102.
Ο Βρασίδας καταλαμβάνει την Αμφίπολιν
Κατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, ο Βρασίδας, επί κεφαλής του συμμαχικού στρατού της Χαλκιδικής, εξεστράτευσεν εναντίον της Αμφιπόλεως, αποικίας των Αθηναίων κειμένης εις τας όχθας του ποταμού Στρυμόνος. Την θέσιν εις την οποίαν κείται σήμερον η πόλις, επεχείρησε ν' αποικίση προηγουμένως ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, όταν, καταδιωκόμενος από τον βασιλέα Δαρείον, ηναγκάσθη να φύγη, αλλ' εξετοπίσθη από τους Ηδώνας. Την ιδίαν απόπειραν έκαμαν ακολούθως και οι Αθηναίοι, οι οποίοι, τριάντα δυο έτη βραδύτερον, έστειλαν δέκα χιλιάδας αποίκους, αποτελουμένους εν μέρει από ιδικούς των πολίτας και εν μέρει από ξένους, όσοι ηθέλησαν να λάβουν μέρος εις την αποικίαν, αλλά και αυτοί εξωλοθρεύθησαν εις τον Δραβησκόν από τους Θράκας. Ύστερον από είκοσι εννέα έτη οι Αθηναίοι ήλθαν πάλιν, υπό την αρχηγίαν του Άγνωνος, υιού του Νικίου ως οργανωτού της αποικίας, και αφού εξεδίωξαν τους Ηδώνας, έκτισαν την Αμφίπολιν εις την θέσιν, η οποία ωνομάζετο από τότε Εννέα Οδοί. Βάσις της επιχειρήσεώς των εχρησίμευσεν η Ηιών, εμπορικός λιμήν ο οποίος τους ανήκεν ήδη, και ο οποίος κείται εις το στόμιον του ποταμού, εις απόστασιν είκοσι πέντε σταδίων από την σημερινήν πόλιν, την οποίαν ο Άγνων ωνόμασεν Αμφίπολιν, διότι, καθώς ο ποταμός Στρυμών σχηματίζει αγκώνα, περιρρέοντα αυτήν από βορρά μέχρι νότου, κατεσκεύασεν από εν σημείον του ποταμού εις άλλο μακρόν τείχος, χωρίσας τον αγκώνα αυτόν, εντός του οποίου ίδρυσε την πόλιν, περίβλεπτον και από ξηράς και από θαλάσσης.

103. Εναντίον λοιπόν της πόλεως αυτής εβάδιζεν ο Βρασίδας, ο οποίος εξεκίνησε με τον στρατόν του από τας Άρνας της Χαλκιδικής και περί το δειλινόν έφθασεν εις τον Αυλώνα και τον Βορμίσκον, όπου η λίμνη Βόλβη εκχύνεται εις την θάλασσαν, και αφού εδείπνησεν, εξηκολούθησε κατά την νύκτα την πορείαν του. Ένεκα άλλωστε της κοκοκαιρίας και της πιπτούσης ελαφράς χιόνος, επέσπευσε το βήμα διότι επεδίωκε να μη γίνη αντιληπτή η προσέγγισίς του από τους κατοίκους της Αμφιπόλεως, εκτός εκείνων, με τους οποίους ευρίσκετο εις μυστικάς συνεννοήσεις. Εις την Αμφίπολιν, τωόντι, ήσαν εγκατεστημένοι μερικοί Αργίλιοι, άποικοι της Άνδρου, οι οποίοι με μερικούς άλλους ήσαν μεμυημένοι, άλλοι παρασυρόμενοι από τον Περδίκκαν και άλλοι από τους Χαλκιδείς. Οι κάτοικοι προ πάντων της πλησίον κειμένης Αργίλου, οι οποίοι ήσαν ανέκαθεν ύποπτοι εις τους Αθηναίους και είχαν πάντοτε βλέψεις επί της
Αμφιπόλεως από αρκετόν καιρόν, αφού η άφιξις του Βρασίδα εις την Χαλκιδικήν τους παρέσχε την ευκαιρίαν, είχαν συνεννοηθή με τους εντός της Αμφιπόλεως εγκατεστημένους συμπολίτας των δια την παράδοσιν της πόλεως. Και τότε, δεχθέντες τον Βρασίδαν εντός της Αργίλου, απεστάτησαν από τους Αθηναίους την ιδίαν εκείνην νύκτα και ωδήγησαν τον στρατόν του εις την γέφυραν του ποταμού, όπου έφθασε πριν να εξημερώση. Η γέφυρα ευρίσκεται εις ικανήν απόστασιν από την πόλιν, και δεν συνεδέετο προς αυτήν με τείχος όπως τώρα, αλλ' εφρουρείτο από ασήμαντον απόσπασμα. Την φρουράν αυτήν κατέβαλεν ευκόλως ο Βρασίδας, και ένεκα της προδοσίας και διότι η επίθεσίς του έγινε απροσδοκήτως και εις ώραν κακοκαιρίας, διέβη την γέφυραν και έγινεν ευθύς κύριος των εκτός των τειχών ιδιοκτησιών, διότι οι Αμφιπολίται κατώκουν διεσπαρμένοι εις ολόκληρον το εκτός της πόλεως διαμέρισμα.

104. Η διάβασις του ποταμού εκ μέρους του Βρασίδα υπήρξεν εντελώς απροσδόκητος δια τους εντός της πόλεως. Και επειδή από τους εκτός του τείχους διαμένοντας πολλοί συνελαμβάνοντο, ενώ άλλοι κατέφευγαν εντός αυτού, οι Αμφιπολίται περιήλθαν εις μεγάλην σύγχυσιν, τόσον μάλλον, καθόσον αληλοϋπωπτεύοντο. Λέγεται, τωόντι, ότι επεκράτει τότε η γνώμη ότι εαν ο Βρασίδας, αντί να επιτρέψη εις τον στρατόν του να τραπή εις λεηλασίαν, απεφάσιζε να βαδίση κατ' ευθείαν εναντίον της πόλεως, θα την εκυρίευεν. Ενώ ήδη, αφού επέδραμε τα έξω της πόλεως και αι προσδοκίαι του ως προς την βοήθειαν των εντός αυτής διεψεύσθησαν, εστρατοπέδευσε και ανέμενεν ησυχάζων. Εν τω μεταξύ, οι αντίθετοι προς τους συνωμότας οι οποίοι ως πολυαριθμότεροι δεν επέτρεψαν να ανοίξουν εις αυτόν τας πύλας αμέσως, εκ συνεννοήσεως με τον στρατηγόν Ευκλή, ο οποίος είχεν έλθει από τας Αθήνας ως φρούραρχος, έστειλαν να ζητήσουν βοήθειαν από τον έτερον των δια την Χαλκιδικήν διωρισμένων στρατηγών, τον Θουκυδίδην, υιόν του Ολόρου, τον συγγραφέα της παρούσης ιστορίας, ο οποίος ευρίσκετο εις την Θάσον, αποικίαν των Παρίων, απέχουσαν της Αμφιπόλεως, ημισείας περίπου ημέρας πλουν. Ο Θουκυδίδης, άμα έλαβε την πρόσκλησιν, απέπλευσεν εσπευσμένως επί κεφαλής μοίρας επτά πλοίων, τα οποία έτυχαν παρόντα, επιδιώκων προ πάντων να προλάβη την συνθηκολογίαν της Αμφιπόλεως, ειδεμή να σώση τουλάχιστον την Ηιόνα.

105. Εν τω μεταξύ, επειδή ο Βρασίδας εφοβείτο αφ' ενός ότι, η Αθηναϊκή μοίρα θα ήρχετο από την Θάσον εις βοήθειαν της πόλεως, και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Θουκυδίδης είχε δικαίωμα εκμεταλλεύσεως επί των μεταλλείων χρυσού, των κειμένων εις το μέρος τούτο της Θράκης, και ως εκ τούτου είχε μεγάλην επιρροήν εις τους προκρίτους των μερών εκείνων, έσπευδε να καταλάβη προηγουμένως την πόλιν, εάν θα ημπορούσε. Διότι εφοβείτο ότι μετά την άφιξιν του Θουκυδίδου, το πλήθος των Αμφιπολιτών θ' απέκρουεν δραστικώς κάθε πρότασιν συνθηκολογίας, με την ελπίδα ότι ούτος ήθελε συγκεντρώσει τας συμμαχικάς δυνάμεις των παρακειμένων νήσων και της απέναντι Θράκης, και τους σώσει. Ως εκ τούτου, επροκήρυξε δια του κήρυκος τας επομένας επιεικείς προτάσεις συνθηκολογίας: Όσοι από τους Αμφιπολίτας και τους παρεπιδημούντας Αθηναίους θέλουν ημπορούν να μείνουν εις την πόλιν, διατηρούντες τας ιδιοκτησίας των και πλήρη ισότητα δικαιωμάτων, όσοι δε δεν θέλουν ημπορούν ν' απέλθουν εντός πέντε ημερών παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει.

106. Όταν ήκουσαν την πρότασιν αυτήν, οι περισσότεροι εκλονίσθησαν, τόσον μάλλον, καθόσον ολίγοι μόνον από τους πολίτας ήσαν Αθηναίοι, ενώ οι περισσότεροι ήσαν ανάμικτος πληθυσμός. Πολλοί συγχρόνως από τους κατοίκους της πόλεως ήσαν συγγενείς εκείνων, που είχαν συλληφθή έξω. Και τέλος εύρισκαν τας προτάσεις επιεικείς, συγκρίνοντες αυτάς προς ό,τι είχαν φοβηθή, οι μεν Αθηναίοι, διότι ευχαρίστως θ' ανεχώρουν αφού ενόμιζαν ότι ο κίνδυνος δι' αυτούς ήτο μεγαλύτερος παρά δια τους άλλους και δεν επερίμεναν, εξ άλλου, ταχείαν βοήθειαν, οι δε λοιποί κάτοικοι, διότι διετήρουν τα πολιτικά των δικαιώματα και συγχρόνως διέφευγαν ανελπίστως τον κίνδυνον. Ως εκ τούτου, επειδή οι ευρισκόμενοι εις μυστικήν συνεννόησιν με τον Βρασίδαν, βλέποντες ότι και το πλήθος είχε μεταβάλει γνώμην και δεν ήκουε πλέον τον παρόντα Αθήναιον στρατηγόν, ήρχισαν να συνηγορούν και φανερά πλέον υπέρ των προτάσεων, έγινε συνθηκολογία και ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τον Βρασίδαν, υπό τους όρους που είχε προκηρύξει. Οι Αμφιπολίται, επομένως, παρέδωσαν κατ' αυτόν τον τρόπον την πόλιν, ενώ ο Θουκυδίδης με την μοίραν των πλοίων του κατέπλευσεν εις την Ηιόνα περί το εσπέρας της ιδίας ημέρας, όταν ο Βρασίδας είχεν ήδη καταλάβει προ μικρού την Αμφίπολιν, και παρά μίαν νύκτα, έλειψε να καταλάβη ,και την Ηιόνα. Διότι, εαν τα πλοία δεν έσπευδαν εις βοήθειαν ολοταχώς, η τελευταία θα κατελαμβανετο κατά τα εξημερώματα της επιούσης.

107. Μετά τούτο, ο Θουκυδίδης κατέγινε με την διευθέτησιν των πραγμάτων της Ηιόνος, εις τρόπον ώστε να εξασφαλίση αυτήν και δια το παρόν, εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως του Βρασίδα, και δια το μέλλον, και εδέχθη όσους επροτίμησαν, κατά τους όρους της συνθηκολογίας, να εγκαταλείψουν την Αμφίπολιν και εγκατασταθούν εκεί. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, κατέπλευσεν αιφνιδίως με αρκετά πλοία δια του ποταμού προς την Ηιόνα, με την ελπίδα ότι θα ημπορούσε να καταλάβη το ακρωτήριον που προεξέχει από το τείχος και γίνη τοιουτοτρόπως κύριος του στομίου του ποταμού. Συγχρόνως επετέθη και δια ξηράς, αλλά και αι δύο απόπειραί του απεκρούσθησαν. Κατεγίνετο επίσης με την ρύθμισιν των πραγμάτων της Αμφιπόλεως και της περιφερείας της. Η Μύρκινος, εξ άλλου, πόλις Ηδωνική προσεχώρησε προς αυτόν, αφού ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός εδολοφονήθη υπό των υιών του Γοάξιος και της συζύγου του Βραυρούς. Το παράδειγμα της Μυρκίνου ηκολούθησαν μετ' ολίγον η Γαληψός και η Οισύμη, αποικία των Θασίων. Και ο Περδίκκας, ο οποίος ήλθεν ευθύς μετά την άλωσιν, συνεργάσθη με τον Βρασίδαν εις την τακτοποίησιν των μερών αυτών.

108. Η πτώσις της Αμφιπόλεως κατετρόμαξε τους Αθηναίους, τόσον μάλλον, και όσον η κατοχή της τους ήτο πολύ χρήσιμος και δια την ναυπηγήσιμον ξυλείαν και δια τα εισοδήματα που τους παρείχε. Αλλά και δι' άλλον ακόμη λόγον, διότι προηγουμένως οι Λακεδαιμόνιοι ημπορούσαν να εκστρατεύσουν εναντίον των συμμάχων των Αθηναίων έως εις τον Στρυμόνα, εφόσον οι Θεσσαλοί τους συνώδευαν, δια να διέλθουν ελευθέρως από το έδαφός των. Αλλ' εφόσον δεν ήσαν κύριοι της γέφυρας δεν ημπορούσαν να προελάσουν παραπέρα, διότι ο ποταμός, προς βορράν της Αμφιπόλεως και εις αρκετόν διάστημα, σχηματίζει μεγάλην λίμνην, και προς το μέρος της Ηιόνος εφυλάττετο από τον στόλον. Ενώ τώρα ενόμιζαν ότι τοιαύτη προέλασις έγινεν εύκολος. Εφοβούντο συγχρόνως μήπως οι σύμμαχοί των αποστατήσουν. Διότι ο Βρασίδας όχι μόνον εις όλας του τας πράξεις εδεικνύετο μετριοπαθής, αλλά και οπουδήποτε ελάμβανε τον λόγον, δεν παρέλειπε να διακηρύττη ότι είχε σταλή δια να ελευθερώση την Ελλάδα. Αι πόλεις, εξ άλλου, όσαι ήσαν υπήκοοι των Αθηναίων, όταν έμαθαν την άλωσιν της Αμφιπόλεως και τους επιεικείς όρους της συνθηκολογίας, ως και την πραότητα τον Βρασίδα, κατελήφθησαν από ζωηροτάτην επιθυμίαν ν' αποστατήσουν, και έστελλαν μυστικούς προς αυτόν απεσταλμένους, δια να τον προσκαλέσουν να έλθη, διότι κάθε μία από αυτάς ήθελε ν' αποστατήση πρώτη. Επίστευαν, τωόντι, ότι τίποτε δεν είχαν να φοβηθούν, καθόσον έκαμαν το λάθος να νομίζουν την Αθηναϊκήν δύναμιν πολύ μικροτέραν παρ' ό,τι απεδείχθη βραδύτερον ότι ήτο, και έκριναν σύμφωνα με τας τυφλάς των επιθυμίας, μάλλον, παρά σύμφωνα με τας υπαγορεύσεις ασφαλούς προβλεπτικότητος. Οι άνθρωποι, άλλωστε, συνηθίζουν να εμπιστεύωνται εις την απερίσκεπτον ελπίδα εκείνο που επιθυμούν και να αποκρούουν δι' αυθαιρέτου συλλογισμού εκείνο που αποστέργουν. Εκτός τούτου, η πρόσφατος σοβαρά ήττα των Αθηναίων εις την Βοιωτίαν, και οι ελκυστικοί, αν και όχι αληθινοί, λόγοι του Βρασίδα, ότι τάχα, όταν έσπευσεν εις βοήθειαν της Νισαίας με μόνον τον στρατόν που είχεν, οι Αθηναίοι ηρνήθησαν να δεχθούν μάχην, τους ενεθάρρυναν και τους έκαμαν να πιστεύουν ότι κανείς δεν θα ήρχετο να τους επιτεθή. Προ πάντων όμως εδοκίμαζαν το άμεσον θέλγητρον της ελευθερίας, και ήσαν έτοιμοι να εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον, αφού επρόκειτο να δοκιμάσουν δια πρώτην φοράν τί ήσαν ικανοί να κάμουν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν επεχείρουν κάτι με όλην των την καρδίαν. Οι Αθηναίοι εννόησαν τας διαθέσεις αυτάς των συμμάχων των, και έστειλαν εις τας διαφόρους πόλεις φρουράς, όσον επέτρεπαν εις αυτούς τούτο το απρόοπτον του πράγματος και η χειμερινή εποχή του έτους. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, δι' αναφορών του προς την Λακεδαίμονα, εζήτει την αποστολήν ενισχύσεων, και ο ίδιος ήρχισε να κατασκευάζη τριήρεις εις τον Στρυμόνα. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν, εν μέρει διότι οι επιφανέστεροι πολίται τον εφθόνουν, εν μέρει διότι επροτίμων ν' ανακτήσουν τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας και τερματίσουν τον πόλεμον.

109.
Επιτυχία του Βρασίδα εις Χαλκιδικήν
Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Μεγαρείς ανέκτησαν και εκρήμνισαν μέχρις εδάφους τα μακρά τείχη, τα οποία είχαν καταλάβει οι Αθηναίοι. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, μετά την άλωσιν της Αμφιπόλεως, εξεστράτευσεν, επί κεφαλής του συμμαχικού στρατού, εναντίον της λεγομένης Ακτής, η οποία αρχίζει από την διώρυγα που κατεσκεύασεν ο βασιλεύς των Περσών και προεκτείνεται προς το Αιγαίον Πέλαγος εις χερσόνησον, καταλήγουσαν εις το υψηλον ορός Άθω. Εκτός της Σάνης, αποικίας των Ανδρίων, η οποία κείται δίπλα εις την διώρυγα και βλέπει προς την Ευβοϊκήν θάλασσαν, υπάρχουν ακόμη εις την χερσόνησον αυτήν αι επόμεναι πολιτείαι, η Θυσσός, αι Κλεωναί, αι Ακρόθωοι, η Ολόφυξος και το Δίον. Αι πολιτείαι αυταί κατοικούνται από αναμίκτους φυλάς βαρβάρων, οι οποίοι ομιλούν τας δυο γλώσσας. Ο πληθυσμός των, ο οποίος είναι διανεμημένος εις μικράς πόλεις, περιλαμβάνει και ολίγους Χαλκιδείς. Οι περισσότεροι, εν τούτοις, κάτοικοι είναι Πελασγοί (από τους Τυρρηνούς που κατώκησαν εις παλαιοτέραν εποχήν την Λήμνον και τας Αθήνας), Βισάλται, Κρηστωναίοι και Ηδώνες. Οι περισσότεροι προσεχώρησαν προς τον Βρασίδαν. Μόνη η Σάνη και το Δίον αντεστάθησαν. Και ο Βρασίδας παρέμεινε με τον στρατόν του και ηρήμωνε το έδαφός των.

110. Αλλ' επειδή επέμεναν εις την αντίστασίν των, εξεστράτευσε, χωρίς να χάση καιρόν, εναντίον της Τορώνης, της Χαλκιδικής, την οποίαν κατείχεν Αθηναϊκή φρουρά, και όπου τον προσεκάλουν μερικοί από τους κατοίκους, έτοιμοι να παραδώσουν εις αυτόν την πόλιν. Αφού δ' έφθασεν εν καιρώ ακόμη νυκτός και ολίγον προ της αυγής, εστρατοπέδευσε πλησίον του ναού των Διοσκούρων, ο οποίος απέχει από την πόλιν τρία περίπου στάδια. Οι λοιποί κάτοικοι και η Αθηναϊκή φρουρά της πόλεως δεν τον αντελήφθησαν, αλλ' εκείνοι που ήσαν συνεννοημένοι με αυτόν εγνώριζαν ότι θα ήρχετο, και μερικοί εξ αυτών, προχωρήσαντες κρυφίως εις μικράν απόστασιν από την πόλιν, επρόσεχαν πότε θα φθάση. Και άμα είδαν ότι έφθασεν, εισήγαγαν εντός της πόλεως, υπό την αρχηγίαν του Ολυνθίου Λυσιστράτου, επτά ψιλούς στρατιώτας, ωπλισμένους με εγχειρίδια (διότι από τους είκοσι που είχαν ορισθή αρχικώς δια την υπηρεσίαν αυτήν οι λοιποί εφοβήθησαν να εισέλθουν). Οι στρατιώται αυτοί εισέδυσαν από το προς το πέλαγος τείχος, αφού ανέβησαν απαρατήρητοι εις το ύψωμα, προς την ανωφέρειαν του οποίου είναι κτισμένη η πόλις, εφόνευσαν τους φρουρούς της υψηλοτέρας σκοπιάς και ήρχισαν συγχρόνως να διαρρηγνύουν την μικράν πύλην του τείχους, η οποία βλέπει προς το ακρωτήριον Καναστραίον.

111. Ο Βρασίδας, αφού επροχώρησεν ολίγον, έμεινεν αναμένων με τον λοιπόν στρατόν, προαπέστειλεν όμως εκατόν πελταστάς, δια να εισορμήσουν πρώτοι, ευθύς ως ανοιχθή καμμία από τας πύλας και υψωθή το συμφωνημένον σήμα. Επειδή όμως παρενέπεσε κάποια αργοπορία, οι πελτασταί, απορούντες δια την βραδύτητα, έφθασαν ολίγον κατ' ολίγον πλησίον της πόλεως. Εν τω μεταξύ, οι εντός της Τορώνης συνωμόται, μαζί με τους εισελθόντας επτά στρατιώτας, είχαν διαρρήξει, την μικράν πύλην, και κόψαντες τον μοχλόν, ήνοιξαν και την πύλην της αγοράς, και χρησιμοποιήσαντες κάποιον πλάγιον δρόμον, εισήγαγαν ευθύς από την μικράν πύλην μερικούς πελταστάς, δια να επιτεθούν αιφνιδίως εκ των νώτων εναντίον των κατοίκων, οι οποίοι, αγνοούντες τα τεκταινόμενα και προσβαλλόμενοι συγχρόνως υπό δύο μέρη, να περιέλθουν εις πανικόν. Ενώ συγχρόνως ύψωσαν το συμφωνημένον φωτεινόν σήμα και εισήγαγαν από την πύλην της αγοράς τους λοιπούς πελταστάς.

112. Άμα είδεν ο Βρασίδας το σύνθημα, έδωκε την διαταγήν της προελάσεως και έτρεξεν έπι κεφαλής του στρατού ο οποίος, αλαλάξας αθρόος, κατετρόμαξε τους εντός της πόλεως. Από τους στρατιώτας, άλλοι εισώρμησαν κατ' ευθείαν από την πύλην της αγοράς, και άλλοι, από τετραγώνους δοκούς, αι οποίαι ήσαν στηριγμένοι δια το ανέβασμα των πετρών, εις μέρος του τείχους, το οποίον είχε πέσει και επεσκευάζετο. Ο Βρασίδας, με το κύριον σώμα του στρατού, διηυθύνθη αμέσως εις τα υψηλότερα σημεία της πόλεως, δια να εξασφαλίση εντελώς την κοτοχήν της. Οι δε άλλοι στρατιώται διηυθύνθησαν κατά τμήματα εις όλα ανεξαιρέτως τα μέρη της πόλεως.

113. Κατά την διάρκειαν της καταλήψεως της πόλεως, οι περισσότεροι Τορωναίοι, οι οποίοι ήσαν εν αγνοία των γινομένων, ευρίσκοντο εις μεγάλην σύγχυσιν και ταραχήν, ενώ οι συνωμόται και όσοι άνηκαν εις την ιδίαν με αυτούς μερίδα ηνώθησαν ευθύς με τους επιδρομείς. Από τους Αθηναίους οπλίτας, πενήντα περίπου, έτυχε να κοιμώνται εις την αγοράν. Όταν αντελήφθησαν τα γινόμενα, ολίγοι εφονεύθησαν μαχόμενοι ενώ από τους επιλοίπους, άλλοι δια ξηράς και άλλοι καταφυγόντες εις δύο Αθηναϊκάς φυλακίδας, αι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, έφθασαν ασφαλώς εις το φρούριον Λήκυθον. Το φρούριον τούτο, το οποίον είναι ακρόπολις της Τορώνης, προέχουσα εις την θάλασσαν και χωρισμένη από την ξηράν δια στενού ισθμού, είχαν καταλάβει οι Αθηναίοι και το κατείχαν μόνοι. Προς τους Αθηναίους κατέφυγαν και όσοι από τους Τορωναίους ήσαν φίλοι των.

114. Όταν είχεν εξημερώσει πλέον, και η πόλις ήτο ήδη ασφαλώς εις χείρας του, ο Βρασίδας εγνωστοποίησε προς τους Τορωναίους, που είχαν καταφύγει μαζί με τους Αθηναίους εις την Λήκυθον, ότι ημπορούσαν να επιστρέψουν εις τας ιδιοκτησίας των και να εξακολουθήσουν κατοικούντες αφόβως εις την πόλιν, ενώ δια κήρυκος διέτασσε τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν το φρούριον, υποσχόμενος εις αυτούς διαβατήριον ασφαλείας και άδειαν παραλαβής των πραγμάτων των, διότι η Λήκυθος ανήκεν εις τους Χαλκιδείς. Οι Αθηναίοι ηρνήθησαν ν' απέλθουν, εζήτησαν όμως να τους δοθή μιας ημέρας ανακωχή, δια να παραλάβουν τους νεκρούς των.Ο Βρασίδας τους έδωκε δύο ημερών ανακωχήν. Κατά το διάστημα τούτο, και εκείνος ωχύρωσε τας πλησίον της Ληκύθου οικοδομάς και οι Αθηναίοι ενίσχυσαν την άμυνάν των. Ακολούθως συνεκάλεσε συνέλευσιν του λαού των Τορωναίων και τους ωμίλησεν, όπως περίπου είχεν ομιλήσει προς τους Ακανθίους. Τους είπεν ότι δεν ήτο δίκαιον να μην εκτιμώνται ή να θεωρούνται προδόται όσοι είχαν συνεννοηθή μαζί του, δια την κατάληψιν της πόλεως, αφού άλλωστε έπραξαν τούτο, όχι διότι εδωροδοκήθησαν, ή δια να υποδουλώσουν την πόλιν, αλλά δια την ελευθερίαν και ευημερίαν της. Ότι, εξ άλλου, όσοι δεν έλαβαν μέρος εις την σινεννόησιν, δεν έπρεπε να νομίζουν ότι θα τεθούν εις θέσιν υποδεεστέραν, καθόσον δεν είχεν έλθει δια να καταστρέψη ούτε καμμίαν πόλιν, ούτε κανένα πολίτην. Ότι, άλλωστε, δι' αυτό έκαμε την προκήρυξιν προς τους Τορωναίους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις την Λήκυθον με τους Αθηναίους, διότι δεν τους εθεώρει χειροτέρους πολίτας, ένεκα της προς αυτούς φιλίας των. Και ότι όταν και αυτοί γνωρίσουν εκ πείρας τους Λακεδαιμονίους, πιστεύει ότι δεν θα τους αγαπήσουν ολιγώτερον από τους Αθηναίους, αλλά πολύ περισσότερον, διότι θα ιδούν ότι η συμπεριφορά των είναι δικαιοτέρα, ενώ τώρα τους εφοβούντο, απλώς διότι δεν τους εγνώριζαν. Ώφειλαν, επομένως, όλοι, είπε, να έχουν υπ' όψιν των, ότι θα είναι πιστοί σύμμαχοι, και ότι θα θεωρηθούν υπεύθυνοι δια τα σφάλματα, τα οποία θα διαπράξουν από τούδε και εις το εξής. Και ότι όσον αφορά το παρελθόν οι Λακεδαιμόνιοι δεν ηδικήθησαν από αυτούς, αλλά μάλλον αυτοί ηδικήθησαν από άλλους ισχυροτέρους, και ήσαν άξιοι συγγνώμης, εάν επεχείρησαν οπωσδήποτε ν' αντισταθούν εναντίον του.

115. Με τους λόγους αυτούς τους καθησύχασεν ο Βρασίδας, και όταν παρήλθεν η προθεσμία της ανακωχής, ήρχισε τας επιθέσεις εναντίον της Ληκύθου. Οι Αθηναίοι ημύνοντο και από το φρούριον, αν και ανίσχυρον, και από οικοδομάς, αι οποίαι είχαν επάλξες, και κατώρθωσαν την πρώτην ημέραν να αποκρούσουν τας επιθέσεις. Την επομένην όμως, ενώ ο εχθρός ητοιμάζετο να φέρη πλησίον μηχανήν, με την οποίαν εσκόπευε να βάλη φωτιά εις ξύλινα ερείσματα του οχυρώματος, και ο στρατός προσήγγιζεν ήδη, οι Αθηναίοι έστησαν ξύλινον πύργον επάνω εις οικοδόμημα, απέναντι του μέρους του οχυρώματος, όπου τούτο ήτο παρά πολύ ευπρόσβλητον και όπου ενόμιζαν ότι ο εχθρός θα επλησίαζε πιθανώς την μηχανήν. Εις τον πύργον αυτόν ανέβασαν πολλάς στάμνας και πιθάρια γεμάτα νερό και μεγάλας πέτρας, και συγχρόνως ανέβησαν εις αυτόν πολλοί άνδρες. Αλλά το οικοδόμημα ένεκα του υπερβολικού βάρους εσωριάσθη αιφνιδίως με μεγάλον κρότον. Τούτο επροκάλεσε δυσφρορίαν μάλλον παρά τρόμον εις τους πλησίον ευρισκομένους Αθηναίους, όσοι έβλεπαν τα συμβαίνοντα, αλλ' επειδή οι μακράν ευρισκομένοι, και μάλιστα όσοι ευρίσκοντο εις πλέον μακρυνήν απόστασιν, ενόμισαν ότι από το μέρος εκείνο είχεν ήδη καταληφθή το οχύρωμα, ώρμησαν, τρέχοντες προς την θάλασσαν και τα πλοία των.

116. Ευθύς ως ο Βρασίδας παρετήρησεν ότι εγκαταλείπουν τας επάλξεις, και εννόησε τί συμβαίνει, ώρμησε με τον στρατόν, κατέλαβεν αμέσως το οχύρωμα και εφόνευσεν όσους εβρήκεν εντός αυτού. Οι Αθηναίοι, αφού εγκατέλειψαν κατ' αυτόν τον τρόπον την Λήκυθον, μετεφέρθησαν με τα πολεμικά ή και εμπορικά των πλοία εις την Παλλήνην. Ο Βρασίδας όταν επέκειτο η επίθεσις, είχε προκηρύξει ότι θα δώση τριάκοντα αργυράς μνας εις εκείνον που θα ανέβαιινε πρώτος εις το οχυρωμα. Επειδή όμως ενόμισεν ότι η άλωσις ωφείλετο εις υπεράνθρωπον δύναμιν, έδωσε το ποσόν αυτό εις το ταμείον του ναού της Αθηνάς, που ευρίσκετο εις την Λήκυθον, την οποίαν, αφού εκρήμνισε και μετέφερε τα εντός αυτής κινητά, αφιέρωσεν εξ ολοκλήρου εις τον ναόν ως Ιερόν έδαφος. Τον επίλοιπον χείμωνα κατηνάλωσεν εις την τακτοποίησιν των υποθέσεων των πόλεων, που είχεν ήδη καταλάβει, και την μελέτην της επιθέσεως εναντίον των λοιπών. Και με το τέλος του χειμώνος έληξε και το όγδοον έτος του πολέμου.





 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]