21.
Οι Αθηναίοι πείθονται υπό του Κλέωνος να μη δεχθούν ειρήνευσιν με τους Σπαρτιάτας
Αυτά είπαν οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επίστευαν ότι οι Αθηναίοι θα εδέχοντο προθύμως την προσφερομένην ειρήνην και θ' απέδιδαν τους στρατιώτας, αφού και πριν επεθύμουν τον συμβιβασμόν, αλλά δεν τον επέτυχαν, ένεκα της ιδικής των εναντιώσεως. Οι Αθηναίοι όμως ενόμιζαν ότι εφόσον κρατούν τους στρατιώτας εις την νήσον η ειρήνη ήτο του λοιπού εις την διάθεσίν των, και όταν θα ήθελαν να την συνομολογήσουν, και η πλεονεξία των ηύξανε. Εις τούτο τους έσπρωχνε κυρίως ο Κλέων, ο υιός του Κλεαινέτου, αρχηγός του δήμου κατά την εποχήν εκείνην, ο οποίος είχε πολύ μεγάλην επιρροήν επί του πλήθους, και ως εκ τούτου τους έπεισε ν' απαντήσουν ότι έπρεπε πρώτον να παραδοθούν οι στρατιώται της Σφακτηρίας μαζί με τα όπλα των και μεταφερθούν εις τας Αθήνας, και αφού γίνη τούτο ν' αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα και την Αχαΐαν, μέρη τα οποία δεν κατέκτησαν δια του πολέμου, αλλά τα οποία παρεχώρησαν οι Αθηναίοι δια προηγουμένης συνθήκης, συνεπεία ατυχιών και εις εποχήν που είχαν πολύ περισσοτέραν ανάγκην ειρήνης παρά σήμερον. Υπό τοιούτους όρους, ημπορούσαν να τους αποδοθούν οι στρατιώται των και να συνομολογηθή η ειρήνη δι' όσην διάρκειαν ήθελαν μείνει σύμφωνα τα δύο μέρη.

22. Εις την απάντησιν αυτήν καμμίαν αντίρρησιν δεν έφεραν οι, Λακεδαιμόνιοι, εζήτησαν μόνον να διορισθούν πληρεξούσιοι οι οποίοι να συναντηθούν με αυτούς και αφού συζητήσουν καταρτίσουν με την ησυχίαν των τους διαφόρους όρους, εις τους οποίους να μείνουν σύμφωνοι. Αλλά την πρότασιν αυτήν επολέμησε με πολλήν βιαιότητα ο Κλέων, λέγων ότι εγνώριζε μεν και προηγουμένως, τώρα όμως το πράγμα είναι φως φανερόν, ότι οι σκοποί των δεν ήσαν ευθείς αφού αρνούνται να εξηγηθούν ενώπιον του λαού, και θέλουν να συνεννοηθούν ιδιαιτέρως με ολίγους μόνον πληρεξουσίους. Ενώ, εάν αι διαθέσεις των είναι καλαί, οφείλουν, είπε, να ομιλήσουν ενώπιον όλων. Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, μολονότι ήσαν διατεθειμένοι, ένεκα της ατυχίας των εις παραχωρήσεις, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι ημπορούν να ομιλήσουν περί αυτών δημοσία, δια να μην εκτεθούν απέναντι των συμμάχων των, εις περίστασιν που αι προτάσεις των απορριφθούν, ούτε οι Αθηναίοι να δεχθούν τας προτάσεις των με όρους επιεικείς, ανεχώρησαν από τας Αθήνας άπρακτοι.

23. Μετά την επιστροφήν των, η ανακωχή της Πύλου ετερματίσθη αυτοδικαίως και οι Λακεδαιμόνιοι εζήτησαν την επιστροφήν των πλοίων, σύμφωνα με τους όρους της. Αλλ' οι Αθηναίοι τους κατηγόρουν ότι εναντίον των όρων της ανακωχής προέβησαν εις αιφνιδίαν επίθεσιν εναντίον του οχυρώματος και εις μερικάς άλλας ενεργείας, αι οποίαι δεν εφαίνοντο άξιαι λόγου, και ηρνούντο την απόδοσιν, ισχυριζόμενοι ότι είχε καθαρά συμφωνηθή ότι η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν παραβιασθή κανείς από τους όρους της, και ο πλέον επουσιώδης ακόμη. Οι Λακεδαιμόνιοι απέκρουσαν τους ισχυρισμούς αυτούς, και διαμαρτυρόμενοι, δια την κατακράτησιν των πλοίων ως πράξιν παράνομον, απήλθαν και επανέλαβαν τας εχθροπραξίας πέριξ της Πύλου, αι οποίαι διεξήγοντο τώρα με την μεγαλυτέραν έντασιν και από τα δύο μέρη. Οι Αθηναίοι, κατά την διάρκειαν της ημέρας, περιέπλεαν διαρκώς την νήσον με δύο πλοία, τα οποία έπλεαν κατ' αντίθετον διεύθυνσιν. Την νύκτα όλα τα πλοία ανεξαιρέτως έμεναν ηγκυροβολημένα πέριξ της νήσου, εκτός προς το μέρος του πελάγους, όταν εφύσα άνεμος. Τους είχαν άλλωστε έλθει από τας Αθήνας είκοσι ακόμη πλοία χάριν του αποκλεισμού, ώστε η δύναμις του στόλου των ανήλθεν εις εβδομήντα πλοία. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, έμειναν στρατοπεδευμένοι επί της στερεάς και ενήργουν επιθέσεις εναντίον του οχυρώματος, προσέχοντες μήπως παρουσιασθή ευκαιρία δια να σώσουν τους στρατιώτας των.

24.
Επιχειρήσεις εις Σικελίαν
Εις την Σικελίαν, εν τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού συνεκέντρωσαν εις την Μεσσήνην, εκτός της μοίρας του στόλου η οποία εφρούρει ήδη εκεί, και το άλλο ναυτικόν, του οποίου η ετοιμασία είχεν ήδη συμπληρωθή, εχρησιμοποίουν την πόλιν ως βάσιν των πολεμικών επιχειρήσεών των. Εις τούτο τους εξώθουν προ πάντων οι Λοκροί, λόγω της έχθρας των κατά των Ρηγίνων, εις το έδαφος των οποίων είχαν εισβάλει και αυτοί με όλας των τας δυνάμεις. Οι Συρακούσιοι ήθελαν επίσης να δοκιμάσουν την τύχην των εις ναυμαχίαν, διότι έβλεπαν ότι οι Αθηναίοι είχαν μόνον ολίγα πλοία διαθέσιμα, ενώ το μεγαλύτερον μέρος του στόλου των, το οποίον επρόκειτο να έλθη προς ενίσχυσίν των, ήτο απησχολημένον, όπως επληροφορούντο, εις την πολιορκίαν της Σφακτηρίας. Διότι, αν ενίκων κατά θάλασσαν, θα ημπορούσαν να πολιορκήσουν το Ρήγιον από ξηράς και θαλάσσης, και να το κυριεύσουν ευκόλως, όπως ήλπιζαν. Και ευθύς ως επετύγχαναν τούτο, η θέσις των θα εγίνετο πολύ ισχυρά, διότι η μεταξύ του Ρηγίου, το οποίον αποτελεί το άκρον της Ιταλίας και της Μεσσήνης, η οποία αποτελεί το άκρον της Σικελίας, απόστασις είναι μικρά, ώστε ο Αθηναϊκός στόλος δεν θα ημπορούσε να σταθμεύη εκεί και να είναι κυρίαρχος του πορθμού. Πορθμός είναι το μέρος της θαλάσσης μεταξύ Ρηγίου και Μεσσήνης, εκεί όπου η Σικελία απέχει ολιγώτερον από την στερεάν, το οποίον ονομάζεται Χάρυβδις και από το οποίον λέγεται ότι επέρασεν ο Οδυσσεύς. Ένεκα της στενότητος του μέρους, η θάλασσα, η οποία εισέρχεται εις αυτό από δύο μεγάλα πελάγη, το Τυρρηνικόν και το Σικελικόν, είναι γεμάτη από ρεύματα, και δια τούτο ευλόγως εθεωρήθη επικίνδυνος.

25. Εις το στενόν λοιπόν αυτό οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των ευρέθησαν περί το εσπέρας μιας ημέρας εις την ανάγκην να ναυμαχήσουν. Με ολίγον περισσότερα από τριάντα πλοία εβγήκαν από την Μεσσήνην, δια να επιτεθούν εναντίον δέκα έξη πλοίων των Αθηναίων και οκτώ των Ρηγίνων και προστατεύσουν διερχόμενον φιλικόν πλοίον. Επειδή όμως ενικήθησαν από τους Αθηναίους, υπεχώρησαν έκαστος εις το στρατόπεδόν του, κατεσπευσμένως και ατάκτως, και όπως κάθε τμήμα ημπόρεσε, αφού έχασαν και εν πλοίον. Είχε δε πλέον νυκτώσει όταν ετελείωσεν η ναυμαχία. Μετά τούτο, οι Λοκροί εξεκένωσαν το έδαφος των Ρηγίνων, ενώ ο στόλος των Συρακουσίων και των συμμάχων των συνεκεντρώθη και ηγκυροβόλησεν εις την Πελωρίδα, ακρωτήριον της Μεσσήνης, όπου ήτο στρατοπεδευμένος και ο στρατός της ξηράς. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, και οι Ρηγίνοι έσπευσαν εκεί προς
αναζήτησίν των, και βλέποντες τα πλοία χωρίς πληρώματα, επετέθησαν κατ' αυτών, και έχασαν οι ίδιοι ένα πλοίον, το οποίον συνελήφθη με σιδηράν αρπάγην, του οποίου όμως οι ναύται εσώθησαν κολυμβώντες. Μετά τούτο, οι Συρακούσιοι επέβησαν εις τα πλοία, ενώ δε τα ερρυμούλκουν με σχοινιά από την ξηράν, διευθυνόμενοι προς την Μεσσήνην, οι Αθηναίοι επετέθησαν πάλιν αλλ' έχασαν και δεύτερον πλοίον, καθόσον οι Συρακούσιοι, στραφέντες αιφνιδίως προς το πέλαγος, επρόλαβαν να επιτεθούν πρώτοι δια του εμβόλου. Οι Συρακούσιοι επέστρεψαν εις τον λιμένα της Μεσσήνης, αφού διεξήγαγαν κατ' αυτόν τον τρόπον επιτυχώς και τον κατά μήκος της παραλίας πλουν και την ναυμαχίαν.
Οι Αθηναίοι, μαθόντες ότι η Καμάρινα έμελλε να παραδοθή εις τους Συρακουσίους από τον Αρχίαν και τους οπαδούς του, έπλευσαν προς τα εκεί. Εν τω μεταξύ, οι Μεσσήνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας κατά ξηράν δυνάμεις, και με τον συμμαχικόν συγχρόνως στόλον, εναντίον της Νάξου, αποικίας των Χαλκιδέων, και πόλεως γειτονικής των. Και αφού ηνάγκασαν τους κατοίκους από την πρώτην ημέραν να κλεισθούν εντός του τείχους, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Την επομένην, ο στόλος των, περιπλεύσας, ήλθεν εις το στόμιον του ποταμού Ακεσίνη, όπου ηρήμωνε την γην, ενώ ο στρατός της ξηράς ενήργει επίθεσιν εναντίον της Νάξου. Εν τω μεταξύ, μεγάλος αριθμός αυτοχθόνων Σικελών κατέβαιναν από τα υψώματα, δια να βοηθήσουν τους Ναξίους και επιτεθούν εναντίον των Μεσσηνίων. Και οι Νάξιοι, ενθαρρυθέντες, ευθύς ως τους είδαν, και φωνάζοντες προς αμοιβαίαν παρόρμησιν, ότι οι Λεοντίνοι και οι άλλοι Έλληνες σύμμαχοι προελαύνουν εις βοήθειάν των, εξώρμησαν αιφνιδίως από την πόλιν, επετέθησαν εναντίον των Μεσσηνίων, τους έτρεψαν εις φυγήν και εφόνευσαν περισσοτέρους από χιλίους, ενώ οι λοιποί, μόλις και μετά βίας, κατώρθωσαν να επιστρέψουν εις τα ίδια, διότι οι βάρβαροι επέπεσαν καθ' οδόν εναντίων των και εφόνευσαν τους περισσοτέρους. Ο συμμαχικός στόλος, αφού κατέπλευσεν εις την Μεσσήνην, διελύθη ακολούθως και καθείς επέστρεψεν εις τα ίδια. Χωρίς να χάσουν καιρόν, οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοί των εξεστράτευσαν μαζί με τους Αθηναίους εναντίον της Μεσσήνης, την οποίαν εθεώρουν σοβαρώς εξησθενημένην, και επεχείρησαν επίθεσιν οι Αθηναίοι με τον στόλον των εναντίον του λιμένος, ενώ ο στρατός της ξηράς επετίθετο εναντίον της πόλεως. Οι Μεσσήνιοι όμως και μερικοί Λοκροί, οι οποίοι ύστερον από την καταστροφήν της Νάξου είχαν αφεθή εκεί, υπό την αρχηγίαν του Δημοτέλους, ως φρουρά, ενεργήσαντες αιφνιδίαν έξοδον, επέπεσαν εναντίον των, έτρεψαν εις φυγήν το μεγαλύτερον μέρος του στρατού των Λεοντίνων και εφόνευσαν πολλούς. Ιδόντες τούτο οι Αθηναίοι και αποβιβασθέντες από τα πλοία, έσπευσαν εις βοήθειαν, και επιτεθέντες αιφνιδίως κατά των Μεσσηνίων, ενώ ευρίσκοντο εις αταξίαν, τους κατεδίωξαν και τους ηνάγκασαν να εισέλθουν πάλιν εις την πόλιν, και αφού έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν εις το Ρήγιον. Μετά τούτο, οι Έλληνες της Σικελίας εξηκολούθησαν κατά ξηράν τας μεταξύ των εχθροπραξίας, χωρίς οι Αθηναίοι να λάβουν μέρος εις αυτάς.

26.
Συνεχίζεται ο αγών εις την Πύλον υπό την αρχηγίαν του
Κλέωνος
Εις την Πύλον, εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι εξηκολούθουν την πολιορκίαν των επί της νήσου Λακεδαιμονίων, ενώ ο Πελοποννησιακός στρατός διετήρει τας θέσεις του επί της στερεάς. Αλλ' ο αποκλεισμός ήτο επίπονος δια τους Αθηναίους, ένεκα της ανεπαρκείας τροφίμων και νερού. Διότι δεν υπήρχε παρά μία μόνον κρήνη εις το οχύρωμα της Πύλου, μικρά και αυτή, και οι περισσότεροι στρατιώται ήνοιγαν τρύπας ανάμεσα εις τα χαλίκια της παραλίας και έπιναν ό,τι νερόν ημπορεί να υποθέση τις ότι θα εύρισκαν εκεί. Ένεκα, άλλωστε, του ότι ήσαν στρατοπεδευμένοι εντός μικράς εκτάσεως, εδοκίμασαν πολλήν στενοχωρίαν, και επειδή ο στόλος δεν είχε πλησίον της ξηράς μέρος δια ν' αγκυροβολήση, τα πληρώματα, δια, να γευματίσουν, απεβιβάζοντο εκ περιτροπής από τα διάφορα πλοία, ενώ τα επίλοιπα έμεναν ηγκυροβολημένα εις το ανοικτόν πέλαγος. Πολλήν επίσης αδημονίαν επροξένει η απροσδόκητος παράτασις της πολιορκίας, καθόσον επίστευαν ότι θα ηνάγκαζαν τους εχθρούς να παραδοθούν εντός ολίγων ημερών, αφού επολιορκούντο εις έρημον νήσον και είχαν δια να πίνουν μόνον υφάλμυρον νερόν. Η παράτασις αυτή ωφείλετο εις την προκήρυξιν των Λακεδαιμονίων, η οποία είχε προσδιορίσει μεγάλας χρηματικάς διατιμήσεις δια καθένα που ήθελε εισαγάγει εις την νήσον άλευρα, οίνον, τυρόν και ό,τι δήποτε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τους πολιορκουμένους, και υπέσχετο επί πλέον την ελευθερίαν εις κάθε Είλωτα που ήθελεν εισαγάγει, τοιαύτα τρόφιμα. Πολλοί, τωόντι, προ πάντων Είλωτες, εξετίθεντο εις τον κίνδυνον και κατώρθωναν να εισαγάγουν τρόφιμα, εκπλέοντες από διάφορα σημεία της Πελοποννησιακής ακτής, όπου ευρίσκοντο, και καταπλέοντες πριν ακόμη εξημερώση εις το μέρος της νήσου που βλέπει προς το πέλαγος. Προ πάντων όμως επερίμεναν δια να καταπλεύσουν να πνέη δυνατός άνεμος από το πέλαγος, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα την επιτήρησιν των τριήρεων, καθόσον η διεξαγωγή του αποκλεισμού εγίνετο δυσκολωτάτη, ενώ εκείνοι δεν εφείδοντο τίποτε δια να επιτύχουν να καταπλεύσουν, αφού δια τα πλοία που έρριχναν έξω θα επληρώνοντο την αξίαν που ήσαν διατιμημένα, και οι οπλίται τους επερίμεναν εις τα μέρη της νήσου όπου ήτο δυνατή η απόβασις. Ενώ, αντιθέτως, όσοι διεκινδύνευαν εν καιρώ γαλήνης εσυλλαμβάνοντο. Προς το μέρος του λιμένος,εξ άλλου, δύται εκολύμβων υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης μέχρι της νήσου, σύροντες όπισθέν των με σχοινί ασκούς γεμάτους από κοπανισμένον λινόσπορον και από κεφαλάς μήκωνος ανακατεμμένας με μέλι. Οι δύται αυτοί επερνούσαν κατ' αρχάς απαρατήρητοι, ύστερον όμως ελήφθησαν τα κατάλληλα προς επιτήρησίν των μέτρα. Και τα δύο, άλλωστε, μέρη επενόουν διαρκώς νέα μέσα, το μεν δια να εισαγάγει λαθραίως τροφάς, το άλλο δια ν' αποκαλύπτη και ματαιώνη τας αποπείρας εισαγωγής.

27. Όταν εν τοσούτω έμαθαν εις τας Αθήνας ότι ο στρατός των ταλαιπωρείται και ότι εισάγονται τρόφιμα εις την νήσον, περιήλθαν εις αμηχανίαν, διότι εφοβούντο μήπως τους εύρη ο χειμών απησχολημένους ακόμη με τον αποκλεισμόν. Έβλεπαν αφ' ενός ότι θ' απέβαινε τότε αδύνατον να στέλλουν γύρω από την Πελοπόννησον τα αναγκαία εφόδια, αφού μάλιστα ούτε κατά την διάρκειαν του θέρους ημπορούσαν να στέλλουν δια θαλάσσης αρκετά εις μέρος όπου έλειπε κάθε τι, και ότι αφού η παραλία εξ άλλου ήτο αλίμενος, δεν ημπορούσε να διατηρηθή ο αποκλεισμός. Εάν η επιτήρησις είχε χαλαρωθή, οι πολιορκούμενοι θα ημπορούσαν είτε να συντηρηθούν επάνω εις την Σφακτηρίαν, είτε επωφελούμενοι κάποιας κακοκαιρίας, και χρησιμοποιούντες τα πλοία που τους μετέφεραν τα τρόφιμα, να διαφύγουν. Προ πάντων εφοβούντο, διότι επίστευαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πεποίθησιν ότι θα σώσουν τους στρατιώτας των και δια τούτο δεν τους έκαμναν πλέον λόγον περί συνεννοήσεως, και μετενόουν διότι είχαν απορρίψει τας περί ειρήνης προτάσεις. Αλλ' ο Κλέων, ο οποίος εννόησεν ότι ήτο αντικείμενον γενικής δυσπιστίας, διότι ημπόδισε την συνεννόησιν, υπεστήριζεν ότι εκείνοι που έφεραν τας ειδήσεις αυτάς από την Πύλον δεν έλεγαν την αλήθειαν. Και επειδή εκείνοι συνίστων, εάν δεν τους πιστεύουν, να στείλουν επί τόπου απεσταλμένους προς έλεγχον των πληροφοριών των, εξελέχθη ως επίτροπος υπό των Αθηναίων ο ίδιος ο Κλέων και μαζί με αυτόν ο Θεαγένης. Επειδή όμως εννόησεν ότι ή θα ηναγκάζετο να επιβεβαιώση τους λόγους εκείνων, τους οποίους εσυκοφάντει, ή εάν έλεγε τα αντίθετα, θα απεδεικνύετο ψεύτης, έβλεπε δε συγχρόνως ότι οι Αθηναίοι ήσαν πολύ περισσότερον διατεθειμένοι τώρα να στείλουν νέας ενισχύσεις, τους συνέστησε να μη στείλουν εξεταστικήν επιτροπήν, και να μην αφίσουν να περάση με αναβολάς ο κατάλληλος καιρός. Αλλ' εάν πιστεύουν ότι αι ειδήσεις είναι αληθιναί, να πλεύσουν με τον στόλον των, δια να επιτεθούν εναντίον των πολιορκουμένων. Και υπαινισσόμενος τον εχθρόν του Νικίαν, υιόν του Νικηράτου, που ήτο τότε στρατηγός, επέκρινε τους στρατηγούς, λέγων ότι αν ήσαν άνδρες, εύκολον ήτο να πλεύσουν με τας αναγκαίας δυνάμεις εις την νήσον και συλλάβουν τους πολιορκουμένους, και ότι αυτός, εάν ήτο στρατηγός, αυτό θα έκαμνε.

28. Οι Αθηναίοι ήρχισαν να ψιθυρίζουν εναντίον του Κλέωνος και να λέγουν, διατί, αφού νομίζει το πράγμα εύκολον, δεν εκστρατεύει και τώρα ακόμη. Ο Νικίας, ο οποίος εννόησε τούτο και συγχρόνως είχε πειραχθή από τας επικρίσεις του Κλέωνος, του είπεν ότι, όσον εξαρτάται από τους στρατηγούς, ημπορεί να πάρη όσην στρατιωτικήν δύναμιν θέλει και να δοκιμάση. Ο Κλέων, επειδή ενόμιζε κατ' αρχάς ότι ο Νικίας επροσποιείτο, λέγων ότι ήτο έτοιμος να παραιτηθή από την αρχηγίαν, ήτο έτοιμος να δεχθή. Αλλ' όταν εννόησε ότι ο Νικίας ήθελε τωόντι να παραδώση προς αυτόν την αρχηγίαν, προσεπάθει να υποχωρήση, λέγων ότι δεν ήτο αυτός στρατηγός, αλλ' ο Νικίας, διότι ήρχισε να φοβήται, επειδή δεν είχε φαντασθή ποτέ ότι ο Νικίας θ' απεφάσιζε πραγματικώς να του παραχωρήση την θέσιν του. Αλλ' ο Νικίας επέμενε και πάλιν, και παρητήθη από την αρχηγίαν της εκστρατείας εναντίον της Πύλου, και εκάλει τους Αθηναίους εις μαρτυρίαν. Αλλ' όσον περσσότερον προσεπάθει ο Κλέων ν' αποφύγη την εκστρατείαν και ν' ανακαλέση όσα είπε τόσον περισσότερον οι Αθηναίοι, όπως ο όχλος αγαπά να κάμνη, παρεκίνουν τον Νικίαν να παραιτηθή και εφώναζαν προς τον Κλέωνα ότι οφείλει να εκστρατεύση. Εις τρόπον ώστε, μη γνωρίζων πλέον πώς ν' απαλλαγή από τας ιδίας του προτάσεις, ανέλαβε την εκστρατείαν, και αφού επροχώρησεν εις το βήμα, είπεν ότι δεν φοβείται τους Λακεδαιμονίους και ότι θα εκστρατεύση χωρίς να παραλάβη ούτε ένα Αθηναίον στρατιώτην, αλλά μόνον τους στρατιώτας από την Λήμνον και Ίμβρον, που ευρίσκοντο τότε εις τας Αθήνας, και τους πελταστάς, οι οποίοι είχαν έλθει ως επίκουροι από την Αίνον, και τετρακοσίους τοξότας από άλλα μέρη. Με την δύναμιν αυτήν και τους στρατιώτας που ευρίσκοντο εις την Πύλον, έλεγεν ότι εντός είκοσι ημερών ή θα έφερε τους Λακεδαιμονίους εις τας Αθήνας ή θα εδέχετο να τον φονεύσουν. Η ακριτολογία του επροκάλεσε κάποιον γέλωτα μεταξύ των Αθηναίων. Οι φρονιμώτεροι, εν τούτοις, ήσαν ευχαριστημένοι, διότι εσκέπτοντο ότι εν από δύο καλά ασφαλώς θα, επιτύχουν, ή να γλυτώσουν εις το μέλλον από τον Κλέωνα, πράγμα που επροτίμων, ή, εάν η ελπίς των διεψεύδετο, να επιτύχουν την αιχμαλωσίαν των Λακεδαιμονίων.

29. Αφού επέτυχεν ό,τι εζήτει από την συνέλευσιν του λαού, και έλαβε την ψήφον της υπέρ της εκστρατείας του, ο Κλέων εξέλεξε συνεργάτην του τον Δημοσθένη, ένα από τους στρατηγούς που ήσαν εις την Πύλον, και ητοιμάζετο ν' αποπλεύση το ταχύτερον. Τον Δημοσθένη προσέλαβεν ως συνεργάτην, μαθών ότι εσχεδίαζε και εκείνος την επί της νήσου απόβασιν. Διότι οι στρατιώται, οι οποίοι υπέφεραν από τας ελλείψεις του μέρους και ωμοίαζαν με πολιορκουμένους μάλλον παρά πολιορκητάς, ήσαν πρόθυμοι να εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον. Τον ίδιον, άλλωστε, τον Δημοσθένη ενίσχυσε εις πραγματοποίησιν του σχεδίου του και ο εμπρησμός της νήσου. Διότι προηγουμένως εφοβείτο την απόβασιν, λόγω του ότι η νήσος ως επί το πλείστον δασώδης και καθό ακατοίκητος δεν είχε δρόμους, και εθεώρει ότι τούτο απετέλει πλεονέκτημα υπέρ του εχθρού. Πράγματι, εκείνοι, επιτιθέμενοι από μέρη όπου δεν εφαίνοντο, ημπορούσαν να προξενούν μεγάλας βλάβας εις τον πολυάριθμον στρατόν, με τον οποίον θ' απεβιβάζετο, καθόσον η διάταξις των δυνάμεών των και τα σφάλματά των θα εκαλύπτοντο από το δάσος, ενώ όλα τα σφάλματα του ιδικού του στρατού θα ήσαν καταφανή, ώστε να ημπορή ο εχθρός να επιτεθή απροσδοκήτως όπου ήθελε, αφού αυτός θα είχε την πρωτοβουλίαν των κινήσεων. Εξ άλλου, εάν ευρίσκετο εις την ανάγκην να επιτεθεί εναντίον του εχθρού εντός του δάσους, ενόμιζεν ότι μικροτέρα δύναμις, η οποία όμως εγνώριζε καλά το έδαφος, θα ήτο ισχυροτέρα από μεγαλυτέραν, η οποία ηγνόει αυτό, και ότι ο στρατός του, όσον πολυάριθμος και αν ήτο, θα κατεστρέφετο προτού το αντιληφθή καλά-καλά, καθόσον τα διάφορα τμήματά του δεν θα ημπορούσαν να βλέπουν που υπήρχεν ανάγκη να σπεύδουν εις αμοιβαίαν βοήθειαν.

30. Η συμφορά που είχε πάθει εις την Αιτωλίαν, και η οποία ωφείλετο κατά πολύ εις το εκεί δάσος, έφερε κυρίως τας σκέψεις αυτάς εις τον νουν του Δημοσθένους. Τα Αθηναϊκά εν τούτοις πληρώματα, πιεζόμενα από την στενοχωρίαν, απεβιβάζοντο εις την ακρογιαλιάν της Σφακτηρίας, και τοποθετούντα φρουράς εγευμάτιζαν εκεί, και κάποιος απ' αυτά χωρίς να το θέλη έβαλε φωτιά εις μέρος του δάσους, και επειδή εσηκώθη άνεμος, εκάη εντελώς το μεγαλύτερον μέρος αυτού, πριν καλά καλά να το αντιληφθούν. Κατόπιν τούτου, ο Δημοσθένης, ο οποίος υπώπτευε προηγουμένως ότι ο αριθμός των πολιορκουμένων, δια τους οποίους εστέλλοντο τα τρόφιμα εις την νήσον, ήτο εξωγκωμένος, ημπόρεσε πλέον να διακρίνη καλλίτερα ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν αρκετοί. Εξ άλλου επείσθη ότι η επί της νήσου απόβασις ήτο ευκολωτέρα, και δια τούτο ήρχισε να ετοιμάζη την επιχείρησιν, διότι εθεώρησε τότε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήτο άξιος σοβαρωτέρας προσπάθειας εκ μέρους των Αθηναίων. Εζήτησεν ως εκ τούτου επικουρίας από τους συμμάχους των πλησίον μερών και ητοίμαζε το κάθε τι.
Ο Κλέων, εν τω μεταξύ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναγγείλει εις τον Δημοσθένη την επικειμένην άφιξίν του, έφθασεν εις την Πύλον επί κεφαλής του στρατού που είχε ζητήσει. Αφού δε συνηντήθησαν η πρώτη των ενέργεια ήτο να στείλουν κήρυκα εις τον επί της ξηράς Πελοποννησιακόν στρατόν και να τους προτείνουν, προς αποφυγήν αιματοχυσίας, να διατάξουν, εάν ήθελαν, τους πολιορκουμένους της Σφακτηρίας να παραδοθούν με τα όπλα των, υπό τον όρον ότι θα τους κρατήσουν υπό απλήν επιτήρησιν, έως ότου φθάσουν εις γενικωτέραν συνεννόησιν.

31. Αι προτάσεις αυταί απερρίφθησαν. Οι Αθηναίοι επερίμεναν ακόμη μίαν ημέραν, και την νύκτα της επομένης, αφού επεβίβασαν όλους τους οπλίτας εις ολίγα πλοία, απέπλευσαν. Ολίγον δε προτού να ξημερώση, απεβιβάσθησαν εις την νήσον και από τα δύο μέρη, δηλαδή και από το πέλαγος και από τον λιμένα, οπλίται οκτακόσιοι περίπου, και προήλασαν τρέχοντες εναντίον του πρώτου φυλακείου. Η διάταξις του εχθρικού στρατού είχεν ως εξής. Εις το πρώτον αυτό φυλακείον έμεναν έως τριάντα οπλίται, το κύριον σώμα του στρατού, υπό την αρχηγίαν του Επιτάδου, ήτο τοποθετημένον πλησίον της πηγής του νερού, εις το κεντρικώτερον και ομαλώτερον μέρος της νήσου, και μικρόν απόσπασμα εφύλαττε την εσχατιάν της νήσου, ακριβώς απέναντι της Πύλου. Το μέρος αυτό όχι μόνον προς την θάλασσαν ήτον απόκρημνον, αλλά και από την ξηράν δυσκόλως ημπορούσε να προσβληθή, καθόσον μάλιστα υπήρχεν εκεί και παλαιόν οχύρωμα κατεσκευασμένον από διαλεκτάς ακατεργάστους πέτρας, το οποίον εσχεδίαζαν οι Λακεδαιμόνιοι να χρησιμοποιήσουν, εάν εξηναγκάζοντο εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Τοιαύτη ήτο η διάταξις των δυνάμεων του εχθρού.

32. Οι Αθηναίοι εξολόθρευσαν αμέσως τους φρουρούς του πρώτου φυλακείου, εναντίον του οποίου είχαν προελάσει τρέχοντες. Τους επρόφθασαν μέσα εις τα κρεββάτια των, ή προσπαθούντας να αναλάβουν τα όπλα των, διότι δεν είχαν αντιληφθή την απόβασιν των Αθηναίων, αλλ' ενόμιζαν ότι τα πλοία έπλεαν δια την συνειθισμένην νυκτερινήν περιπολίαν. Με τα χαράγματα, ήρχισε ν' αποβιβάζεται και ο επίλοιπος στρατός, ο οποίος απετελείτο από τους ναύτας εβδομήντα και πλέον πλοίων (εις τα οποία έμειναν μόνον οι κωπηλάται της τελευταίας τάξεως), ο καθείς με τον ιδιαίτερόν του οπλισμόν, από οκτακoσίους τοξότας και όχι ολιγωτέρους πελταστάς, από τους Μεσσηνίους, που είχαν έλθει εις βοήθειαν, και από την φρουράν της Πύλου, εξαιρουμένων εκείνων που έμεναν ως φρουροί του οχυρώματος. Ο Δημοσθένης διήρεσε τον στρατόν του εις τμήματα, από διακοσίους κατά το μάλλον ή ήττον άνδρας έκαστον, τα οποία κατέλαβαν τα υψηλότερα σημεία της νήσου. Σκοπός του ήτο ο εχθρός, περικυκλωμένος από όλα τα μέρη, να περιέλθη εις την μεγίστην δυνατήν αμηχανίαν, και προσβαλλόμενος από παντού με μεγαλυτέρας δυνάμεις να μη γνωρίζη προς ποίον μέρος ν' αντιταχθή. Διότι εάν επετίθετο εναντίον των ευρισκομένων εμπρός, θα τον εκτυπούσαν εκείνοι που ήσαν εις τα νώτα του, εάν δε πάλιν κατά των ευρισκομένων εις την μίαν ή την άλλην πλευράν, θα επλευροκοπείτο από τους παρατεταγμένους εις την αντίθετον. Προς οιανδήποτε άλλωστε διεύθυνσιν και αν επροχώρουν, οι ψιλοί στρατιώται του εχθρού θα ευρίσκοντο πάντοτε εις τα νώτα των, και οι στρατιώται αυτοί ήσαν δυσκαταγώνιστοι, καθόσον, οπλισμένοι με τόξα και ακόντια και λίθους και σφενδόνας, εμάχοντο αποτελεσματικώς από μακρυνήν απόστασιν, αφού ούτε να τους καταδιώξη κανείς ημπορούσε, διότι και κατά την φυγήν υπερτέρουν και μόλις ο εχθρός υπεχώρει, τον κατεδίωκαν, χωρίς να του δίδουν καιρόν ν' ανασάνη. Με τοιαύτας σκέψεις κατήρτισεν ο Δημοσθένης το σχέδιον της αποβάσεως, το οποίον έθετε τώρα εις εφαρμογήν.

33. Όταν οι υπό τας αμέσους διαταγάς του Επιτάδου στρατιώται, οι οποίοι απετέλουν το κύριον μέρος της Πελοποννησιακής δυνάμεως επί της νήσου, είδαν ότι το πρώτον φυλακείον είχεν εξολοθρευθή, και ότι εχθρικός στρατός ήρχετο προς αυτούς, παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης και επροχώρησαν εναντίον των Αθηναίων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν αντιμέτωποί των, θέλοντες να συμπλακούν μετ' αυτών εκ του συστάδην. Οι ψιλοί όμως στρατιώται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τα πλάγια και τα νώτα των, έβαλλαν εναντίον των και από τα δύο μέρη και δεν τους άφιναν ούτε την τακτικήν εμπειρίαν των να χρησιμοποιήσουν, ούτε τους οπλίτας να πλησιάσουν, οι οποίοι εξ άλλου δεν αντεπεξήρχοντο, αλλ' έμεναν ακίνητοι. Οπουδήποτε όμως οι ψιλοί στρατιώται τους επλησίαζαν πολύ κατά τας επιθέσεις των, οι Λακεδαιμόνιοι τους έτρεπαν εις φυγήν. Εκείνοι όμως και υποχωρούντες εξηκολούθουν να μάχωνται, διότι ευκόλως προελάμβαναν να διαφύγουν και ένεκα του ελαφρού οπλισμού των και διότι το έδαφος ήτο ανώμαλον και δύσβατον, καθό πριν ακατοίκητον, και εις τοιούτο έδαφος η καταδίωξις απέβαινεν αδύνατος δια τους Λακεδαιμονίους, ένεκα του βαρέος οπλισμού των.

34. Αφού ο αμοιβαίος αυτός ακροβολισμός διήρκεσεν ολίγην ώραν, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να εξορμούν με την ιδίαν αποφασιστικότητα προς τα σημεία από τα οποία ο εχθρός τους επετίθετο. Οι ψιλοί στρατιώται, αντιθέτως, εννόησαν ότι η άμυνά των ήρχισεν ήδη να χαλαρώνεται. Η θέα της καταφανώς μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των τους ενεθάρρυνε περισσότερον από κάθε άλλο. Βλέποντες, άλλωστε, ότι αι απώλειαί των εξ αρχής ήσαν πολύ μικρότεραι από ό,τι επερίμεναν, εξοικειώθησαν ολίγον κατ' ολίγον με την ιδέαν ότι οι αντίπαλοί των είναι ολιγώτερον φοβεροί παρ' όσον εφαίνοντο κατά την στιγμήν της αποβάσεως, όταν το φρόνημά των ήτο εξησθενημένον από την σκέψιν ότι επρόκειτο ν' αντιμετωπίσουν Λακεδαιμονίους. Εμπνευσθέντες λοιπόν από αισθήματα καταφρονήσεως απέναντί των, ώρμησαν όλοι μαζύ εναντίον των με μεγάλας κραυγάς, ρίπτοντες εναντίον των λίθους και βέλη ακόντια, ό,τι έκαστος είχε προχειρότερον. Ο αλαλαγμός που συνώδευε την επίθεσιν κατέπληξε τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήσαν ασυνείθιστοι εις τοιούτο είδος μάχης. Επειδή άλλωστε εσηκώνοντο ουρανομήκη σύννεφα κονιορτού από το προσφάτως καέν δάσος, ήτο αδύνατον να διακρίνη κανείς εμπρός του, ένεκα των βελών και λίθων που ερρίπτοντο πυκνά εις το μέσον του κονιορτού. Ως εκ τούτου, ο άγων από την στιγμήν αυτήν ήρχισε να γίνεται κρίσιμος δια τους Λακεδαιμονίους, διότι οι θώρακές των, οι οποίοι ήσαν από πίλημα, δεν τους επροστάτευαν απότα βέλη, τα δε δόρατα που εκτυπούσαν επάνω των έσπαζαν και σφηνούμενα επάνω εις τας ασπίδας, έπλητταν τους άνδρας. Ού-τε ήξευραν πλέον τι να κάμουν, αφού δεν ημπορούσαν να διακρίνουν εξ αποστάσεως, ούτε ν' ακούσουν τα παραγγέλματα, τα οποία κατεπνίγοντο από τους εχθρικούς αλαλαγμούς, και ο κίνδυνος τους περιεστοίχιζεν από όλα τα μέρη και δεν έβλεπαν κανέν μέσον αμύνης που να τους δίδη ελπίδα σωτηρίας.

35. Τέλος, όταν ο αριθμός των τραυματιών των ήρχισε να εξογκώνεται, λόγω του ότι περιεστρέφοντο διαρκώς εις το ίδιον μέρος, επύκνωσαν τας τάξεις των και υπεχώρησαν προς το οχύρωμα της εσχατιάς της νήσου, το οποίον δεν απείχε πολύ και το οποίον εφύλαττεν ιδικόν των απόσπασμα. Αλλά την στιγμήν που ήρχισαν να υποχωρούν, οι ψιλοί στρατιώται, αντλήσαντες νέον θάρρος, επέπεσαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλυτέρους παρά πριν αλαλαγμούς, και εφόνευαν όσους από τους Λακεδαιμονίους συνελάμβαναν κατά την υποχώρησιν. Οι πολλοί όμως επρόφθασαν να καταφύγουν εις το οχύρωμα, όπου παρετάχθησαν με την εκεί φρουράν, αποφασισμένοι να υπερασπίσουν κάθε ευπρόσβλητον σημείον. Οι Αθηναίοι τους κατεδίωξαν, αλλ' ένεκα της οχυρότητος της θέσεως, δεν ημπορούσαν να τους υπερφαλαγγίσουν και τους κυκλώσουν, ως εκ τούτου δ' επεχείρησαν να τους εκτοπίσουν δι' επιθέσεως κατά μέτωπον. Επί πολλήν ώραν, το μεγαλύτερον τωόντι μέρος της ημέρας, οι δύο αντίπαλοι, μολονότι ταλαιπωρούμενοι από την μάχην, την δίψαν και την θερμότητα του ηλίου, αντείχαν προσπαθούντες, οι μεν Αθηναίοι να εκτοπίσουν τους Λακεδαιμονίους από τα υψώματα, αυτοί δε να μη ενδώσουν. Η άμυνα των Λακεδαιμονίων, άλλωστε, ήτο τώρα ευκολωτέρα παρά πριν, διότι δεν ημπορούσαν να κυκλωθούν από τα πλάγια.

36. Ο αγών δεν εφαίνετο να έχη τέλος, όταν ο αρχηγός των Μεσσηνίων απηυθύνθη προς τον Κλέωνα και τον Δημοσθένη και τους είπεν ότι οι κόποι των πηγαίνουν χαμένοι, αλλ' ότι αν θέλουν να του δώσουν μερικούς τοξότας και άλλους ψιλούς στρατιώτας, δια να επιχειρήση να έλθη εις τα νώτα του εχθρού από οιονδήποτε δρόμον εύρη, αυτός αναλαμβάνει να εκβιάση το αποτέλεσμα τούτο. Αφού δε του έδωσαν ό,τι εζήτησεν, εξεκίνησε από μέρος, από το οποίον οι άνδρες του ήσαν αθέατοι εις τον εχθρόν, και εσκαρφάλωνε διαρκώς από τα μέρη, όπου το κρημνώδες έδαφος το επέτρεπε, διευθυνόμενος εις μίαν θέσιν, την οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, εμπιστευόμενοι εις την φυσικήν της οχυρότητα, δεν εφύλατταν. Και ύστερον από μακρούς και δυσκόλους ελιγμούς, κατώρθωσε, πριν τον αντιληφθούν, να παρουσιασθή αιφνιδίως εις τα νώτα των, επάνω εις το ύψωμα. Η εμφάνισίς του κατετρόμαξε τους εχθρούς δια το απροσδόκητόν της, ενώ οι Αθηναίοι οι οποίοι την επερίμεναν, επήραν νέον θάρρος. Από την στιγμήν αυτήν, οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι και από τα δύο μέρη, ευρέθησαν εις την ιδίαν θέσιν που είχαν ευρέθη και οι προπάτορές των εις τας Θερμοπύλας, διότι, εάν επιτρέπεται να συγκρίνωμεν τα μικρά με τα μεγάλα, και εκείνοι τότε εξωλοθρεύθησαν, διότι οι Πέρσαι τους περιεκύκλωσαν από την ατραπόν, και αυτοί τώρα έπαθαν το ίδιον. Υφιστάμενοι ήδη επίθεσιν και από τα δύο μέρη, δεν αντείχαν πλέον, αλλ' αγωνιζόμενοι ολίγοι εναντίον πολλών και εξησθενημένοι σωματικώς από την ανεπάρκειαν της τροφής ήρχισαν να υποχωρούν. Οι Αθηναίοι, επομένως, ήσαν ήδη κύριοι των προσβάσεων.

37. Ο Κλέων και ο Δημοσθένης, αντιληφθέντες ότι αν οι Λακεδαιμόνιοι υπεχώρουν, έστω και επ' ελάχιστον ακόμη, θα εξωλοθρεύοντο από τον Αθηναϊκόν στρατόν, ενώ αυτοί ήθελαν να τους φέρουν ζωντανούς εις τας Αθήνας, έπαυσαν την μάχην και συνεκράτησαν τον στρατόν των, με την ελπίδα ότι εάν τους προσκαλέσουν να παραδοθούν, ημπορούσε να καμφθή το θάρρος των και να υποκύψουν απέναντι του επικειμένου κινδύνου. Τους επρότειναν επομένως δια κήρυκος να παραδοθούν με τα όπλα των εις την απόλυτον διάκρισιν των Αθηναίων.

 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]