78.
Εκστρατεία του Βρασίδα εις την Χαλκιδικήν
Κατά την ιδίαν εποχήν του θέρους, ο Βρασίδας, επί κεφαλής χιλίων επτακοσίων οπλιτών, ευρίσκετο καθ' οδόν, διευθυνόμενος εις την Χαλκιδικήν. Όταν έφθασεν εις την Ηράκλειαν της Τραχίνος, έστειλεν αγγελιαφόρον εις την Φάρσαλον, δια να ζητήση από τους εκεί φίλους του να τον συνοδεύσουν, αυτόν και τον στρατόν του, δια να περάσουν την Θεσσαλίαν. Συνεπεία της προσκλήσως αυτής, ήλθαν προς συνάντησίν του εις Μελίτειαν της Φθιωτικής Αχαΐας ο Πάναιρος, ο Δώρος, ο Ιππολοχίδης, ο Τορύλαος και ο Στρόφακος, ο οποίος ήτο πρόξενος των Χαλκιδέων, και τότε μόνον υπό την συνοδείαν των συνέχισε την πορείαν του. Μεταξύ των άλλων Θεσσαλών, που τον συνώδευαν, ήτο και ο εκ Λαρίσσης Νικονίδας, φίλος του Περδίκκα. Σημειωτέον, ότι εις κάθε περίστασιν ήτο πολύ δύσκολον να διασχίση κανείς την Θεσσαλίαν χωρίς συνοδείαν, και προ πάντων ένοπλος. Άλλωστε, από όλους ομοίως τους Έλληνας, εθεωρείτο ύποπτον το να περνά κανείς από το έδαφος άλλων χωρίς την άδειάν των. Εκτός τούτου, ο Θεσσαλικός λαός ήτο ανέκαθεν ευνοϊκώς διατεθειμένος προς τους Αθηναίους. Και δια τούτο, εάν η Θεσσαλία δεν εκυβερνάτο, κατά την εντόπιον παράδοσιν, από ολίγους δεσπότας, αλλά με πολίτευμα δημοκρατικόν, ποτέ δεν θα κατώρθωνε να προχωρήση ο Βρασίδας, αφού και τώρα, όταν μερικοί αντιθέτων πολιτικών φρονημάτων από τους συνοδούς του τον συνήντησαν, κατά την διάρκειαν της πορείας του, πλησίον του ποταμού Ενιπέως, εζήτησαν να τον εμποδίσουν λέγοντες ότι παρανόμει επιχειρών να διέλθη χωρίς την άδειαν ολοκλήρου του Θεσσαλικού λαού. Οι συνοδεύοντες τον Βρασίδαν τους καθησύχασαν, λέγοντες ότι δεν θα τον συνοδεύσουν περαιτέρω εναντίον της γνώμης των, και ότι αφού ήλθε χωρίς να τον περιμένουν, τον συνώδευαν, προς εκπλήρωσιν απλώς καθήκοντος φιλοξενίας. Και ο ίδιος άλλωστε ο Βρασίδας είπεν ότι διήρχετο από εκεί ως φίλος της Θεσσαλίας και των Θεσσαλών, ότι διεξήγε πόλεμον εναντίον των Αθηναίων, οι οποίοι ήσαν εχθροί του, και όχι εναντίον των, και ότι δεν εγνώριζε να υπήρχε μεταξύ Θεσσαλών και Λακεδαιμονίων έχθρα, η οποία να τους εμποδίζη να περνούν οι μεν από το έδαφος των δε. Εν τούτοις, προσέθεσε, δεν θα επροχώρει επί του παρόντος εναντίον της γνώμης των, αφού και εάν ήθελε δεν είχε την δύναμιν, ήλπιζεν όμως ότι δεν θα τον εμποδίσουν. Εκείνοι, αφού ήκουσαν αυτά, απήλθαν. Ο Βρασίδας, εν τούτοις, συμμορφούμενος με τας συστάσεις των συνοδών του, επροχώρηρε με βήμα ταχύ, χωρίς να σταματήση ούτε στιγμήν, από φόβον μήπως συγκεντρωθή μεγαλυτέρα δύναμις και τον εμποδίση. Την ιδίαν ημέραν που εξεκίνησεν από την Μελίτειαν, διήνυσεν ολόκληρον την απόστασιν μέχρι της Φαρσάλου, όπου εστρατοπέδευσε πλησίον του ποταμού Απιδανού. Απ' εκεί επροχώρησε προς το Φάκιον και εκείθεν προς την Περραιβίαν, όπου οι συνοδεύσαντες αυτόν Θεσσαλοί τον απεχαιρέτησαν πλέον, και οι Περραιβοί, οι οποίοι είναι υπήκοοι των Θεσσαλών, τον συνώδευσαν ασφαλώς μέχρι του Δίου, πόλεως της επικρατείας του Περδίκκα, κειμένης εις τους πρόποδας του Μακεδονικού Ολύμπου, προς το μέρος της Θεσσαλίας.

79. Τοιουτοτρόπως, ο Βρασίδας επρόφθασε να διατρέξη την Θεσσαλίαν, πριν κανείς ετοιμασθή δια να τον εμποδίση, και έφθασε προς τον Περδίκκαν και μέχρι της Χαλκιδικής. Την εκστρατείαν αυτήν του Πελοποννησιακού στρατού είχαν προκαλέσει εκ φόβου, μετά τας τελευταίας επιτυχίας των Αθηναίων ο Περδίκκας και όσαι από τας πόλεις της Χαλκιδικής είχαν αποστατήσει από τους Αθηναίους. Οι τελευταίοι, διότι επερίμεναν ότι οι Αθηναίοι θα επιτεθούν εναντίον των πρώτοι (άλλωστε και αι γειτονικαί των ακόμη πόλεις, όσαι δεν είχαν αποστατήσει, είχαν συμπράξει κρυφίως εις την πρόκλησιν της εκστρατείας). Ο Περδίκκας, εξ άλλου, διότι, χωρίς να είναι εχθρός εις το φανερόν, εφοβείτο όμως και αυτός, ένεκα των παλαιών διαφορών του με τους Αθηναίους, και διότι προ πάντων ήθελε να υποτάξη τον Αρράβαιον, βασιλέα των Λυγκηστών. Η κακή, άλλωστε, τότε κατάστασις των πραγμάτων των Λακεδαιμονίων υπήρξε δι' αυτούς καλή ευκαιρία δια να επιτύχουν ευκολώτερα την αποστολήν του Πελοποννησιακού στρατού.

80. Διότι, τώρα που οι Αθηναίοι ελυμαίνοντο την Πελοπόννησον, και προ πάντων το Λακωνικόν έδαφος, οι Λακεδαιμόνιοι ενόμιζαν ότι το καλύτερον μέσον αντιπερισπασμού θα ήτο η χρησις αντιποίνων, δια της αποστολής στρατού προς τους δυσηρεστημένους συμμάχους των, οι οποίοι άλλωστε ανελάμβαναν την διατροφήν του και επεκαλούντο την βοήθειάν των δια ν' αποστατήσουν. Ήθελαν συγχρόνως να χρησιμοποιήσουν την αποστολήν αυτήν ως πρόφασιν δια ν' απομακρύνουν μέρος των Ειλώτων, καθόσον εφοβούντο μήπως επωφεληθούν της ευκαιρίας που τους παρείχεν η κατοχή της Πύλου δια να επαναστατήσουν. Διότι κυριωτάτη ανέκαθεν μέρυμνα των Λακεδαιμονίων, εις τας σχέσεις των προς τους Είλωτας, ήτο η αποσόβησις κινδύνων που εφοβουντο από αυτούς. Μίαν φοράν, μάλιστα, φοβούμενοι τον μεγάλον αριθμόν της νεολαίας των, κατέφυγαν και εις το εξής μέτρον. Επροκήρυξαν ότι όσοι από τους Είλωτας φρονούν ότι έχουν προσφέρει μεγαλυτέρας υπηρεσίας εις τους Λακεδαιμονίους δια της ανδρείας των κατά τον πόλεμον έπρεπε να δηλωθούν, διότι πρόκειται να τους απελευθερώσουν. Σκοπός όμως της προκηρήξεως ήτο να τους δοκιμάσουν, διότι όσοι εφρόνουν ότι είχαν την αξίωσιν ν' απελευθερωθούν πρώτοι, θα ήσαν και οι πρώτοι, οι οποίοι, λόγω του γενναίου φρονήματός των, θα εξηγείροντο εναντίον των. Και εξέλεξαν δύο περίπου χιλιάδας από αυτούς, οι οποίοι εστολίσθησαν με στεφάνους και περιήλθαν τους ναούς ως απελευθερωθέντες, αλλ' ολίγον βραδύτερον τους εξηφάνισαν, χωρίς κανείς να μάθη πώς καθείς απ' αυτούς εξωλοθρεύθη. Επίσης, τώρα έσπευσαν ν' αποστείλουν επτακοσίους Είλωτας οπλίτας υπό τον Βρασίδαν, ο οποίος το υπόλοιπον του στρατού του εστρατολόγησεν από Πελοποννησίους εθελοντάς, ελκύσας αυτούς δια του μισθού.

81. Η αποστολή, άλλωστε, του Βρασίδα ως αρχηγού της εκστρατείας ωφείλετο, αφ' ενός μεν εις το ότι ο ίδιος το επεδίωξε με πολύ ζήλον, εξ άλλου, δ' εις το ότι και οι Χαλκιδείς το επεθύμουν ζωηρώς, διότι εις την Σπάρτην εθεωρείτο ως άνθρωπος με απεριόριστον δραστηριότητα. Και κατά την εκστρατείαν άλλωστε αυτήν απεδείχθη ανεκτίμητος δια τους Λακεδαιμονίους. Διότι, επειδή εξ αρχής εδείχθη δίκαιος και μετριοπαθείς εις τας σχέσεις του προς τας διαφόρους πόλεις, πολλάς από αυτάς έπεισε ν' αποστατήσουν, ενώ άλλοι παρεδόθησαν εις αυτόν δια προδοσίας των κατοίκων των, εις τρόπον ώστε οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνον επέτυχαν ανακούφισιν των ταλαιπωριών του πολέμου δια της μεταφοράς των επιχειρήσεων εκτός της Πελοποννήσου, αλλά και συγχρόνως, εάν ήθελαν να συνάψουν ειρήνην, όπως και πραγματικώς έγινε, είχαν εις χείρας των μέρη δια να τα ανταλλάξουν απέναντι των μερών, τα οποία ήθελαν ν' ανακτήσουν. Και κατά τον μεταγενέστερον ακόμη πόλεμον, ύστερον από την καταστροφήν της Σικελίας, η επιδειχθείσα εις την Χαλκιδικήν ευγένεια αισθημάτων και σύνεσις του Βρασίδα, τας οποίας άλλοι εγνώρισαν εκ πείρας και άλλοι επίστευαν εξ ακοής, συνετέλεσαν κυρίως, ώστε οι σύμμαχοι των Αθηναίων να προσελκυσθούν προς τους Λακεδαιμονίους. Διότι υπήρξεν ο πρώτος Σπαρτιάτης ο οποίος εις εκστρατείαν του εξωτερικού εδείχθη υπό πάσαν έποψιν τέλειος, και άφισεν εις το πνεύμα όλων την εδραίαν πεποίθησιν ότι και οι άλλοι Σπαρτιάται είναι, όμοιοι με αυτόν.

82. Όταν λοιπόν έμαθαν οι Αθηναίοι ότι ο Βρασίδας έφθασεν εις την Χαλκιδικήν, όπως ανέφερα ήδη, και επίστευσαν ότι ο Περδίκκας είχεν υποκινήσει την εκστρατείαν αυτήν, εκήρυξαν τον πόλεμον κατά του τελευταίου και υπέβαλαν τους εκεί συμμάχους των εις αυστηροτάτην επιτήρησιν.

83. Ο Περδίκκας τεθείς επί κεφαλής του στρατού του Βρασίδα και των ιδικών του στρατιωτικών δυνάμεων, εξεστράτευσεν ευθύς εναντίον του Αρραβαίου, υιού του Βρομερού, βασιλέως των Λυγκηστών Μακεδόνων, ομόρων της επικρατείας του, διότι, ένεκα των μεταξύ των διενέξεων, ήθελε να τον υποτάξη. Αλλ' όταν έφθασαν εις την είσοδον της Λύγκου, ο Βρασίδας είπεν ότι πριν αρχίσουν αι εχθροπραξίαι ήθελε να συναντήση προηγουμένως τον Αρράβαιον και δοκιμάση να τον πείση, ει δυνατόν, να γίνη σύμμαχος των Λακεδαιμονίων. Άλλωστε, και ο Αρράβαιος επεζήτει συνεννόησιν και εδήλου ότι ήτο έτοιμος να υποβληθή εις την διαιτησίαν του Βρασίδα. Και οι πρέσβεις των Χαλκιδέων, οι οποίοι, ηκολούθουν την εκστρατείαν, τον συνεβούλευαν επιμόνως να μην απαλλάξη τον Περδίκκαν από τας δυσκολίας του, δια να τον έχουν πλέον πρόθυμον και εις τα ζητήματα που αμέσως τους ενδιέφεραν. Εκτός τούτου, οι πρέσβεις, που είχε στείλει ο Περδίκκας εις την Λακεδαίμονα, είχαν είπει κάτι τοιούτον, ότι δηλαδή θα έκαμνε συμμάχους των Λακεδαιμονίων πολλάς από τας γειτονικάς του πόλεις, και βασιζόμενος εις τούτο, ο Βρασίδας εθεώρει ότι ήτο ορθότερον να ρυθμίση το ζήτημα του Αρραβαίου από κοινού με τον Περδίκκαν. Αλλ' ο Περδίκκας απήντησεν ότι δεν έφερε τον Βρασίδαν ως διαιτητήν των διαφορών του, αλλά μάλλον ως καθαιρέτην των εχθρών του, τους οποίους αυτός θα προσδιώριζε, και ότι επί πλέον, εφόσον αυτός διέτρεφε το ήμισυ του Πελοποννησιακού στρατού, ο Βρασίδας δεν είχε δικαίωμα να συναντηθή με τον Αρράβαιοιν, δια να έλθη εις διαπραγματεύσεις με αυτόν. Αλλ' ο Βρασίδας, παρά την θέλησιν του Περδίκκα, και κατόπιν φιλονεικίας με αυτόν, συνηντήθη με τον Αρράβαιον, και πεισθείς εις τους λόγους του, απέσυρε τον στρατόν του, χωρίς να εισβάλη εις το έδαφός του. Ο Περδίκκας, επειδή εθεώρησεν εαυτόν θύμα αδικίας, παρείχε του λοιπού, αντί του ημίσεος της διατροφής του στρατού, το τρίτον μόνον.

84. Ευθύς κατόπιν, κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους και ολίγον πριν από την εποχήν του τρυγητού, ο Βρασίδας, έχων υπό τας διαταγάς του και απόσπασμα Χαλκιδέων, εξεστράτευσεν εναντίον της Ακάνθου, αποικίας των Ανδρίων. Επί του ζητήματος, αν έπρεπε να του ανοίξουν τας πύλας της πόλεως, οι Ακάνθιοι διηρέθησαν μεταξύ των, καθόσον εκείνοι οι οποίοι εκ συμφώνου με τους Χαλκιδείς, είχαν προκαλέσει την εκστρατείαν, ευρέθησαν εις αντίθεσιν με την δημοκρατικήν μερίδα. Όταν όμως ο Βρασίδας εζήτησε να γίνη δεκτός μόνος, και να μην αποφασίσουν πριν τον ακούσουν, το πλήθος συνήνεσεν, εκ φόβου μήπως καταστραφή η εσοδεία των σταφυλιών, τα οποία δεν είχαν ακόμη τρυγηθή. Παρουσιάσθη, ως εκ τούτου, ενώπιον του λαού (σημειωτέον ότι, αν και Λακεδαιμόνιος, δεν εστερείτο ευγλωττίας) και ωμίλησεν ως εξής:

85.
Λόγος του Βρασίδα προς τους Ακανθίους
"Ακάνθιοι, η αποστολή μου καθώς και του στρατού μου εκ μέρους των Λακεδαιμονίων αποτελεί επαλήθευσιν του σκοπού του πολέμου, τον οποίον ευθύς εξ αρχής διεκηρύξαμεν, ότι, δηλαδή θα πολεμήσωμεν εναντίον των Αθηναίων, δια να ελευθερώσωμεν την Ελλάδα. Και αν εβραδύναμεν να έλθωμεν, τούτο προήλθεν εκ του ότι αι ελπίδες που εστηρίξαμεν εις την πορείαν του πολέμου εκεί κάτω διεψεύσθησαν, διότι είχαμεν ελπίσει ότι μόνοι θα καταβάλωμεν ταχέως τους Αθηναίους, χωρίς να εκθέσωμεν σας εις κίνδυνον. Ας μη μας μεμφθή λοιπόν κανείς δια τούτο, αφού, μόλις αι περιστάσεις το επέτρεψαν ευρισκόμεθα ήδη εδώ, και θα καταβάλωμεν κάθε προσπάθειαν, συνεργαζόμενοι μαζί σας, δια να τους κατανικήσωμεν. Απορώ δε διατί μου κλείετε τας πύλας της πόλεώς σας και διατί την έλευσίν μου θεωρείτε ανεπιθύμητον. Ημείς τουλάχιστον οι Λακεδαιμόνιοι εξετέθημεν εις τόσον σοβαρόν κίνδυνον, διανύσαντες πολλών ημερών δρόμον δια ξένου εδάφους, και είμεθα πρόθυμοι εις κάθε τι, διότι ενομίζομεν ότι ερχόμεθα προς ανθρώπους, οι οποίοι, και πριν ακόμη φθάσωμεν, ήσαν, από διαθέσεως τουλάχιστον, σύμμαχοί μας, και οι οποίοι θα εχαιρέτιζαν με χαράν τον ερχομόν μας. Εάν όμως σεις έχετε άλλο τι κατά νουν, ή εάν προτίθεστε ν' αντιπράξετε εναντίον της ελευθερίας και της ιδικής σας και των άλλων Ελλήνων, το πράγμα θα ήτο τερατώδες. Διότι δεν αρκεί ότι ανθίστασθε σεις, αλλά και προς οιουσδήποτε άλλους στραφώ, θα δείξουν ακόμη ολιγωτέραν διάθεσιν να ταχθούν με το μέρος μου, διότι θα διστάσουν, αφού σεις προς τους οποίους ήλθα κατά πρώτον και οι οποίοι αντιπροσωπεύετε πόλιν ισχυράν και θεωρείσθε άνθρωποι συνετοί, ηρνήθητε να με δεχθήτε. Και θα θεωρηθή ότι ο σκοπός, δια τον οποίον ήλθα, δεν είναι αληθινός, αλλ' ότι η ελευθερία που σας προσφέρω είναι απατηλή, ή ότι ήλθα εδώ, ενώ είμαι ανίκανος και ανίσχυρος να σας υπερασπίσω εναντίον των Αθηναίων, εάν τυχόν εξεστράτευαν εναντίον σας. Και όμως, όταν με τον στρατον αυτόν που έχω σήμερον έσπευσα προς βοήθειαν της Νισαίας, οι Αθηναίοι, μολονότι περισσότεροι, ηρνήθησαν να συνάψουν μάχην, και ούτε είναι πιθανόν ν' αποστείλουν καθ' υμών δια θαλάσσης στρατόν ισόπολον προς εκείνον που είχαν εκεί.

86. "Όσον αφορά εμέ τον ίδιον, ήλθα εδώ, όχι δια να βλάψω, αλλά δια να ελευθερώσω τους Έλληνας, αφού η κυβέρνησις των Λακεδαιμονίων εδεσμεύθη απέναντί μου με τους πλέον επισήμους όρκους, ότι θα σεβασθή πραγματικώς την ανεξαρτησίαν κάθε πόλεως, την οποίαν θα κατώρθωνα να προσεταιρισθώ ως σύμμαχον. Σκοπός μας, άλλωστε, δεν είναι να επιτύχωμεν την συμμαχίαν σας δια της βίας ή της απάτης, αλλά τουναντίον να συναγωνισθώμεν μαζί σας εναντίον του Αθηναϊκού ζυγού που σας πιέζει. Έχω, επομένως, την αξίωσιν, ούτε προσωπικώς να θεωρούμαι ύποπτος, εφόσον σας προσφέρω τας πλέον επισήμους εγγυήσεις, ούτε η στρατιωτική μου δύναμις να θεωρηθή ανεπαρκής, αλλά να ενωθήτε μαζί μου με πλήρη εμπιστοσύνην. Εάν τυχόν πάλιν κανείς από σας έχη προσωπικούς λόγους να φοβήται άλλους και ενδοιάζει ένεκα τούτου, διότι υποπτεύεται μήπως εγώ παραδώσω την πόλιν εις τα χέρια μιας φατρίας, αυτός προ πάντων ημπορεί να είναι ήσυχος. Διότι δεν ήλθα δια να συνταχθώ με μίαν φατρίαν, ούτε νομίζω ότι θα σας προσφέρω αληθινήν ελευθερίαν εάν, θέτων κατά μέρος τους πατρίους θεσμούς σας, υπεδούλωνα τους δημοκρατικούς εις τους ολιγαρχικούς ή τους ολιγαρχικούς εις τον λαόν. Τοιαύτη ελευθερία θα ήτο χειροτέρα από τον ξενικόν ζυγόν, και το αποτέλεσμά της δι' ημάς τους Λακεδαιμονίους θα ήτο όχι ευγνωμοσύνη δια τας προσπαθείας μας, αλλά μομφή μάλλον, αντί τιμής και δόξης. Το κέρδος μας θα ήτο ότι τας κατηγορίας ακριβώς, επί τη βάσει, των οποίων διεξάγομεν τον πόλεμον εναντίον των Αθηναίων, θα εστρέφαμεν εναντίον μας, υπό περιστάσεις μάλιστα επιβαρυντικωτέρας, καθόσον εκείνοι δεν διεκήρυξαν ότι ακολουθούν μεγαλόφρονα πολιτικήν. Τωόντι, δι' όσους τουλάχιστον απολαμβάνουν την κοινήν εκτίμησιν, είναι περισσότερον αισχρόν να εξυπηρετούν την πλεονεξίαν των με δολιότητα υπό εύσχημον κάλυμμα, παρά με φανεράν βίαν. Διότι η βία στηρίζεται εις το δικαίωμα της δυνάμεως, η οποία είναι δώρον της τύχης, ενώ η δολία πολιτική εις την επιβουλήν μοχθηράς διαθέσεως.

87. "Ενεργούντες κατ' αυτόν τον τρόπον, δεικνύομεν μεγάλην περίσκεψιν δι' ό,τι αφορά τα ζωτικά μας συμφέροντα, και καμμίαν καλυτέραν εξασφάλισιν εκτός από τους όρκους μας δεν ημπορείτε να έχετε, παρά εκείνην που σας παρέχουν άνθρωποι, των οποίων αι πράξεις, εξεταζόμεναι εν σχέσει προς τους λόγους, παρέχουν την αναμφισβήτητον πεποίθησιν ότι ανταποκρίνονται πραγματικώς προς το συμφέρον των, όπως υποστηρίζουν. Αλλ' εάν ισχυρισθήτε ότι δεν είσθε εις θέσιν να δεχθήτε τας προτάσεις μου, και διατυπώσετε την αξίωσιν ότι επειδή είσθε φίλοι μας ημπορείτε να τας αποκρούσετε αζημίως, εάν υποστηρίξετε ότι την ελευθερίαν θεωρείτε επικίνδυνον, και ότι δίκαιον είναι να προσφέρεται εις εκείνους μόνον που είναι εις θέσιν να την δεχθούν, αλλά να μην επιβάλλεται εις κανένα παρά την θέλησίν του, θα επικαλεσθώ τους θεούς και ήρωας της χώρας σας ως μάρτυρας, ότι ενώ ήλθα δια το καλόν σας, αρνείσθε να με εισακούσετε, και θα προσπαθήσω να σας εξαναγκάσω δια της ερημώσεως της χώρας σας. Και νομίζω ότι η ενέργειά μου αυτή δεν θα είναι του λοιπού άδικος, αφού μάλιστα και δύο σπουδαιότατοι λόγοι συνηγορούν οπωσδήποτε δι' αυτήν. Πρώτον, ότι δεν πρέπει να υποφέρουν οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα της φιλίας σας, καθώς θα υποφέρουν, εάν, αρνούμενοι να ενωθήτε με ημάς, εξακολουθήσετε να καταβάλλετε φόρους εις τους Αθηναίους, και δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεσθε εμπόδιον εις την απελευθέρωσιν των Ελλήνων. Χωρίς τους λόγους αυτούς, τοιαύτη ενέργειά μας θα ήτο βεβαίως αδικαιολόγητος, και μόνον η εξυπηρέτησις του κοινού καλού γεννά δι' ημάς του Λακεδαιμονίους την υποχρέωσιν να επιβάλλωμεν την ελευθερίαν εις τους αποστέργοντας αυτήν. Ούτε, εξ άλλου, επιδιώκομεν να επιβάλωμεν την ηγεμονίαν μας, αλλ' αγωνιζόμεθα αντιθέτως δια να καταλύσωμεν την ηγεμονίαν άλλων, και θα διεπράτταμεν αδικίαν προς τους πολλούς, εάν, ενώ φέρομεν εις όλους την ανεξαρτησίαν, επιτρέπαμεν εις σας να παρεμβάλετε εμπόδια. Έχοντες υπ' όψιν αυτά που σας είπα, φροντίσατε να λάβετε ορθάς αποφάσεις. Αγωνισθήτε, όχι μόνον δια να δώσετε πρώτοι το σύνθημα της απελευθερώσεως των Ελλήνων και αποταμιεύσετε θησαυρόν αιωνίας δόξης, αλλά και δια να προφυλάξετε τας ιδιωτικάς σας περιουσίας από καταστροφάς και δια να κοσμήσετε την πόλιν σας με το ωραιότερον όνομα".

88.
Η Άκανθος και τα Στάγειρα αποστατούν από τους Αθηναίους
Μετά τους λόγους αυτούς του Βρασίδα, οι Ακάνθιοι, αφού προηγουμένως συνεζήτησαν δια μακρών τα υπέρ και τα κατά, προέβησαν εις μυστικήν ψηφοφορίαν. Η πλειοψηφία, επηρεασθείσα εν μέρει από τους επαγωγούς λόγους του Βρασίδα και εν μέρει από τον φόβον του τρυγητού, απεφάσισε ν' αποστατήσουν από τους Αθηναίους. Και τότε μόνον εδέχθησαν τον στρατόν του Βρασίδα, αφού εδέσμευσαν τον τελευταίον με τους ίδιους όρκους τους οποίους είχεν ορκισθή η κυβέρνησις των Λακεδαιμονίων, όταν τον απέστειλεν, ότι δηλαδή θα σεβασθή πραγματικώς την ανεξαρτησίαν κάθε πόλεως, την οποίαν θα κατώρθωνε να προσεταιρισθή ως σύμμαχον. Και ολίγον βραδύτερον απεστάτησαν επίσης και τα Στάγειρα, αποικία των Ανδρίων. Αυτά υπήρξαν τα γεγονότα του θέρους τούτου.

89. Ευθύς εις την αρχήν του επομένου χειμώνος επρόκειτο να γίνη παράδοσις των Βοιωτικών πόλεων εις τους στρατηγούς των Αθηναίων Ιπποκράτη και Δημοσθένη. Καθώς είχε συμφωνηθή, ο δεύτερος έπρεπε να ευρεθή εμπρός από τας Σίφας με τον στόλον του, και ο πρώτος να βαδίση εναντίον του Δηλίου. Έγινεν όμως λάθος ως προς την ημέραν που έπρεπε καθείς από τους δύο να εκκινήση. Πρώτος ο Δημοσθένης με τον στόλον του, εις τον οποίον επέβαιναν Ακαρνάνες και πολλοί από τους άλλους συμμάχους των μερών εκείνων, έπλευσεν εις τας Σίφας. Αλλ' η απόπειρα απέτυχε, διότι το σχέδιον επροδόθη από τον Νικόμαχον, Φωκέα από την Φανοτέα, ο οποίος ανήγγειλε το πράγμα εις τους Λακεδαιμονίους, και εκείνοι εις τους Βοιωτούς. Και επειδή ο Ιπποκράτης δεν είχεν εισβάλει ακόμη εις το έδαφός των, και επομένως δεν ημπορούσε να φέρη αντιπερισπασμόν, οι Βοιωτοί έσπευσαν εις βοήθειαν από όλα τα μέρη και επρόλαβαν να καταλάβουν τας Σίφας και την Χερώνειαν. Όταν δε οι συνωμόται είδαν την αποτυχίαν, δεν απεπειράθησαν να κάμουν τίποτε εντός των πόλεων.


 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]