Έτος 10ον : 422 - 421 π.Χ.

1.
Συνέχεια της ανακωχής. Εκτόπισις των Δηλίων υπό των Αθηναίων
Το επόμενον θέρος, η ενιαυσία ανακωχή ετερματίσθη αυτοδικαίως, συνωμολογήθη όμως ακολούθως νέα μέχρι τέλους των Πυθικών αγώνων. Εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι εξετόπισαν τους κατοίκους της Δήλου, διότι εθεώρησαν ότι είχαν καθιερωθή εις τον θεόν, ενώ, ένεκα κάποιας παλαιάς αμαρτίας, δεν ήσαν καθαροί, και εξ άλλου διότι έκριναν ατελή ως προς το σημείον αυτό τον καθαρμόν που εδιηγήθην προηγουμένως, οπότε είχαν νομίσει αρκετόν το σήκωμα των νεκρών και των φερέτρων των. Ο Φαρνάκης έδωκεν εις τους Δηλίους άσυλον εις το Αδραμύττιον της Μικρας Ασίας, όπου εγκατεστάθησαν, όπως καθείς ήθελε.

2.
Ο Κλέων εις Χαλκιδικήν
Μετά το τέλος της ανακωχής, ο Κλέων, αφού επέτυχε την συγκατάθεσιν των Αθηναίων, εξέπλευσε διευθυνόμενος εις την Χαλκιδικήν, επί κεφαλής μοίρας στόλου τριάντα πλοίων, χιλίων διακοσίων οπλιτών και τριακοσίων ιππέων Αθηναίων και ακόμη μεγαλυτέρας δυνάμεως συμμάχων. Αφού δε προσήγγισε πρώτον εις την πολιορκουμένην ακόμη Σκιώνην και παρέλαβε μερικούς οπλίτας από την φρουράν, που είχε μείνει εκεί δια την πολιορκίαν, κατέπλευσεν εις τον Κωφόν λιμένα, ο οποίος κείται εις το έδαφος των Τορωναίων και απέχει ολίγον από την πόλιν. Και επειδή επληροφορήθη από αυτομόλους, ότι ο Βρασίδας δεν ήτο εις την Τορώνην και η φρουρά ήτο ανίκανος ν' αντισταθή, εβάδισεν απ' εκεί επί κεφαλής του στρατού εναντίον της πόλεως και απέστειλε δέκα πλοία, δια να περιπλεύσουν το ακρωτήριον και διευθυνθούν εναντίον του λιμένος της Τορώνης. Και έφθασε πρώτον εμπρός από το νέον τείχος, το οποίον προσέθεσεν ο Βρασίδας, δια να περιλάβη εντός της πόλεως το προάστειον, και ήνωσε τα δύο εις εν δια της κατεδαφίσεως μέρους του παλαιού τείχους.

3. Ο Αρμοστής της πόλεως Πασιτελίδας και η υπ' αυτόν φρουρά έσπευσαν εις το νέον αυτό τείχος και προσεπάθουν ν' αποκρούσουν τας επιθέσεις των Αθηναίων. Αλλ' επιέζοντο δυνατά από τους τελευταίους, και ο Πασιτελίδας, βλέπων περιπλέοντα τα πλοία, που είχαν αποσταλή προηγουμένως, εναντίον του λιμένος, εφοβήθη μήπως προλάβουν και καταλάβουν την πόλιν, πριν επιστρέψη προς υπεράσπισίν της, και μήπως, κυριευομένου του νέου τείχους, συλληφθή εντός αυτού. Ως εκ τούτου, το εγκατέλειψε και επέστρεψε τρέχων εις την πόλιν, την οποίαν όμως επρόλαβε να καταλάβη ο Αθηναϊκός στόλος και ο στρατός της ξηράς, ο οποίος κατεδίωξε κατά πόδας τον Πασιτελίδαν και εισώρμησε ταυτοχρόνως με πολεμικάς κραυγάς από του ρήγματος του παλαιού τείχους. Από τους Πελοποννησίους και Τορωναίους άλλους εφόνευσαν αμέσως κατά την συμπλοκήν, και άλλους, μεταξύ των οποίων και τον Αρμοστήν, συνέλαβαν αιχμαλώτους. Εν τω μεταξύ, ο Βρασίδας είχε σπεύσει εις βοήθειαν της Τορώνης, αλλά δεν επρόλαβε, διότι έμαθε καθ' οδόν την άλωσιν, όταν δεν απείχε πλέον παρά σαράντα περίπου στάδια, και επέστρεψε. Ο Κλέων και οι Αθηναίοι έστησαν δύο τρόπαια, το εν εις τον λιμένα, το άλλο πλησίον του νέου τείχους. Τα γυναικόπαιδα κατέστησαν δούλους, ενώ τους άνδρας της Τορώνης με όσους άλλους Χαλκιδείς έτυχε να ευρεθούν εκεί, καθώς και τους Πελοποννησίους, εν όλω επτακοσίους περίπου άνδρας, απέστειλαν εις τας Αθήνας. Τους αιχμαλώτους αυτούς ηναγκάσθησαν οι Αθηναίοι, όσους ήσαν Πελοποννήσιοι, ν απολύσουν ακολούθως επί τη βάσει της συνθήκης της ειρήνης, και τους άλλους ν' αποδώσουν εις τους Ολυνθίους, ανταλλάξαντες αυτούς άνδρα προς άνδρα. Την ιδίαν περίπου εποχήν, κατέλαβαν και οι Βοιωτοί δια προδοσίας το Πάνακτον, Αθηναϊκόν φρούριον εις τα όρια της Αττικής. Ο Κλέων, αφού εγκατέστησε φρουράν εις την Τορώνην, απέπλευσε, και κάμψας τον Άθω, διηυθύνετο εναντίον της Αμφιπόλεως.


4.
Αποστολή του Αθηναίου Φαίακος εις Σικελίαν
Την ιδίαν περίπου εποχήν, απέπλευσεν ο Φαίαξ υιός του Ερασιστράτου, με δύο πλοία εις Ιταλίαν και Σικελίαν, όπου εστέλλετο από τους Αθηναίους ως πρέσβυς, μαζί με δύο συναδέλφους. Τωόντι, όταν οι Αθηναίοι, μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, είχαν απέλθει από την Σικελίαν, οι Λεοντίνοι επολιτογράφησαν πολλούς νέους πολίτας και η δημοκρατική μερίς εμελέτα νέαν διανομήν της γης. Αλλ' οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι αντελήφθησαν τα σχέδιά των, προσεκάλεσαν εις βοήθειαν τους Συρακουσίους, και εξεδίωξαν τους δημοκρατικούς, οι οποίοι διεσκορπίσθησαν εδώ και εκεί. Οι ολιγαρχικοί ήλθαν εις συμφωνίαν με τους Συρακουσίους, επί τη βάσει της οποίας εγκατέλειψαν την πόλιν των, ήτις ως εκ τούτου ερημώθη, και, εγκατεστάθησαν εις τας Συρακούσας, υπό τον όρον ν' αναγνωρισθούν Συρακούσιοι πολίται. Βραδύτερον, μερικοί από αυτούς δυσαρεστηθέντες απεσύρθησαν από τας Συρακούσας, και εγκατεστάθησαν πάλιν εις τας Φωκαίας, τμήμα της πόλεως των Λεοντίνων, και της Βρικιννίας, φρούριον της χώρας των ιδίων. Οι περισσότεροι από τους εξορισθέντας, ως είρηται, δημοκρατικούς ήλθαν και ηνώθησαν με αυτούς, και αφού παρεσκευάσθησαν καταλλήλως, ήρχισαν εχθροπραξίας εναντίον των Συρακουσίων, χρησιμοποιούντες τα δύο οχυρώματά των ως ορμητήρια. Όταν οι Αθηναίοι έμαθαν τας ειδήσεις αυτάς, έστειλαν τον Φαίακα, δια να πείση τους εκεί συμμάχους των και τους άλλους, ει δυνατόν, Σικελιώτας, να εκστρατεύσουν από κοινού εναντίον των Συρακουσίων, λόγω του ότι επιδιώκουν να επιβάλουν την ηγεμονίαν των. Οι Αθηναίοι ήλπιζαν ότι ημπορούσαν τοιουτοτρόπως να σώσουν τους δημοκρατικούς Λεοντίνους. Η αποστολή του Φαίακος επέτυχεν εις την Καμάριναν και τον Ακράγαντα, αλλ' απέτυχεν εις την Γέλαν, και ο Φαίαξ, επειδή εννόησεν από μερικάς ενδείξεις, ότι θ' αποτύχη και εις τας άλλας πόλεις, δεν επροχώρησε περαιτέρω, αλλ' επέστρεψε δια του εδάφους των αυτοχθόνων Σικελών, και αφού επεσκέφθη καθ' οδόν τας Βρικιννίας, όπου ενεθάρρυνε τους δημοκρατικούς, ήλθεν εις Κατάνην από όπου απέπλευσε.

5. Κατά τον πλουν εις την Σικελίαν, καθώς και την επιστροφήν απ' εκεί, ήλθεν εις συνεννοήσεις και με μερικάς πόλεις της Ιταλίας δια την συνομολόγησιν συνθήκης φιλίας με τους Αθηναίους. Συνήντησεν επίσης μερικούς Λοκρούς, οι οποίοι, όταν μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης μεταξύ των Ελληνικών πόλεων της Σικελίας, περιέπεσεν η Μεσσήνη εις εμφυλίους σπαραγμούς, και μία από τας διαπληκτιζομένας μερίδας επεκαλέσθη την επέμβασιν της Λοκρικής κυβερνήσεως, εστάλησαν εκεί ως άποικοι και εξησφάλισαν υπέρ της πατρίδος των την κυβέρνησιν της Μεσσήνης επί τινα χρόνον, αλλ' ηναγκάσθησαν τώρα να φύγουν. Τους Λοκρούς λοιπόν αυτούς συνήντησεν ο Φαίαξ, ενώ επέστρεφαν, και δεν τους επείραξε, διότι είχαν ήδη συμφωνηθή μεταξύ αυτού και της Λοκρικής κυβερνήσεως οι προκαταρκτικοί όροι ειρήνης προς τους Αθηναίους. Κατά την συνομολόγησιν τωόντι της ειρήνης μεταξύ των Σικελιωτικών πόλεων, μόνον οι Λοκροί, κατ' εξαίρεσιν από τους άλλους συμμάχους των, δεν είχαν συνομολογήσει τοιαύτην προς τους Αθηναίους, και ούτε τότε άλλωστε θα μετέβαλλαν πολιτικήν, εάν δεν τους επίεζεν ο πόλεμος προς τους Ιπωνιέας και τους Μεδμαίους, οι οποίοι ήσαν όμοροι και άποικοί των. Ολίγον καιρόν ύστερον ο Φαίαξ έφθασεν εις τας Αθήνας.

6.
Εκστρατεία του Κλέωνος εις Αμφίπολιν
Ο Κλέων, εξ άλλου, ο οποίος, ως ελέχθη, έπλευσεν από την Τορώνην προς την Αμφίπολιν, κατέστησε την Ηιόνα βάσιν των επιχειρήσεών του, και επετέθη εναντίον των Σταγείρων, αποικίας των Ανδρίων, όπου απέτυχε, επέτυχεν όμως να καταλάβη εξ εφόδου την Γαληψόν, αποικιαν των Θασίων. Έστειλε δε πρέσβεις προς τον Περδίκκαν, δια να τον προσκαλέση να έλθη με τον στρατόν του, σύμφωνα με τους όρους της συμμαχίας, και άλλους εις την Θράκην προς τον βασιλέα των Οδομάντων Πολλήν, δια να φέρουν όσους ημπορούσαν περισσοτέρους μισθοφόρους Θράκας, ενώ ο ίδιος εν τω μεταξύ επερίμενεν αναπαυόμενος εις την Ηιόνα. Όταν ο Βρασίδας έμαθε τας ειδήσεις αυτάς, αντεστρατοπέδευσε και αυτός πλησίον εις το Κερδύλιον, θέσιν υψηλήν του εδάφους των Αργιλίων, εις το άλλο μέρος του ποταμού και όχι μακράν της Αμφιπόλεως, από την οποίαν θέσιν βλέπει κανείς ελευθέρως προς όλας τας διευθύνσεις, ώστε ο Κλέων δεν ημπορούσε να διαφύγη την προσοχήν του, εάν ήθελε προελάσει με τον στρατόν του. Διότι ο Βρασίδας επερίμενεν ότι ο Κλέων θα υπετίμα την αριθμητικήν δύναμιν του εχθρικού στρατού και θα εβάδιζε προς βορράν εναντίον της Αμφιπόλεως, χωρίς να περιμείνη τας ενισχύσεις που είχε ζητήσει. Συγχρόνως εξηκολούθει να ετοιμάζεται, προσκαλέσας εις ενίσχυσίν του χιλίους πεντακοσίους μισθοφόρους Θράκας και όλην την στρατιωτικήν δύναμιν των Ηδώνων, οι οποίοι ήσαν πελτασταί και ιππείς. Είχεν, άλλωστε, χιλίους Μυρκινίους και Χαλκιδείς πελταστάς, εκτός εκείνων που ήσαν εις την Αμφίπολιν. Η ολική δύναμις των οπλιτών του είχεν ανέλθει εις δύο χιλιάδας, και των Ελλήνων ιππέων εις τριακοσίους. Από την δύναμιν αυτήν έως χίλιοι πεντακόσιοι υπό τον Βρασίδαν εστρατοπέδευσαν πλησίον του Κερδυλίου, ενώ οι λοιποί υπό τον Κλεαρίδαν εστάθμευσαν εις την Αμφίπολιν.

7. Ο Κλέων έμεινε κάμποσον καιρόν ήσυχος, αλλ' έπειτα εξηναγκάσθη να κάμη ό,τι ακριβώς επερίμενεν ο Βρασίδας. Διότι οι στρατιώται του, οι οποίοι εδυσφόρουν, διότι έχαναν τον καιρόν των, ήρχισαν να ανταλλάσσουν τας σκέψεις των, συλλογιζόμενοι προς ποίαν εμπειρίαν και ποίαν τόλμην επρόκειτο ν' αντιταχθή τόση ανικανότης και τόση δειλία του ιδικού των αρχηγού, και πως χωρίς να το θέλουν εξεστράτευσαν μαζί του από τας Αθήνας. Ο Κλέων αντελήφθη τους γογγυσμούς αυτούς και μολονότι παρά την θέλησίν των προήλασεν επί κεφαλής των στρατιωτών του, καθόσον η περαιτέρω αδράνεια κατέβαλλε το ηθικόν των. Και ηκολούθησε την αυτήν τακτικήν που είχεν ακολουθήσει εις την Πύλον, και της οποίας η τότε επιτυχία του ενέπνευσεν εμπιστοσύνην εις την στρατηγικήν του ικανότητα. Διότι ούτε εφαντάζετο καν ότι κανεις θα εξήρχετο δια να τον αντιμετωπίση, και έλεγεν ότι προήλαυνε μάλλον προς αναγνώρισιν της θέσεως, καθόσον τας ενισχύσεις επερίμενεν, όχι δια να εξασφάλιση την νίκην, εις περίστασιν που θα ηναγκάζετο να συνάψη μάχην, αλλά δια να περικυκλώση την πόλιν και την εξαναγκάση τοιουτοτρόπως εις παράδοσιν. Ελθών επομένως, εστρατοπέδευσεν επί οχυρού λόφου απέναντι της Αμφιπόλεως, και επεθεώρει ο ίδιος το λιμνώδες έλος που σχηματίζει ο ποταμός Στρυμών και την δεσπόζουσαν θέσιν της πόλεως, απέναντι της πέριξ Θρακικής χώρας, και επίστευεν ότι ημπορούσε ν αποσυρθή οπόταν ήθελε, χωρίς να συνάψη μάχην, καθόσον άλλωστε κανεις δεν εφαίνετο ούτε ιστάμενος επί του τείχους, ούτε εξερχόμενος δια των πυλών, αι οποίαι ήσαν όλαι κλεισταί. Ενόμισε μάλιστα ότι έκαμε λάθος να μη φέρη κατά την προέλασίν του πολιορκητικάς μηχανάς, και ότι θα ηδύνατο, αν είχε τοιαύτας, να καταλάβη την πόλιν ως έρημον υπερασπιστών.

8.
Ο Βρασίδας εισέρχεται εις Αμφίπολιν
Ο Βρασίδας, ευθύς ως είδε την κίνησιν των Αθηναίων, κατέβη και αυτός από το Κερδύλιον και εισήλθεν εις την Αμφίπολιν. Και δεν εξήλθε μεν της πόλεως, όπως αντιπαραταχθή κατά των Αθηναίων, μη εμπιστευόμενος εις τον στρατόν του, τον οποίον εθεώρει υποδεέστερον, όχι αριθμητικώς (διότι υπό την έποψιν ταύτην οι δύο στρατοί ήσαν περίπου ισόπαλοι), αλλά ποιοτικώς, διότι εκ των μετεχόντων της εκστρατείας, οι μεν Αθηναίοι ήσαν γηγενείς πολίται, οι δε Λήμνιοι και οι Ίμβριοι εκ των κατ' εξοχήν επιλέκτων. Δια τούτο απεφάσισε να επιτεθή κατ' αυτών δια στρατηγήματος. Διότι ενόμιζεν ότι αν εδείκνυε προηγουμένως εις τους εχθρούς τον πραγματικόν αριθμόν και τον ανεπαρκή οπλισμόν των στρατιωτών του, θα εξησφάλιζε δυσκολώτερα την νίκην, παρά εάν τους επετίθετο πριν η θέα του στρατού του και η κατάστασις αυτού τους εμπνεύση καταφρόνησιν. Τάξας λοιπόν τον άλλον στρατόν υπό τον Κλεαρίδαν, εξέλεξεν ο ίδιος εκατόν πενήντα οπλίτας, με τους οποίους απεφάσισε να επιτεθή αιφνιδιαστικώς κατά των Αθηναίων, πριν αποσυρθούν, διότι ενόμιζεν ότι δεν θα εύρισκεν άλλην φοράν την ευκαιρίαν να τους καταβάλη απομονωμένους όπως τώρα, εάν άπαξ ήρχοντο αι αναμενόμεναι ενισχύσεις. Συνεκάλεσε λοιπόν όλους τους στρατιώτας και θέλων να ενθαρρύνη αυτούς και τους εξηγήση το σχέδιόν του, είπε προς αυτούς τοιαύτα τινά :

9.
Λόγος του Βρασίδα προς τους στρατιώτας του
"Άνδρες Πελοποννήσιοι, αρκετόν είναι να σας υπενθυμίσω απλώς ότι ερχόμεθα από χώραν η οποία είναι η πατρίς μας, η οποία υπήρξε πάντοτε ελευθέρα, ένεκα της ευψυχίας των τέκνων της, και ότι πρόκειται ν' αγωνισθήτε, Δωριείς εναντίον Ιώνων, τους οποίους είσθε συνηθισμένοι να νικάτε, θα περιοριστώ μόνον να σας εξηγήσω το σχέδιον της επιθέσεως, δια να μη αποθαρρυνθήτε εκ της φαινομενικής δυσαναλογίας των δυνάμεων, βλέποντες ότι πρόκειται να πολεμήσωμεν όχι δια του συνόλου των δυνάμεών μας αλλά δια μικρού μόνον αποσπάσματος. Εγώ, τουλάχιστον, φαντάζομαι ότι ο εχθρός ανήλθεν εις το ύψωμα, όπου ευρίσκεται, όχι διότι τυχόν περιμένει ότι ημπορούμεν να εξέλθωμεν, δια να του επιτεθώμεν, αλλά διότι υποτιμά την δύναμίν μας, και δια τούτο, απησχολημένος εις το να παρατηρή δεξιά και αριστερά, δεν τηρεί καμμίαν στρατιωτικήν τάξιν και δεν μας λαμβάνει υπ' όψιν του. Και όμως εκείνος, ως επί το πλείστον, επιτυγχάνει εις τον πόλεμον, ο οποίος διακρίνει σαφώς τοιαύτα σφάλματα του εχθρού, και αποβλέπων συγχρόνως εις τα διαθέσιμα μέσα του, ενεργεί την επίθεσίν του όχι τόσον φανερά και εις τάξιν μάχης, αλλ' εκμεταλλευόμενος κυρίως τας εκάστοτε περιστάσεις. Και εκείνα τα στρατηγήματα φέρουν την μεγαλυτέραν δόξαν, δια των οποίων επιτυγχάνει κανεις ν' απατήση αποτελεσματικώτερον τον εχθρόν και να ωφελήση περισσότερον τους φίλους του. Εφόσον λοιπόν οι Αθηναίοι δεν περιμένουν ότι θα τους επιτεθή κανείς, και είναι ανύποπτοι και σκέπτονται, όπως τουλάχιστον φαίνονται, να αποσυρθούν και όχι να διατηρήσουν την θέσιν των, εφόσον η έντασις του πνεύματός των είναι χαλαρωμένη, και πριν ακόμη συνέλθουν, εγώ μεν επικεφαλής των ανδρών μου θα κάμω ό,τι ημπορώ, δια να προλάβω την υποχώρησίν των, και
θα ριφθώ τρέχων εις το μέσον του στρατού των. Μετά τούτο, όταν συ, Κλεαρίδη, με ίδης συμπλακέντα ήδη και, ως ελπίζω εμπνέοντα τρόμον εις αυτούς, πάρε τους στρατιώτας που έχεις υπό τας διαταγάς σου, τους Αμφιπολίτας και τους άλλους συμμάχους, άνοιξε αιφνιδίως τας πύλας, τρέξε και μη χάσης στιγμήν να τους επιτεθής. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον ημπορεί κανεις περισσότερον να ελπίση ότι θα καταληφθούν από πανικόν. Διότι ενισχύσεις προερχόμεναι διαρκούσης της μάχης προξενούν εις τον εχθρόν περισσότερον φόβον παρά η δύναμις προς την οποίαν μάχεται ήδη. Δείξου ανδρείος όπως αρμόζει εις Σπαρτιάτην, και σεις, σύμμαχοι, ακολουθήσατε γενναίως, ενθυμούμενοι ότι τρεις είναι αι αρεταί του καλού στρατιώτου : αποφασιστικότης, υψηλόν αίσθημα τιμής και πειθαρχία, και εστέ βέβαιοι ότι η σημερινή ημέρα θα σας δώση, εάν δειχθήτε γενναίοι, την ελευθερίαν και το δικαίωμα να ονομάζεσθε σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Άλλως, θα σας μείνη ο τίτλος του υποτελούς των Αθηναίων, και μάλιστα υπό υποτέλειαν σκληροτέραν παρά πριν (υποτιθεμένου ακόμη ότι θα είσθε αρκετά τυχεροί, δια να αποφύγετε τον εξανδραποδισμόν ή τον θάνατον), και θα γίνετε εμπόδιον της απελευθερώσεως των άλλων Ελλήνων. Μη χάσετε, λοιπόν, το θάρρος σας, βλέποντες πόσον μεγάλα είναι τα άθλα του αγώνος. Όσον το κατ' εμέ, θα αποδείξω ότι δεν είμαι καλλίτερος εις το να προτρέπω άλλους παρ' ό,τι είμαι εις το να θέτω εις εφαρμογήν ο ίδιος τας προτροπάς μου."

 

[Προηγούμενο βιβλίο] [Συνέχεια βιβλίου]