ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Α΄

(στίχοι  : 531-611 [τέλος] )

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

 

Αυτά ’παν κι εχωρίσθησαν απ’ τον ακτινοβόλον

Όλυμπον κείνη επήδησε στης θάλασσας τα βάθη,

και ο Δίας προς το δώμα του. Κι εμπρός εις τον  πατέρα

όλ’ οι θεοί σηκώθηκαν. Ουδέ να προχωρήση

κανείς επρόσμενε αλλ’ ορθοί τον προϋπαντήσαν όλοι.

 

Tώ γ᾿ ὣς βουλεύσαντε διέτμαγεν· ἣ μὲν ἔπειτα

εἰς ἅλα ἆλτο βαθεῖαν ἀπ᾿ αἰγλήεντος ᾿Ολύμπου,

Ζεὺς δὲ ἑὸν πρὸς δῶμα· θεοὶ δ᾿ ἅμα πάντες ἀνέσταν

ἐξ ἑδέων σφοῦ πατρὸς ἐναντίον· οὐδέ τις ἔτλη

μεῖναι ἐπερχόμενον, ἀλλ᾿ ἀντίοι ἔσταν ἅπαντες.       535

 

Κι εκάθησε στον θρόνον του. Και ότι πρώτα η Θέτις

η κόρ’ η αργυρόποδη του γέρου της θαλάσσης,

είχε μ’ αυτόν συνακουσθή, δεν ξέφυγε της Ήρας,

και άρχισε πειραχτικά να λέγη προς τον Δία:

ὣς ὃ μὲν ἔνθα καθέζετ᾿ ἐπὶ θρόνου· οὐδέ μιν ῞Ηρη

ἠγνοίησεν ἰδοῦσ᾿ ὅτι οἱ συμφράσσατο βουλὰς

ἀργυρόπεζα Θέτις, θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος.

αὐτίκα κερτομίοισι Δία Κρονίωνα προσηύδα·

 

«Ποια θεά πάλι, ω δολερέ, με σένα εσυνακούσθη;

Σ’ αρέσει πάντοτε μακράν από εμέ να κρίνης,

ν’ αποφασίζης μυστικά. Δεν σού ’δωσε η καρδιά σου

τίποτε απ’ όσα σκέπτεσαι σ’ εμέ να φανερώσης».

«Τίς δ᾿ αὖ τοι δολομῆτα θεῶν συμφράσσατο βουλάς;

αἰεί τοι φίλον ἐστὶν ἐμεῦ ἀπὸ νόσφιν ἐόντα

κρυπτάδια φρονέοντα δικαζέμεν· οὐδέ τί πώ μοι

πρόφρων τέτληκας εἰπεῖν ἔπος ὅττι νοήσῃς.»

 

Σ’ αυτήν αντείπε των θεών και ανθρώπων ο πατέρας:

Tὴν δ᾿ ἠμείϐετ᾿ ἔπειτα πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·

 

«Ήρα, μη ελπίσης όλους μου τους στοχασμούς να μάθης,

δεν θα τους έβρης εύκολα, και ας είσαι ομόκλινή μου,

αλλ’ ό,τι αρμόζει ν’ ακουσθή κανείς δεν θα γνωρίση

ή των θεών ή των θνητών, πριν συ το μάθης πρώτα.

Αλλ’ ό,τι εγώ ανάμερα των αθανάτων θέλω

να στοχασθώ, μη το ερωτάς, μη θέλεις να εξετάζης».

«῞Ηρη, μὴ δὴ πάντας ἐμοὺς ἐπιέλπεο μύθους              545

εἰδήσειν· χαλεποί τοι ἔσοντ᾿ ἀλόχῳ περ ἐούσῃ·

ἀλλ᾿ ὃν μέν κ᾿ ἐπιεικὲς ἀκουέμεν οὔ τις ἔπειτα

οὔτε θεῶν πρότερος τὸν εἴσεται οὔτ᾿ ἀνθρώπων·

ὃν δέ κ᾿ ἐγὼν ἀπάνευθε θεῶν ἐθέλωμι νοῆσαι

μή τι σὺ ταῦτα ἕκαστα διείρεο μηδὲ μετάλλα.»         550

 

Και η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν, η Ήρα:

Tὸν δ᾿ ἠμείϐετ᾿ ἔπειτα βοῶπις πότνια ῞Ηρη·

 

«Οποίον λόγον, πρόφερες, σκληρότατε Κρονίδη;

Έχω καιρόν π’ ούτε ρωτώ, ούτ’ εξετάζω πλέον,

αλλ’ όσα θέλεις,ήσυχος ο νους σου κρίνει μόνος.

Αλλά φοβούμαι τώρα μη του γέρου της θαλάσσης

η κόρη σε ξεπλάνεσε, ότι πρωί την είδα

σιμά σου εκεί τα γόνατα κλιτή να σου αγκαλιάζη,

και αν της έστερξες τιμήν να δώσης του Αχιλλέως

και ν’ αφανίσης Αχαιούς πολλούς εκεί στα πλοία».

 

«Αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες;

καὶ λίην σε πάρος γ᾿ οὔτ᾿ εἴρομαι οὔτε μεταλλῶ,

ἀλλὰ μάλ᾿ εὔκηλος τὰ φράζεαι ἅσσ᾿ ἐθέλῃσθα.

νῦν δ᾿ αἰνῶς δείδοικα κατὰ φρένα μή σε παρείπῃ

ἀργυρόπεζα Θέτις θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος·

ἠερίη γὰρ σοί γε παρέζετο καὶ λάϐε γούνων·

τῇ σ᾿ ὀΐω κατανεῦσαι ἐτήτυμον ὡς ᾿Αχιλῆα

τιμήσῃς, ὀλέσῃς δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν ᾿Αχαιῶν

 

Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης:

Τὴν δ᾿ ἀπαμειϐόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·

 

«Στιγμή δεν παύεις, ω κακή, να με παραμονεύης.

Αλλά δεν βγάζεις τίποτα και πλέον μισητή μου

θα γίνης και θα λυπηθής χειρότερα. Κι αν είναι

το πράγμα ως έλεγες, θα πη, που αυτό σ’ εμένα αρέσει.

Αλλά κάθου και σώπαινε, στον λόγον μου υποτάξου,

δεν θα σε σώσουν, πίστευσε, όλ’ οι θεοί του Ολύμπου,

αν τούτ’ απλώσω εγώ σ’εσέ τ’ ανίκητά μου χέρια».

«Δαιμονίη, αἰεὶ μὲν ὀΐεαι οὐδέ σε λήθω·

πρῆξαι δ᾿ ἔμπης οὔ τι δυνήσεαι, ἀλλ᾿ ἀπὸ θυμοῦ

μᾶλλον ἐμοὶ ἔσεαι· τὸ δέ τοι καὶ ῥίγιον ἔσται.

εἰ δ᾿ οὕτω τοῦτ᾿ ἐστὶν ἐμοὶ μέλλει φίλον εἶναι·

ἀλλ᾿ ἀκέουσα κάθησο, ἐμῷ δ᾿ ἐπιπείθεο μύθῳ,

μή νύ τοι οὐ χραίσμωσιν ὅσοι θεοί εἰσ᾿ ἐν ᾿Ολύμπῳ

ἆσσον ἰόνθ᾿, ὅτε κέν τοι ἀάπτους χεῖρας ἐφείω.»

 

Είπε και η μεγαλόφθαλμη φοβήθηκεν η Ήρα

και την καρδιά της σφίγγοντας καθήμενη εβουβάθη.

Κι όλ’ οι θεοί λυπήθηκαν στο δώμα του Κρονίδη.

Τότε βοηθός εις την γλυκιά μητέρα του την Ήραν

ο Ήφαιστος, ο ένδοξος  τεχνίτης, σ’ όλους είπε:

Ὥς ἔφατ᾿ ἔδεισεν δὲ βοῶπις πότνια Ἥρη,

καί ῥ᾿ ἀκέουσα καθῆστο ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ·

ὄχθησαν δ᾿ ἀνὰ δῶμα Διὸς θεοὶ Οὐρανίωνες·             570

τοῖσιν δ᾿ Ἥφαιστος κλυτοτέχνης ἦρχ᾿ ἀγορεύειν

μητρὶ φίλῃ ἐπίηρα φέρων λευκωλένῳ Ἥρῃ·

 

«Κακό θα είναι αβάστακτο τωόντι σεις οι δυο

να ερίζετε για τους θνητούς και μες στους αθανάτους

να οχλοβοήτε φοβερά. Και της καλής τραπέζης

όλ’ η ευφροσύνη εχάθηκεν, αφού νικάν τ’ αχρεία,

και της μητρός μου θα’λεγα, που το εννοεί και μόνη,

εις τον γλυκόν πατέρα μου να είναι καλή, μη πάλιν

θυμώση και την τράπεζαν μας βάλη επάνω-κάτω.

Να θέλη μας κατρακυλά απ’ το θρονί μας όλους

ο Βροντητής, στην δύναμιν περίσσι’ ανώτερός μας.

Αλλά με λόγια μαλακά να τον καταπραϋνης

κι  ο Βροντοφόρος ίλεως, θαρρώ, σ’ εμάς θα γίνη».

«Ἦ δὴ λοίγια ἔργα τάδ᾿ ἔσσεται οὐδ᾿ ἔτ᾿ ἀνεκτά,

εἰ δὴ σφὼ ἕνεκα θνητῶν ἐριδαίνετον ὧδε,

ἐν δὲ θεοῖσι κολῳὸν ἐλαύνετον· οὐδέ τι δαιτὸς

ἐσθλῆς ἔσσεται ἦδος, ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾷ.

μητρὶ δ᾿ ἐγὼ παράφημι καὶ αὐτῇ περ νοεούσῃ

πατρὶ φίλῳ ἐπίηρα φέρειν Διί*, ὄφρα μὴ αὖτε

νεικείῃσι πατήρ, σὺν δ᾿ ἡμῖν δαῖτα ταράξῃ.

εἴ περ γάρ κ᾿ ἐθέλῃσιν Ὀλύμπιος ἀστεροπητὴς         580

ἐξ ἑδέων στυφελίξαι· ὃ γὰρ πολὺ φέρτατός ἐστιν.

ἀλλὰ σὺ τὸν ἐπέεσσι καθάπτεσθαι μαλακοῖσιν·

αὐτίκ᾿ ἔπειθ᾿ ἵλαος Ὀλύμπιος ἔσσεται ἡμῖν.»

 

Είπ’, επετάχθη κι έβαλε το δίκουπο ποτήρι

στο χέρι της αγαπητής μητρός του και της είπε:

Ὣς ἄρ᾿ ἔφη καὶ ἀναΐξας δέπας ἀμφικύπελλον

μητρὶ φίλῃ ἐν χειρὶ τίθει καί μιν προσέειπε·                 585

 

«Υπόμενε, μητέρα μου, και βάστα αν και θλιμμένη,

μήπως εμπρός στα μάτια μου δαρθής, γλυκιά μητέρα.

Και τότε δεν θα δυνηθώ ποσώς να σε βοηθήσω

ο θλιβερός. Αντίσταση δεν έχει ο Βροντοφόρος.

Άλλη φορά το ετόλμησα, και αυτός από τα πόδια

μ’ έπιασε και μ’ απόλυσε του Ολύμπου απ’ το κατώφλι.

Ολημερίς εγύριζα, και ο ήλιος είχε δύσει

όταν στην Λήμνον έπεσα κοντά να βγη η ψυχή μου.

Και άνθρωποι Σίντιες εκεί με περιποιηθήκαν».

«Τέτλαθι μῆτερ ἐμή, καὶ ἀνάσχεο κηδομένη περ,

μή σε φίλην περ ἐοῦσαν ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδωμαι

θεινομένην, τότε δ᾿ οὔ τι δυνήσομαι ἀχνύμενός περ

χραισμεῖν· ἀργαλέος γὰρ Ὀλύμπιος ἀντιφέρεσθαι·

ἤδη γάρ με καὶ ἄλλοτ᾿ ἀλεξέμεναι μεμαῶτα              590

ῥῖψε ποδὸς τεταγὼν ἀπὸ βηλοῦ θεσπεσίοιο,

πᾶν δ᾿ ἦμαρ φερόμην, ἅμα δ᾿ ἠελίῳ καταδύντι

κάππεσον ἐν Λήμνῳ, ὀλίγος δ᾿ ἔτι θυμὸς ἐνῆεν·

ἔνθά με Σίντιες ἄνδρες ἄφαρ κομίσαντο πεσόντα.»

 

Και χαμογέλασε η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα

και απ’ το παιδί της έλαβε γελώντας το ποτήρι

και γλυκό νέκταρ παίρνοντας απ’ τον κρατήρα εκείνος

δεξιά κερνούσε ολόγυρα τους άλλους αθανάτους.

 

Ὥς φάτο, μείδησεν δὲ θεὰ λευκώλενος Ἥρη,                595

μειδήσασα δὲ παιδὸς ἐδέξατο χειρὶ κύπελλον·

αὐτὰρ ὃ τοῖς ἄλλοισι θεοῖς ἐνδέξια πᾶσιν

οἰνοχόει γλυκὺ νέκταρ ἀπὸ κρητῆρος ἀφύσσων[1]·

 

Τότε οι μακάριοι θεοί τα γέλια δεν κρατούσαν

να βλέπουν κει τον Ήφαιστον να υπηρετή στο δώμα.

 

Αυτού ετρώγαν κι έπιναν ολήμερα ως το δείλι,

κι όλες χαρήκαν οι καρδιές το ισόμοιρο τραπέζι,

του Φοίβου ακόμη την λαμπράν κιθάραν και τες Μούσες

ως έψαλναν καλόφωνα με την σειρά τους όλες.

 

Κι άμα του ήλιου βύθισε το φως καθείς επήγε

να κοιμηθή στο δώμα του, που ο ξακουστός τεχνίτης

του εποίησεν ο Ήφαιστος με την σοφήν του γνώση.

ἄσϐεστος δ᾿ ἄρ᾿ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσιν

ὡς ἴδον Ἥφαιστον διὰ δώματα ποιπνύοντα.         600

 

Ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα

δαίνυντ᾿, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης,

οὐ μὲν φόρμιγγος περικαλλέος ἣν ἔχ᾿ Ἀπόλλων,

Μουσάων θ᾿ αἳ ἄειδον ἀμειϐόμεναι ὀπὶ καλῇ.  

 

Αὐτὰρ ἐπεὶ κατέδυ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο,              605

οἳ μὲν κακκείοντες ἔϐαν οἶκον δὲ ἕκαστος,

ἧχι ἑκάστῳ δῶμα περικλυτὸς ἀμφιγυήεις

Ἥφαιστος ποίησεν ἰδυίῃσι πραπίδεσσι·

 

Εκίνησε κι ο βροντητής Ολύμπιος κι ανέβη

στην κλίνην που αναπαύονταν όσες φορές ο ύπνος

τον εκυρίευε ο γλυκός. Αυτού κοιμήθη ο Δίας

και η χρυσόθρονη θεά, η Ήρα στο πλευρό του.

Ζεὺς δὲ πρὸς ὃν λέχος ἤϊ᾿ Ὀλύμπιος ἀστεροπητής,

ἔνθα πάρος κοιμᾶθ᾿ ὅτε μιν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι·       610

ἔνθα καθεῦδ᾿ ἀναϐάς, παρὰ δὲ χρυσόθρονος Ἥρη.

 

 

ß                                                            à

G



[1] ΑΦΥΣΣΩ = [για υγρά] : αντλώ από μεγαλύτερο δοχείο σε μικρότερο.

   Αφύσσων (μετοχή ενεστώτος).

   Αξίζει να σημειώσουμε πως σύμφωνα με την Βίβλο (Γένεσις  2:11) ο πρώτος ποταμός που αναφέρεται να ρέει στην Εδέμ, ονομάζεται ΦΙΣΩΝ (εβρ. γραφή με λατ. χαρακτήρες:  PYSVn). Πρόκειται για καθαρά ελληνική λέξη.



*  Για τον Ηφαιστο υπάρχει ένας μύθος πως τον γέννησε η Ηρα, μόνη της,  χωρίς τον Δία. Αυτές όμως οι φράσεις του εδώ, δείχνουν πως τον Δία, ο Ηφαιστος τον θεωρεί πατέρα του, όπως ακριβώς και τα άλλα παιδιά του.