρεψαν την παραλαβήν των νεκρών, και συνέλεξαν τους ιδικούς των νεκρούς, περί τους τριακοσίους, και έστησαν τρόπαιον, αλλ' ηρνήθησαν να επιτρέψουν επισήμως την γενικήν αναχώρησιν. Ο Δημοσθένης όμως, με την συναίνεσιν και των Ακαρνάνων στρατηγών, επέτρεψε κρυφίως εις τους Μαντινείς και τον Μενεδάϊον, τους άλλους Πελοποννησίους αρχηγούς και τους προκριτωτέρους από τους τελευταίους, ν' αποσυρθούν το ταχύτερον, διότι ήθελε ν' απομονώση τους Αμπρακιώτας και τον μισθοφορικόν όχλον των, αλλά προ πάντων διότι επεθύμει να εκθέση εις τα όμματα των Ελλήνων των μερών εκείνων τους Λακεδαιμονίους και Πελοποννησίους, ως καταπροδώσαντας αυτούς, προτιμήσαντες το ιδικόν των συμφέρον. Οι αρχηγοί των Πελοποννησίων, αφού συνέλαξαν τους νεκρούς των, τους έθαψαν εσπευσμένως, όπως αι περιστάσεις το επέτρεπαν, και προητοίμαζαν κρυφίως την αναχώρησιν εκείνων, εις τους οποίους είχε δοθή η προς τούτο άδεια.

110. Αλλ' εις τον Δημοσθένη και τους Ακαρνάνας ανηγγέλθη εν τω μεταξύ ότι οι Αμπρακιώται της πόλως, συνεπεία της πρώτης αιτήσεως, η οποία είχε διαβιβασθή προς αυτούς από τους συμπολίτας των, τους ευρισκομένους εις τας Όλπας, έσπευδαν δια του εδάφους της Αμφιλοχίας με όλην την διαθέσιμον στρατιωτικήν των δύναμιν δια, να ενωθούν με τους ευρισκομένους εκεί, εν πλήρει αγνοία των λαβόντων χώραν. Συνεπεία τούτου, ο Δημοσθένης απέστειλεν ευθύς μέρος του στρατού του, δια να στήσουν ενέδρας εις τους δρόμους και προκαταλάβουν τα οχυρά σημεία, και συγχρόνως παρεσκευάζετο να προελάση με τον λοιπόν στρατόν εναντίον των.

111. Εν τω μεταξύ, οι Μαντινείς και οι άλλοι, εις τους οποίους είχεν επιτραπή η αναχώρησις, εξελθόντες υπό το πρόσχημα της συλλογής χόρτων και φρυγάνων, απεμακρύνοντο σιγά σιγά, κατά μικράς ομάδας, συλλέγοντες συγχρόνως εκείνα, δια τα οποία δήθεν είχαν εξέλθει. Όταν όμως είχαν ήδη προχωρήσει εις ικανήν απόστασιν από την Όλπην, επετάχυναν το βάδισμά των. Αλλ' οι Αμπρακιώται και οι άλλοι Πελοποννήσιοι, όσοι δεν είχαν εξέλθει μαζί με αυτούς, άμα εννόησαν την αναχώρησίν των, ώρμησαν και αυτοί, τρέχοντες κατόπιν των δια να τους φθάσουν. Κατ' αρχάς, οι Ακαρνάνες επειδή ενόμισαν ότι όλοι ανεξαιρέτως έφευγαν άνευ αδείας, ήρχισαν να καταδιώκουν εξ ίσου και τους Πελοποννησίους. Και μερικούς μάλιστα από τους ιδίους τους στρατηγούς που προσεπάθουν να τους εμποδίσουν, βεβαιώνοντας ότι είχε γίνει σύμβασις περί αναχωρήσεως, ηκόντισαν μερικοί στρατιώται, διότι ενόμισαν ότι είχαν προδοθή από τους αρχηγούς των. Έπειτα όμως άφισαν τους Μαντινείς και τους άλλους Πελοποννησίους να φύγουν, εφόνευαν όμως τους Αμπρακιώτας. Και υπήρχε μεγάλη φιλονεικία και αβεβαιότης ποίος ήτο Αμπρακιώτης και ποίος Πελοποννήσιος. Και περί τους διακοσίους μεν εφόνευσαν, οι δε λοιποί έφυγαν προς την γειτονικήν Αγραΐδα, όπου τους υπεδέχθη ο βασιλεύς των Αγραίων Σαλύνθιος, ο οποίος ήτο φίλος των.

112. Εν τω μεταξύ, αι ενισχύσεις που ήρχοντο από την πόλιν της Αμπρακίας έφθασαν εις την Ιδομενήν. Το όνομα τούτο φέρουν δύο λόφοι υψηλοί. Τον υψηλότερον από τους δύο, όταν ενύκτωσεν, επρόφθασε να καταλάβη απαρατήρητον το στρατιωτικόν απόσπασμα, που είχε στείλει προηγουμένως ο Δημοσθένης. Εις τον χαμηλότερον είχαν ήδη αναβή πρώτοι οι Αμπρακιώται και διενυκτέρευσαν εκεί. Ο Δημοσθένης, μετά το δείπνον, ήρχισεν, ευθύς που εβράδυασε, να προελαύνη με τον υπόλοιπον στρατόν, ο ίδιος με το ήμισυ της στρατιωτικής δυνάμεως προς το μεταξύ των δύο λόφων στενόν, ενώ το άλλο ήμισυ επροχώρει δια των Αμφιλοχικών ορέων. Και ολίγον προ της αυγής, επιπίπτει εναντίον των Αμπρακιωτών, ενώ ακόμη ήσαν πλαγιασμένοι και δεν είχαν αντιληφθή περί τίνος πρόκειται. Είχαν μάλιστα νομίσει ότι ήσαν ιδικοί των στρατιώται, διότι ο Δημοσθένης έταξεν επίτηδες επί κεφαλής της δυνάμεώς του τους Μεσσηνίους και παρήγγειλεν εις αυτούς ν' απευθύνωνται προς τους εχθρούς εις την Δωρικήν διάλεκτον, δια να εμπνεύσουν τοιουτοτρόπως εμπιστοσύνην εις τας προφυλακάς. Άλλωστε, επειδή ήταν ακόμη σκοτεινά, δεν ημπορούσαν να διακριθούν αι φυσιογνωμίαι των. Ως εκ τούτου, μόλις ο στρατός επέπεσεν εναντίον των Αμπρακιωτών, τους έτρεψαν εις φυγήν, και τους περισσοτέρους εφόνευσαν επί τόπου, ενώ οι λοιποί φεύγοντες ετράπησαν προς τα όρη. Αλλ' επειδή οι δρόμοι είχαν καταληφθή προηγουμένως, και συγχρόνως οι μεν Αμφιλόχιοι εγνώριζαν καλώς το ιδικόν των έδαφος και είχαν απέναντι βαρέων οπλιτών το πλεονέκτημα ότι ήσαν ελαφρώς οπλισμένοι, ενώ οι Αμπρακιώται δεν εγνώριζαν το έδαφος και ηγνόουν ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να λάβουν, οι τελευταίοι ούτοι ενέπιπταν εις χαράδρας και τας προετοιμασμένας ενέδρας, όπου εύρισκαν τον θάνατον. Όλα τα μέσα διαφυγής εδοκιμάσθησαν, και μερικοί μάλιστα ετράπησαν προς την όχι πολύ απέχουσαν θάλασσαν, και ως είδαν τ' Αθηναϊκά πλοία τα οποία έπλεαν κατά μήκος της ακτής, την ώραν ακριβώς που εγίνετο η καταδίωξις, διηυθύνθησαν προς αυτά κολυμβώντες, διότι μέσα εις τον τρόμον που τους κατείχε εθεώρησαν προτιμότερον να φονευθούν εν ανάγκη από τα πληρώματα των πλοίων μάλλον παρά από τους βαρβάρους Αμφιλοχίους, οι οποίοι ήσαν οι χειρότεροι εχθροί των. Και οι μεν Αμπρακιώται, αφού υπέστησαν τοιαύτην πανωλεθρίαν ολίγοι εκ πολλών διεσώθησαν εις την πόλιν. Οι Ακαρνάνες, εξ άλλου, αφού εσκύλευσαν τους νεκρούς και έστησαν τρόπαια, επέστρεψαν εις το Άργος.

113. Την επομένην, ήλθε προς αυτούς κήρυξ εκ μέρους των Αμπρακιωτών, οι οποίοι από την Όλπην είχαν καταφύγει προς τους Αγραίους, δια να ζητήσουν άδειαν παραλαβής των νεκρών, που είχαν φονευθή κατόπιν της πρώτης μάχης, όταν, χωρίς να προστατεύωνται από την ανακωχήν, επεχείρησαν να φύγουν από την Όλπην, μαζί με τους Μαντινείς και τους άλλους τους προστατευομένους από την ανακωχήν. Ο κήρυξ, όταν είδε τα σκυλευθέντα όπλα των στρατιωτών, όσοι είχαν έλθει από την πόλιν της Αμπρακίας, κατεπλήσσετο από το πλήθος των, διότι δεν εγνώριζε την καταστροφήν της Ιδομενής, αλλ' ενόμιζεν ότι ανήκαν εις συμπολεμιστάς του από τους καταφυγόντας εις την Αγραίαν. Κάποιος, ο οποίος εκ πλάνης επίσης ενόμισεν ότι ο κήρυξ ήρχετο εκ μέρους των ηττηθέντων εις την Ιδομένην, τον ηρώτησε διατί εκπλήττεται και πόσαι ήσαν αι απώλειαί των εις νεκρούς. Εκείνος απήντησε: περί τους διακοσίους. Τότε ο ερωτών είπεν εις απάντησιν: "Αλλά τα όπλα αυτά δεν φαίνεται να είναι διακοσίων, αλλά πλέον παρά χιλίων ανδρών". Και ο κήρυξ πάλιν είπε: "Τότε λοιπόν δεν είναι των ανδρών που επολέμησαν μαζί μας". Και άλλος απεκρίθη: "Είναι, εάν σεις επολεμήσατε χθες εις την Ιδομενήν". - "Αλλ' ημείς δεν επολεμήσαμεν χθες με κανένα, αλλά προχθές κατά την υποχώρησιν."

"Εκείνο που ξεύρω εγώ είναι ότι ημείς επολεμήσαμεν χθες προς αυτούς εδώ τους άνδρας, οι οποίοι ήρχοντο από την πόλιν της Αμπρακίας, προς βοήθειαν των συμπολιτών των." Ο κήρυξ, μόλις ήκουσε τούτο και εννόησεν ότι η επικουρία που ήρχετο προς αυτούς από την πόλιν των είχεν εξολοθρευθή, εξερράγη εις οδυρμούς, και κατάπληκτος από το μέγεθος της συμφοράς που έβλεπεν ανεχώρησεν αμέσως άπρακτος και χωρίς πλέον να ζητήση τους νεκρούς. Κατά την διάρκειαν, τωόντι, του παρόντος πολέμου, καμμία άλλη Ελληνική πόλις δεν έπαθε τόσον μεγάλην συμφοράν εις τόσον ολίγας ημέρας, και δεν ανέγραψα πόσοι έπεσαν, διότι το πλήθος των αναφερομένων νεκρών είναι απίστευτον, εν συγκρίσει προς το μέγεθος της πόλεως. Γνωρίζω όμως ότι, αν οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι ήθελαν ν' ακούσουν τους Αθηναίους και τον Δημοσθένη και να κυριεύσουν την Αμπρακίαν, θα την κατελάμβαναν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως. Η αλήθεια όμως είναι ότι εφοβήθησαν μήπως, εάν την καταλάβουν οι Αθηναίοι, καταντήσουν δι' αυτούς γείτονες πολύ οχληρότεροι από τους Αμπρακιώτας.

114. Μετά ταύτα, αφού εμοίρασαν εις τους Αθηναίους το τρίτον των λαφύρων, διένειμαν οι Ακαρνάνες τα επίλοιπα εις τας διαφόρους πόλεις των. Αλλά το μερίδιον των λαφύρων που εδόθη εις τους Αθηναίους εκυριεύθη κατά τον πλουν της επιστροφής των. Αι τριακόσιαι πανοπλίαι, που φυλάσσονται σήμερον εις τους ναούς της Αττικής ως αφιερώματα, παρεχωρήθησαν εξαιρετικώς εις τον Δημοσθένη, ο οποίος τας έφερε μαζί του, όταν κατέπλευσεν εις τον Πειραιά. Μετά την λαμπράν αυτήν επιτυχίαν, η επιστροφή του εις Αθήνας δεν παρουσίαζε τωόντι τους ιδίους κινδύνους, όπως μετά την συμφοράν της Αιτωλίας. Και η μοίρα των είκοσι Αθηναϊκών πλοίων επανέπλευσεν εις Ναύπακτον. Οι Ακαρνάνες εξ άλλου, και οι Αμφιλόχιοι, μετά την αναχώρησιν των Αθηναίων και του Δημοσθένους, συνωμολόγησαν ανακωχήν προς τους Αμπρακιώτας και τους Πελοποννησίους, οι οποίοι είχαν καταφύγει προς τον Σαλύνθιον και τους Αγραίους, δώσαντες εις αυτούς την άδειαν να επιστρέψουν εις τα ίδια από τας Οινιάδας, όπου είχαν αποσυρθή εν τω μεταξύ από την χώραν του Σαλυνθίου. Και δια το μέλλον οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι συνωμολόγησαν προς τους Αμπρακιώτας συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας εκατόν ετών υπό τους εξής όρους. Οι Αμπρακιώται δεν υπεχρεούντο να συμπράττουν με τους Ακαρνάνας, εις περίπτωσιν επιθετικού πολέμου εναντίον των Πελοποννησίων ούτε οι Ακαρνάνες να συμπράττουν με τους Αμπρακιώτας, εις περίπτωσιν επιθετικού πολέμου εναντίον των Αθηναίων, ώφειλαν όμως να βοηθούνται αμοιβαίως προς άμυναν του εδάφους των. Οι Αμπρακιώται ώφειλαν ν' αποδώσουν όσα μέρη η ομήρους των Αμφιλοχίων κατείχαν και να μη βοηθούν το Ανακτόριον, το οποίον ήτο εχθρικόν προς τους Ακαρνάνας. Υπό τους όρους αυτούς, ετερματίσθη ο πόλεμος. Οι Κορίνθιοι όμως έστειλαν ακολούθως εις την Αμπρακίαν φρουράν από τριακοσίους περίπου ιδικούς των, υπό την αρχηγίαν του Ξενοκλείδου, υιού του Ευθυκλέους, η οποία έφθασε κατόπιν επιπόνου πορείας δια ξηράς. Τοιούτον υπήρξε το τέλος της εναντίον των Αμφιλοχίων εκστρατείας των Αμπρακιωτών.

115.
Επιχειρήσεις του Αθηναϊκού στόλου εις Σικελίαν
Κατά τον ίδιον χειμώνα, ο Αθηναϊκός στόλος της Σικελίας όχι μόνον ενήργησεν απόβασιν εις το έδαφος της Ιμέρας, εν συμπράξει με βαρβάρους κατοίκους της Σικελίας, οι οποίοι είχαν εισβάλει εκ του εσωτερικού εις το μεσογειακόν τμήμα του εδάφους της Ιμέρας, αλλά και επετέθησαν εναντίον των νήσων του Αιόλου. Επιστρέψαντες δε εις το Ρήγιον, ευρήκαν ότι ο Αθηναίος στρατηγός Πυθόδωρος, υιός του Ισολόχου, είχε διαδεχθή τον Λάχητα εις την αρχηγίαν του στόλου, καθόσον οι Σικελιώται σύμμαχοι των Αθηναίων είχαν έλθει εις Αθήνας και τους είχαν πείσει να τους βοηθήσουν με μεγαλυτέραν δύναμιν, διότι οι Συρακούσιοι, οι οποίοι ήσαν ήδη κύριοι της ξηράς, αλλ' απεκλείοντο από την χρήσιν της θαλάσσης από ολίγα μόνον πλοία, ητοιμάζοντο, συγκεντρώνοντες ναυτικόν, να μην ανεχθούν περαιτέρω την κατάστασιν αυτήν. Οι Αθηναίοι, τωόντι, ήρχισαν εξοπλίζοντες σαράντα πλοία δια να τα αποστείλουν εις την Σικελίαν, εν μέρει διότι επίστευαν ότι τοιουτοτρόπως θα τερματίσουν την εκεί εκστρατείαν ταχύτερον, και εν μέρει διότι ήθελαν να εξασκήσουν τα πληρώματά των. Απέστειλαν λοιπόν τον ένα από τους στρατηγούς, τον Πυθόδωρον, με ολίγα πλοία, με τον σκοπόν ν' αποστείλουν ακολούθως τον Σοφοκλή, υιόν του Σωστρατίδου, και τον Ευρυμέδοντα, υιόν του Θουκλέους, με την μεγαλυτέραν μοίραν του στόλου. Ο Πυθόδωρος, αφού είχεν ήδη διαδεχθή τον Λάχητα εις την αρχηγίαν, έπλευσε περί το τέλος του χειμώνος εναντίον του ερύματος των Λοκρών, το οποίον είχε καταλάβει προηγουμένως ο Λάχης. Αλλ' ενικήθη από τους Λοκρούς κατά την γενομένην μάχην και επέστρεψεν εις το Ρήγιον.

116.
Έκρηξις της Αίτνης
Κατά την αρχήν ακριβώς της επομένης ανοίξεως, εξεχύθη από την Αίτναν χείμαρρος πυρακτωμένης λάβας, όπως συνέβη και άλλοτε, και κατέστρεψε μέρος της χώρας των Καταναίων οι οποίοι κατοικούν εις τους πρόποδας της Αίτνης, που είναι το υψηλότερον όρος της Σικελίας. Λέγεται ότι η έκρηξις αύτη έγινε πενήντα έτη μετά την προηγουμένην, και ότι αφότου κατοικούν Έλληνες εις την Σικελίαν, τρεις εν όλω εκρήξεις έλαβον χώραν. Τοιαύτα υπήρξαν τα γεγονότα του χειμώνος αυτού, με το τέλος του οποίου συμπληρούται και το έκτον έτος του παρόντος πολέμου, την ιστορίαν του οποίου έγραψεν ο Θουκυδίδης.

 

[Προηγούμενο] [Βιβλίο Δ']