90.
Οι Αθηναίοι οχυρώνουν το Δήλιον
Ο Ιπποκράτης, εξ άλλου, αφού επιστράτευσε τους Αθηναίους, πολίτας εξ ίσου και μετοίκους, καθώς και τους παρεπιδήμους ξένους, έφθασεν αργά εις το Δήλιον, όταν οι Βοιωτοί είχαν ήδη επιστρέψει από τας Σίφας. Και αφού εστρατοπέδευσε, προέβη εις την οχύρωσιν του Δηλίου κατά τον εξής τρόπον: Οι στρατιώται έσκαψαν τάφρον γύρω από τον ναόν και ολόκληρον τον ιερόν περίβολον. Με τα χώματα δε που έβγαλαν από την τάφρον κατεσκεύασαν προτείχισμα προς υποστήριξιν του οποίου ενέπηξαν πασσάλους καθ' όλον το μήκος. Συγχρόνως εχρησιμοποίησαν εις το πρόχωμα αυτό τα κλήματα των πέριξ του ιερού περιβόλου αμπέλων καθώς και τας πέτρας και τας πλίνθους των πέριξ οικοδομών, τας οποίας κατεδάφιζαν, και μετεχειρίσθησαν εν γένει κάθε μέσον δια να υψώσουν όσον το δυνατόν περισσότερον το οχύρωμα. Κατεσκεύασαν επίσης ξυλίνους πύργους εις τα επίκαιρα σημεία του ιερού περιβόλου, όπου δεν υπήρχαν οικοδομαί (διότι η προϋπάρχουσα στοά είχε καταπέσει). Η εργασία είχεν αρχίσει την τρίτην ημέραν μετά την αναχώρησιν από τας Αθήνας, και, εξηκολούθησεν όλην την τετάρτην και μέχρι του προγεύματος της πέμπτης, οπότε, επειδή το πλείστον του έργου είχεν ήδη συντελεσθή, το κύριον μέρος του στρατού εξεκίνησε δια να επιστρέψη εις τας Αθήνας. Εις απόστασιν δέκα περίπου σταδίων από το Δήλιον, οι οπλίται εστάθμευσαν εις τάξιν μάχης προς ανάπαυσιν, ενώ οι περισσότεροι από τους ψιλούς στρατιώτας συνέχισαν κατ' ευθείαν την πορείαν των. Ο Ιπποκράτης όμως είχε παραμείνει εις το Δήλιον, ασχολούμενος να εγκαταστήση τους φρουρούς εις τας διαφόρους θέσεις των και συμπληρώση προσηκόντως ό,τι υπελείπετο ακόμη δια την οχύρωσιν.

91.
Οι Βοιωτοί συγκεντρώνονται εις Τανάγραν
Κατά την διάρκειαν της οχυρώσεως του Δηλίου, οι Βοιωτοί συνεκεντρώνοντο εις την Τανάγραν. Αφού δ' έφθασαν τα αποσπάσματα όλων των πόλεων, έμαθαν ότι οι Αθηναίοι εξεκίνησαν ήδη, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Οι άλλοι Βοιωτάρχαι, των οποίων ο ολικός αριθμός ανέρχεται εις ένδεκα, ήσαν της γνώμης ότι δεν έπρεπε να δώσουν μάχην, διότι ο εχθρός είχεν εξέλθει ήδη από το έδαφος της Βοιωτίας. Και πράγματι οι Αθηναίοι, όταν εστάθμευσαν, ήσαν περίπου εις τα όρια της Ωρωπίας. Αλλ' ο Παγώνδας, υιός του Αιολάδου, ο οποίος αντιπροσώπευε τας Θήβας ως Βοιωτάρχης, μαζί με τον Αριανθίδην, υιόν του Λυσιμαχίδου, και ήσκει τότε την αρχιστρατηγίαν, ήθελε να δοθή η μάχη, διότι έκρινεν ότι συνέφερε ν' αντιμετωπισθή ο κίνδυνός της. Προσεκάλει δια τούτο τους στρατιώτας κατά τμήματα, δια να μην αφίσουν όλοι συγχρόνως τα όπλα των, και με τους επομένους λόγους προσεπάθει να πείση τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων και τους επιτεθούν.

92.
Ο Βοιωτάρχης Παγώνδας συνιστά να πολεμήσουν κατά των Αθηναίων
"Αγαπητοί Βοιωτοί, έπρεπε μήτε να περάση από τον νουν κανενός από ημάς τους αρχηγούς του στρατού η ιδέα ότι δεν είναι ορθόν να επιτεθώμεν εναντίον των Αθηναίων, παρά εάν τους προφθάσωμεν ευρισκομένους ακόμη εις το έδαφος της Βοιωτίας. Διότι εκείνοι, ελθόντες από όμορον χώραν και οικοδομήσαντες οχύρωμα επάνω εις την Βοιωτίαν, σκοπόν έχουν να ερημώσουν το έδαφός μας, και είναι προφανώς εχθροί μας, οπουδήποτε και αν τους φθάσωμεν, και ιδίως εις το έδαφος, από το οποίον προήλασαν, δια να συμπεριφερθούν ως τοιούτοι επί του ιδικού μας. Αλλ' εάν μόλα ταύτα ενόμισε κανείς ασφαλέστερον να μην επιτεθώμεν, πρέπει ν' αλλάξη γνώμην. Διότι οι υπολογίσμοι της συνετής προνοητικότητος δεν αρμόζουν εξ ίσου εις εκείνους που είναι θύματα επιθέσεως άλλων και ζητούν να προστατεύσουν το έδαφός των, όπως αρμόζουν εις όσους, ενώ κατέχουν ανενοχλήτως ό,τι τους ανήκει, επιτίθενται εκουσίως και από πλεονεξίαν εναντίον άλλων. Άλλωστε, πατροπαράδοτος δια σας πολιτική είναι να καταπολεμήτε τον ξένον επιδρομέα, αδιάφορον αν εις το ιδικόν σας ή το ξένον έδαφος, και πολύ περισσότερον επιβάλλεται τούτο απέναντι των Αθηναίων, οι οποίοι επί πλέον συνορεύουν με σας. Διότι τότε μόνον εξασφαλίζει κανείς την ελευθερίαν του απέναντι των γειτόνων, όταν είναι ικανός και έτοιμος ν' αντιμετωπίζη αυτούς. Και εναντίον προ πάντων των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι όχι πλέον τους γείτονας, αλλά και εκείνους ακόμη που κατοικούν μακράν, επιζητούν να υποδουλώσουν, είναι ή δεν είναι ανάγκη ν' αγωνισθώμεν μέχρις εσχάτων; Η κατάστασις της απέναντί μας Ευβοίας και των περισσοτέρων άλλων Ελλήνων ας μας χρησιμεύση ως παράδειγμα. Και πρέπει να γνωρίζετε ότι ενώ οι άλλοι πολεμούν εναντίον των γειτόνων των δι' αμφισβητούμενα σύνορα, δι' ημάς, εάν νικηθώμεν, εν και μόνον και αναμφισβήτητον του λοιπού σύνορον θα χαραχθή, περιλαμβάνον ολόκληρον το έδαφός μας, διότι, άμα εισέλθουν εις αυτό οι Αθηναίοι, θα γίνουν δια της βίας κύριοι των κτήσεών μας. Τόσον επικινδυνωτέρα από κάθε άλλην είναι δι' ημάς η γειτνίασίς των. Συνήθως, άλλωστε, όσοι, θρασυνόμενοι από την δύναμίν των, όπως οι Αθηναίοι τώρα, επιτίθενται εναντίον άλλων, βαδίζουν με μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην εναντίον εκείνων, οι οποίοι αδρανούν και υπερασπίζουν εαυτούς μόνον εντός του ιδικού των εδάφους, ενώ αντιτάσσονται με ολιγωτέραν προθυμίαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι εξέρχονται από τα όρια της χώρας των, δια να τους αντιμετωπίσουν, και οι οποίοι, παρουσιαζομένης ευκαιρίας, αρχίζουν αυτοί πρώτοι τας εχθροπραξίας. Του πράγματος αυτού ελάβαμεν πείραν από τους ιδίους τους Αθηναίους, διότι, όταν, συνεπεία των εμφυλίων μας σπαραγμών, κατέλαβαν την χώραν μας, και τους ενικήσαμεν εις την μάχην της Κορωνείας, εξησφαλίσαμεν εις την Βοιωτίαν πλήρη ασφάλειαν μέχρι της σήμερον. Αυτά ενθυμούμενοι, καθήκον έχομεν, οι πρεσβύτεροι να μη φανούν κατώτεροι των τότε ανδραγαθημάτων των, και οι νεώτεροι, ως υιοί πατέρων, οι οποίοι έδειξαν τότε διαγωγήν άψογον, να προσπαθήσουν να μην αμαυρώσουν τας πατροπαραδότους αρετάς. Εμπιστευόμενοι δε εις την βοήθειαν του θεού, του οποίου τον ναόν, παρά τα κρατούντα μεταξύ Ελλήνων, ωχύρωσαν και κατέχουν, και εις τας θυσίας που προσεφέραμεν εις τους θεούς και αι οποίαι υπήρξαν ευοίωνοι, καθήκον έχομεν να προελάσωμεν δια να επιτεθώμεν εναντίον των και τους δείξωμεν ότι αν θέλουν να επιτύχουν ό,τι εποφθαλμιούν, οφείλουν να επιτίθενται εναντίον εκείνων, που δεν έχουν διάθεσιν ν' αμυνθούν, αλλ' ότι άνδρες, οι οποίοι, εμπνεόμενοι από ευγενές πνεύμα, εθεώρησαν πάντοτε καθήκον των ν' αγωνίζωνται υπέρ της ελευθερίας της ιδικής των χώρας και να μην υποδουλώνουν την χώραν των άλλων αδίκως, δεν θα τους επιτρέψουν να φύγουν χωρίς να πολεμήσουν".

93.
Οι αντίπαλοι στρατοί Αθηνών και Βοιωτίας παρατάσσονται
προς μάχην
Με τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους έπεισεν ο Παγώνδας τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων. Και αφού έδωκεν εσπευσμένως την διαταγήν της προελάσεως, καθόσον και η ημέρα ήτο ήδη προχωρημένη, εξεκίνησε επί κεφαλής του στρατού. Και όταν επλησίασε τον στρατόν των Αθηναίων, κατέλαβε θέσιν, από την οποίαν τα δύο στρατεύματα ένεκα παρεμπίπτοντος λόφου, δεν ημπορούσαν να βλέπουν το εν τω άλλο, και εκεί παρέταξε τον στρατόν και ητοιμάζετο δια να δώση μάχην. Ο Ιπποκράτης, ο οποίος ευρίσκετο ακόμη εις το Δήλιον, ευθύς ως έμαθε την προέλασιν των Βοιωτών, έστειλεν εις τον στρατόν διαταγάς να λάβη τάξιν μάχης, και ο ίδιος έφθασε μετ' ολίγον, αφού αφήκεν εις το Δήλιον τριακοσίους περίπου ιππείς, δια να το φρουρούν εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως, και συγχρόνως καραδοκούν κατάλληλον ευκαιρίαν δια να πέσουν, διαρκούσης της μάχης, επάνω εις τα νώτα του εχθρού. Αλλ' οι Βοιωτοί αντέταξαν χωριστόν απόσπασμα προς άμυναν εναντίον των ιππέων του Δηλίου, και όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, ανέβησαν εις την κορυφογραμμήν του λόφου, από την οποίαν ήσαν ορατοί, και εκεί ανέμεναν εις τάξιν μάχης. Η όλη δύναμίς των ανήρχετο εις επτά χιλιάδας περίπου οπλίτας, δέκα και πλέον χιλιάδας ψιλούς, χιλίους ιππείς και πεντακοσίους πελταστάς. Το δεξιόν κέρας κατείχαν οι Θηβαίοι με εκείνους από τους Βοιωτούς, όσοι ήσαν υποτελείς των. Εις το κέντρον ήσαν οι Αλιάρτιοι, οι Κορωναίοι, οι Κωπαιείς και οι άλλοι, όσοι κατοικούν γύρω από την Κωπαΐδα λίμνην. Το αριστερόν κατείχαν οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Πλησίον εις τα δύο κέρατα ετοποθετήθησαν οι ψιλοί και οι ιππείς. Οι Θηβαίοι ετάχθησαν εις φάλαγγα βάθους είκοσι πέντε οπλιτών. Ο σχηματισμός των άλλων εποίκιλλε. Τοιαύτη ήτο η στρατιωτική δύναμις των Βοιωτών, και τοιαύτη η προς μάχην παράταξίς της.

94. Οι Αθηναίοι οπλίται, ισάριθμοι προς τους εχθρούς των, ετάχθησαν όλοι εις φάλαγγα βάθους οκτώ ανδρών, και οι ιππείς εις τα δύο κέρατα. Τακτικοί ψιλοί στρατιώται δεν παρίσταντο, ούτε είχε ποτέ οργανώσει η πόλις τοιούτους. Όσοι εν τούτοις, ψιλοί έλαβαν μέρος εις την εισβολήν, ήσαν πολλαπλάσιοι από τους του εχθρού. Αλλ' ένεκα της γενικής επιιστρατεύσεως αστών και ξένων, οι περισσότεροι ήσαν άοπλοι, και επειδή είχαν ήδη ξεκινήσει, επιστρέφοντες εις τας Αθήνας, ολίγοι μόνον έλαβαν μέρος εις την μάχην. Αφού δε οι δύο στρατοί ήσαν παρατεταγμένοι και επέκειτο η σύγκρουσις, ο στρατηγός Ιπποκράτης, διερχόμενος το μέτωπον της παρατάξεως των Αθηναίων εξήπτε το θάρρος των στρατιωτών με τους επομένους λόγους:

95.
Ο Αθηναίος στρατηγός Ιπποκράτης ομιλεί προς τους στρατιώτας
"Συμπολίται, η παραίνεισίς μου θα είναι σύντομος, διότι, προκειμένου περί ανδρών γενναίων, ολίγοι λόγοι αρκούν και τους ολίγους αυτούς απευθύνω ως υπόμνησιν μάλλον παρά ως προτροπήν. Κανείς ας μη φαντασθή ότι αναλαμβάνομεν τόσον σοβαρόν κίνδυνον επάνω εις ξένον έδαφος άνευ λόγου. Διότι εις το εχθρικόν αυτό έδαφος θ' αγωνισθώμεν υπέρ της ιδικής μας χώρας. Και αν νικήσωμεν, κανείς πλέον δεν υπάρχει φόβος ότι οι Πελοποννήσιοι, χωρίς το Βοιωτικόν ιππικόν, θα εισβάλουν του λοιπού εις την χώραν μας, αλλά με μίαν μάχην και την Βοιωτίαν κατακτάτε και την ελευθερίαν της Αττικής εξασφαλίζετε. Βαδίσατε λοιπόν εναντίον των, όπως αρμόζει εις ανθρώπους, οι οποίοι είμεθα όλοι υπερήφανοι, διότι έχομεν πατρίδα, η οποία είναι η πρώτη πόλις της Ελλάδος, και εις τους υιούς πατέρων, οι οποίοι υπό την αρχηγίαν του Μυρωνίδου ενίκησαν αυτούς εδώ εις την μάχην των Οινοφύτων, και έγιναν εις το παρελθόν κύριοι της Βοιωτίας".

96.
Μάχη μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών. Ήττα των Αθηναίων
Την ώραν που ο Ιπποκράτης απηύθυνε τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους, και δεν είχεν ακόμη προφθάσει να διέλθη περισσότερον από το ήμισυ μέτωπον του στρατού, οι Βοιωτοί, εις τους οποίους ο Παγωνιάς είχεν απευθύνει και πάλιν βιαστικά μερικούς παραινετικούς λόγους, ψάλλοντες τον παιάνα, προήλασαν κατερχόμενοι από τον λόφον. Και οι Αθηναίοι, εξ άλλου, αντεπεξήλθαν, εις τρόπον ώστε οι δύο στρατοί συνεκρούσθησαν τρέχοντες. Είναι αληθές ότι τα άκρα των στρατών δεν ημπόρεσαν να έλθουν εις χείρας, διότι ημποδίσθησαν από το ίδιον κώλυμα, ογκωθέντας δηλαδή χειμάρρους. Ο λοιπός όμως στρατός είχεν εμπλακή εις τραχύν αγώνα, και οι άνδρες αλληλοεσπρώχνοντο με τας ασπίδας των. Το αριστερόν και το κέντρον της Βοιωτικής παρατάξεως ευρίσκοντο εις υποδεή θέσιν απέναντι των Αθηναίων, οι οποίοι και τους άλλους, που ευρίσκοντο εις το μέρος αυτό, και προ πάντων τους Θεσπιείς, επίεζαν. Διότι οι παρατεταγμένοι εις το πλευρόν των τους εγκατέλειψαν, υποχωρήσαντες, οι δε τελευταίοι εκυκλώθησαν στενώτατα, εις τρόπον ώστε οι φονευθέντες από αυτούς εξωλοθρεύθησαν, αμυνόμενοι λυσσωδώς. Και μερικοί μάλιστα από τους Αθηναίους, ένεκα της συγχύσεως, την οποίαν έφερεν η κύκλωσις, εφονεύθησαν κατά λάθος μεταξύ των. Εις το μέρος λοιπόν τούτο οι Βοιωτοί ενικήθησαν, και κατέφυγαν προς το τμήμα της παρατάξεως, το οποίον εμάχετο ακόμη. Αλλά το δεξιόν, όπου ήσαν οι Θηβαίοι, υπερίσχυσε των Αθηναίων, τους απώθησε και τους κατεδίωκε κατ' αρχάς βήμα προς βήμα. Αλλά την στιγμήν ακριβώς αυτήν, παρουσιάσθησαν αιφνιδίως δύο αποσπάσματα του ιππικού, τα οποία ο Παγώνδας, δια να βοηθήση το αριστερόν του, όταν υπέφερε δεινώς, είχε στείλει από μέρος που δεν τα έβλεπεν ο εχθρός, γύρω από τον λόφον, και το δεξιόν κέρας των Αθηναίων, το οποίον ενίκα, εκλαβόν τα αποσπάσματα αυτά ως νέον στρατόν ερχόμενον εναντίον των, κατελήφθη από πανικόν. Και ούτως, ένεκα δύο αιτιών, αφ' ενός της αιφνιδίας εμφανίσιεως του ιππικού, και εξ άλλου, διότι οι Θηβαίοι κατεδίωκαν βήμα προς βήμα το αριστερόν των Αθηναίων, το οποίον υπεχώρει, και διέσπασαν την παράταξίν του, η φυγή ολοκλήρου του στρατού των Αθηναίων εγενικεύθη. Και άλλοι μεν ώρμησαν εις την θάλασσαν προς την διεύθυνσιν του Δηλίου, άλλοι προς τον Ωρωπόν, άλλοι προς το όρος Πάρνηθα και άλλοι, όπου καθείς ήλπιζε να σωθή. Οι Βοιωτοί, και μάλιστα το ιππικόν των, καθώς και το ιππικόν των Λοκρών, το οποίον έφθασε μόλις ήρχισεν η φυγή, τους κατεδίωκαν και τους εφόνευαν. Το γεγονός, άλλωστε, ότι κατά την διάρκειαν της καταδιώξεως ενύκτωσε, διηυκόλυνε την σωτηρίαν του μεγαλυτέρου μέρους των φευγόντων. Και την επομένην, όσοι κατέφυγαν εις τον Ωρωπόν και το Δήλιον, αφού άφισαν εις το τελευταίον, το οποίον παρά την ήτταν των ευρίσκετο ακόμη υπό την κατοχήν των, φρουράν, μετεφέρθησαν δια θαλάσσης εις τα ίδια.

97. Οι Βοιωτοί, αφού έστησαν τρόπαιον, συνέλεξαν τους νεκρούς των, εσκύλευσαν τους νεκρούς του εχθρού, άφηκαν φρουράν να τους φυλάττη, και απεσύρθησαν εις την Τανάγραν, όπου εσχεδίαζαν επίθεσιν εναντίον του Δηλίου. Κήρυξ των Αθηναίων, μεταβαίνων δια να ζητήση τους νεκρούς, συνήντησε κήρυκα Βοιωτόν, ο οποίος τον εγύρισεν οπίσω, λέγων ότι τίποτε δεν ημπορεί να επιτύχη, πριν ο ίδιος επιστρέψη (από το Αθηναϊκόν στρατόπεδον, όπου εστέλλετο). Ο Βοιωτός κήρυξ παρουσιάσθη εις τους Αθηναίους και τους ανεκοίνωσεν εκ μέρους των Βοιωτών ότι διέπραξαν έγκλημα, παραβιάσαντες τα κοινώς κρατούντα μεταξύ των Ελλήνων. Διότι, ενώ είναι γενικώς καθιερωμένον, οσάκις εν κράτος εισβάλλει εις το έδαφος άλλου, να σέβεται τους ιερούς χώρους, οι Αθηναίοι, οχυρώσαντες το Δήλιον, το χρησιμοποιούν ως κατοικίαν, και προβαίνουν εντος αυτού εις κάθε τι που εκτελούν οι άνθρωποι εις τόπον μη καθιερωμένον. Και το νερό ακόμη, το οποίον δεν επετρέπετο εις τους Βοιωτούς να εγγίζουν, παρά μόνον δια να το χρησιμοποιούν ως ιερόν ύδωρ δια τας θρησκευτικάς τελετάς, αυτοί, αντλούντες, χρησιμοποιούν δια τας συνήθεις ανάγκας των. Δια τους λόγους αυτούς, οι Βοιωτοί, εξ ονόματός των και εξ ονόματος του θεού, επικαλούμενοι τον Απόλλωνα και τους άλλους εις τον αυτόν ναόν λατρευομένους θεούς, προκαλούν τους Αθηναίους ν' απέλθουν από τον ναόν, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει.

98. Μετά την σύντομον αυτήν ανακοίνωσιν του κήρυκος, οι Αθηναίοι έστειλαν εις τους Βοιωτούς ιδικόν των κήρυκα, ο οποίος απήντησεν εξ ονόματός των, ότι όσον αφορά τον ναόν, καμμίαν βλάβην ούτε επροξένησαν, ούτε θα προξενήσουν του λοιπού θεληματικώς. Ούτε κατ' αρχήν, άλλωστε, τον κατέλαβαν με τοιούτον σκοπόν, αλλά δια να τον χρησιμοποιήσουν, εις ανταπόδοσιν των ίσων, εναντίον εκείνων, οι, οποίοι πραγματικώς τους ηδίκουν. Ότι κατά το έθιμον που επικρατεί μεταξύ των Ελλήνων, εις εκείνον, που εξουσιάζει το έδαφος, μεγάλον ή μικρόν περιέρχονται εκάστοτε και οι ναοί, με την υποχρέωσιν να επιμελήται αυτούς, σύμφωνα με τας μέχρι τούδε θρησκευτικάς συνηθείας, και εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Οι Βοιωτοί, τωόντι και πολλοί άλλοι, όσοι εξεδίωξαν τους προηγουμένους κατοίκους μιας χώρας και έγιναν δια της βίας κύριοι αυτής, κατέλαβαν κατ' αρχάς ξένους ναούς, τους οποίους όμως εξουσιάζουν σήμερον ως ιδικούς των. Και οι ίδιοι επομένως οι Αθηναίοι, εάν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος Βοιωτικού εδάφους, θα το εκράτουν. Αλλά και τώρα το μέρος που κατέλαβαν θεωρούν ιδικόν των, και θα κάμουν ό,τι ημπορούν δια να μη το αφίσουν. Όσον αφορά την καταχρηστικήν χρησιμοποίησιν του νερού, δεν ημπορούσαν να πράξουν άλλως. Η χρησιμοποίησίς του είναι ανάγκη, εις την οποίαν όμως δεν περιήλθαν εκουσίως και από αλαζονείαν, αλλά δια ν' αμυνθούν εναντίον εκείνων που πρώτοι επέδραμαν το έδαφος της Αττικής. Ότι, άλλωστε, κάθε τι που γίνεται υπό την πίεσιν του πολέμου η άλλης ανάγκης, είναι φυσικόν να κρίνεται επιεικώς και από τον ίδιον τον θεόν, αφού οι βωμοί είναι καταφύγιον δια τα ακούσια εγκλήματα. Ότι και τον όρον "παρανομία" μεταχειριζόμεθα δι' εκείνους, που διαπράττουν κακόν άνευ ανάγκης, όχι δι' εκείνους, οι οποίοι υπό την πίεσιν των περιστάσεων αποτολμούν να κάμουν κάτι. Ότι οι Βοιωτοί, με το να έχουν την αξίωσιν να μην αποδώσουν τους νεκρούς, παρά μόνον ως αντάλλαγμα ιερών τόπων, ασεβούν πολύ περισσότερον από αυτούς, οι οποίοι αρνούνται ν' ανακτήσουν ό,τι δικαιωματικώς τους ανήκει, δίδοντες εις αντάλλαγμα τοιούτους τόπους. Και ότι τέλος εζήτουν από τους Βοιωτούς να τους δηλώσουν απεριφράστως ότι ημπορούν να πάρουν τους νεκρούς των, και όχι υπό τον όρον της εκκενώσεως του Βοιωτικού εδάφους (αφού, άλλωστε, δεν ευρίσκοντο πλέον εις Βοιωτικόν έδαφος, αλλ' εις το έδαφος, το οποίον κατέκτησαν με το ξίφος των), αλλά υπό τον όρον να ζητήσουν προς τούτο την ανέκαθεν ειθισμένην βραχείαν ανακωχήν.

99. Οι Βοιωτοί απήντησαν ότι αν οι Αθηναίοι ευρίσκωνται εις Βοιωτικόν έδαφος, οφείλουν να το εκκενώσουν πριν παραλάβουν ό,τι τους ανήκει, εάν όμως εις ιδικόν των, όπως ισχυρίζονται, αυτοί γνωρίζουν τί έχουν να κάμουν. Η απάντησις των Βοιωτών ωφείλετο εις την γνώμην των, ότι η Ωρωπία, επί της οποίας έτυχε να κείνται οι νεκροί (καθόσον η μάχη είχε γίνει εις τα σύνορα), ανήκεν εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων, ότι όμως οι Αθηναίοι δεν ημπορούσαν να παραλάβουν τους νεκρούς εναντίον της ιδικής των θελήσεως, ούτε πάλιν ήσαν διατεθειμένοι να συνάψουν ανακωχήν, προκειμένου περί εδάφους, το οποίον ανήκεν εις τους Αθηναίους, όπως έλεγαν οι τελευταίοι. Εθεώρουν, εξ άλλου, ως ευπρόσωπον την απάντησίν των, ότι οι Αθηναίοι, μόνον εάν εκκενώσουν το Βοιωτικόν έδαφος, ημπορούν να παραλάβουν και ό,τι τους ανήκει. Μετά την απάντησιν των Βοιωτών, ο κήρυξ των Αθηναίων απήλθεν άπρακτος.

100. Ευθύς κατόπιν, οι Βοιωτοί προσεκάλεσαν από τον Μαλιακόν κόλπον ακοντιστάς και σφενδονιστάς. Ήλθαν επίσης μετά την μάχην εις βοήθειάν των δύο χιλιάδες Κορινθίων οπλιτών, και η Πελοποννησιακή φρουρά, η οποία είχεν εκκενώσει την Νίσαιαν, και συγχρόνως μερικοί Μεγαρείς. Με τον στρατόν των, ενισχυμένον κατ' αυτόν τον τρόπον, εβάδισαν εναντίον του Δηλίου, του οποίου προσέβαλαν το οχύρωμα, και κατόπιν άλλων μέσων επιθέσεως, τα οποία εδοκίμασαν, έφεραν πλησίον του τείχους και κάποιαν μηχανήν, με την οποίαν κατώρθωσαν πράγματι και να το κυριεύσουν. Δια να κατασκευάσουν την μηχανήν αυτήν, έσχισαν με το πριόνι μεγάλην δοκόν κατά μήκος, και, αφού εκοίλαναν απ' άκρου εις άκρον τα δύο μέρη της, συνήρμοσαν αυτά πάλιν με μεγάλην ακρίβειαν ως αυλόν. Εις την μίαν άκραν εκρέμασαν με αλυσίδας λέβητα, εντός του οποίου διηυθύνετο το σιδηρούν κωνοειδές άκρον ενός μεγάλου φυσερού που κατέβαινεν επίσης από το ίδιον άκρον της δοκού, της οποίας το ξύλον ητο ωσαύτως επενδυμένον με σίδηρον εις μεγάλην έκτασιν. Την μηχανήν αυτήν, τοποθετημένην επάνω εις άμαξας, έφεραν από μακρυνήν απόστασιν εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, όπου δια την κατασκευήν του είχαν χρησιμοποιήση προ πάντων ξύλα και κλήματα αμπέλου, και οσάκις έφθανε πλησίον, ετοποθέτουν μεγάλα φυσερά εις το προς το μέρος των άλλο άκρον της δοκού και εφυσούσαν. Το φύσημα, διερχόμενον από τον καλώς κλεισμένον αυλόν, έφθανεν εις τον λέβητα, γεμάτον από αναμμένα κάρβουνα και θείον και πίσσαν και ανέδιδε φλόγα μεγάλην, η οποία μετέδιδε το πυρ εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, εις τρόπον ώστε κανείς δεν ημπορούσε πλέον να μείνη επάνω εις αυτό, αλλά το εγκατέλειψαν όλοι και ετράπησαν εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως το οχύρωμα εκιριεύθη. Από τους άνδρας της φρουράς μερικοί εφονεύθησαν και διακόσιοι ηχμαλωτίσθησαν. Οι λοιποί, οι και περισσότεροι, εισήλθαν εις τα πλοία και μετεφέρθησαν εις τα ίδια.

101. Το Δήλιον ανακατελήφθη την δεκάτην εβδόμην ημέραν μετά την μάχην. Όταν ο κήρυξ, τον οποίον είχαν στείλει οι Αθηναίοι, ήλθε μετ' ολίγον πάλιν δια να ζητήση τους νεκρούς, χωρίς να γνωρίζη την ανακατάληψιν, οι Βοιωτοί, αντί να επαναλάβουν την προηγουμένην απάντησιν, επέτρεψαν την παραλαβήν των. Αι απώλειαι των Βοιωτών κατά την μάχην ήσαν νεκροί σχεδόν πεντακόσιοι και των Αθηναίων όχι ακριβώς χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης, ως και μεγάλος αριθμός ψιλών στρατιωτών και σκευοφόρων.
Ολίγον μετά την μάχην αυτήν, ο Δημοσθένης, ο οποίος είχε πλεύσει, ως ελέχθη ήδη, δια να καταλάβη τας Σίφας, αλλ' απέτυχεν, ενήργησε δια του στόλου απόβασιν εις την Σικυωνίαν, επί κεφαλής τετρακοσίων Αθηναίων οπλιτών και στρατού αποτελουμένου από Ακαρνάνας και Αγραίους. Αλλά πριν καταπλεύσουν όλα τα πλοία, οι Σικυώνιοι έσπευσαν προς άμυναν, νίκησαν όσους είχαν ήδη αποβιβασθή και τους κατεδίωξαν μέχρι των πλοίων, φονεύσαντες εν μέρος και αιχμαλωτίσαντες τους άλλους. Ακολούθως έστησαν τρόπαιον και παρεχώρησαν βραχείαν ανακωχήν, προς παραλαβήν των νεκρών του εχθρού.
Συγχρόνως περίπου με τα γεγονότα του Δηλίου, ο Σιτάλκης,ο βασιλεύς των Οδρυσών, εκστρατεύσας κατά των Τριβαλλών, ενικήθη κατά την γενομένην μάχην και απέθανε. Ο Σεύθης, υιός του Σπαραδόκου, τον διαδέχθη, ως ανεψιός του εις την βασιλείαν και των Οδρυσών και της λοιπής Θράκης επί της οποίας εξετείνετο η αρχή του Σιτάλκους.



 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]