25.
Νίκη των Αθηναίων παρά την Μίλητον
Κατά το τέλος δε του ιδίου θέρους, έφθασαν εξ Αθηνών εις Σάμον χίλιοι οπλίται Αθηναίοι, και προς τούτοις χίλιοι πεντακόσιοι Αργείοι, εκ των οποίων πεντακόσιοι ήσαν ψιλοί και εφωδιάσθησαν υπό των Αθηναίων με βαρύν οπλισμόν. Ο στρατός ούτος, μεταφερθείς υπό μοίρας στόλου σαράντα οκτώ πλοίων, μεταξύ των οποίων ήσαν και οπλιταγωγά, υπό την αρχηγίαν του Φρυνίχου, του Ονομακλέους και του Σκιρωνίδου, διεβιβάσθη εκ του λιμένος της Σάμου εις την Μίλητον, όπου εστρατοπέδευσεν. Εκ της πόλεως εξήλθαν οκτακόσιοι Μιλήσιοι οπλίται, οι υπό τον Χαλκιδέα ελθόντες Πελοποννήσιοι, σώμα μισθοφορικόν του Τισσαφέρνους και αυτός ούτος ο Τισσαφέρνης, όστις έτυχε να ευρίσκεται εκεί με το ιππικόν του, και συνεπλάκησαν με τους Αθηναίους και τους συμμάχους των. Και οι μεν Αργείοι, προελάσαντες διά της πτέρυγας των προ των άλλων, επετέθησαν κατά των Μιλησίων, με πολλήν αταξίαν, καταφρονήσαντες αυτούς ως Ίωνας και ως ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα ημπορέσουν να αντισταθούν, αλλ' ενικήθησαν υπό τούτων και έχασαν σχεδόν τριακοσίους νεκρούς. Ενώ οι Αθηναίοι, αφού ενίκησαν πρώτον τους Πελοποννησίους, απώθησαν έπειτα τους βαρβάρους και το λοιπόν άτακτον πλήθος, δεν κατώρθωσαν όμως να έλθουν εις χείρας προς τους Μιλησίους, καθόσον ούτοι, αφού έτρεψαν εις φυγήν τους Αργείους, βλέποντες την λοιπήν παράταξιν των νικωμένην, υπεχώρησαν εντός της πόλεως. Και συνέβη εις την μάχην αυτήν οι Ίωνες και των δύο στρατών να νικήσουν τους Δωριείς. Διότι και οι Αθηναίοι ενίκησαν τους απέναντι των Πελοποννησίους, και οι Μιλήσιοι τους Αργείους: Αφού έστησαν τρόπαιον, οι Αθηναίοι ήρχισαν ετοιμαζόμενοι να κατασκευάσουν τείχος, κατά μήκος του Ισθμού, ο οποίος χωρίζει την πόλιν από την στερεάν, φρονούντες, ότι εάν γίνουν κύριοι της Μιλήτου, και αι λοιπαί πόλεις θα επανέλθουν ευκόλως εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν.

26.
Ενισχύσεις του Σπαρτιατικού στόλου
Εις το σημείον τούτο ευρίσκοντο τα πράγματα, όταν περί την δύσιν ήδη του ηλίου τους ανηγγέλθη ότι από στιγμής εις στιγμήν καταφθάνουν τα εκ της Πελοποννήσου και της Σικελίας προερχόμενα πενήντα πέντε εχθρικά πλοία. Εκ τούτων είκοσιν εστέλλοντο υπό των Συρακουσίων και δύο υπό των Σελινουντίων, τους οποίους, καθώς και τους Σικελιώτας, είχε παρακινήσει κυρίως ο Ερμοκράτης να συμπράξουν προς συμπλήρωσιν της καταλύσεως της Αθηναϊκής δυνάμεως. Τα λοιπά ήσαν εκείνα, τα οποία παρεσκεύαζαν οι Πελοποννήσιοι και τα οποία είχαν ήδη ετοιμασθή. Αμφότεραι αι μοίραι του στόλου τούτου, τεθείσαι υπό τας διαταγάς του Λακεδαιμονίου Θηριμένους, όπως τας φέρη προς τον αρχιναύαρχον Αστύοχον, κατέπλευσαν πρώτον εις την Λέρον, νήσον κειμένην απέναντι της Μιλήτου. Ακολούθως, όταν έμαθαν, ότι οι Αθηναίοι ήσαν πλησίον της Μιλήτου, έπλευσαν απ' εκεί κατ' αρχάς εις τον Ιασικόν κόλπον, όπως λάβουν ακριβεστέρας πληροφορίας περί της καταστάσεως της πόλεως, και διήλθαν την νύκτα εις την Τειχιούσσαν, πόλιν της χώρας των Μιλησίων. Εκεί ήλθεν ο Αλκιβιάδης έφιππος, και παρ' αυτού έμαθαν τα της μάχης, καθόσον ούτος είχε παραστή εις αυτήν και είχε συμπολεμήσει με τους Μιλησίους και τον Τισσαφέρνη. Ο Αλκιβιάδης συνέστησε προς αυτούς διά μακρών, εάν δεν θέλουν να καταστρέψουν την Ιωνίαν και τον όλον αγώνα των, να σπεύσουν ως τάχιστα εις βοήθειαν της Μιλήτου και να μην ανεχθούν την συμπλήρωσιν του αποκλεισμού της διά της κατασκευής του τείχους.

27.
Οι Αθηναίοι εγκαταλείπουν την Μίλητον
Απεφάσισαν λοιπόν να σπεύσουν εις βοήθειαν της ευθύς ως εξημέρωση. Αλλ' ο Φρύνιχος, αρχηγός των Αθηναίων, ευθύς ως επληροφορήθη από την Λέρον ασφαλώς τας κινήσεις του εχθρικού στόλου, ενώ οι συναρχηγοί του ήθελαν να παραμείνουν και συνάψουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν, εδήλωσεν, ότι ούτε αυτός θα πράξη τούτο, ούτε εις εκείνους, ούτε εις άλλον κανένα θα επιτρέψη τούτο, εφόσον ημπορεί. Διότι εκεί όπου ημπορούν βραδύτερον να συνάψουν την μάχην, αφού πρώτον πληροφορηθούν τον ακριβή αριθμόν των εχθρικών πλοίων και την αναλογίαν αυτών προς τα ιδικά των, και προβούν με την ησυχίαν των εις την απαιτουμένην προετοιμασίαν, δεν θα διέπραττε ποτέ την παραφροσύνην να διακινδυνεύση, παρασυρόμενος εκ του φόβου μήπως η ενέργειά του χαρακτηρισθή ατιμωτική. Διότι δεν είναι ατιμωτικόν διά τους Αθηναίους να υποχωρήσουν απέναντι εχθρικού στόλου, όταν αι περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, αλλά θα ήτο πολύ ατιμωτικόν, εάν υπό οιασδήποτε περιστάσεις, συμβή να ηττηθούν, οπότε το κράτος δεν θα υφίστατο μόνον την ατίμωσιν, αλλά και θα περιέπιπτεν εις τον μέγιστον των κινδύνων. Μετά τας συμφοράς, εν τούτοις, τας οποίας έχουν ήδη υποστή αι Αθήναι, μόλις θα ήτον επιτετραμμένον εις αυτάς ν' αναλάβουν επιθετικήν επιχείρησιν, κατόπιν παρασκευής αρτίας ή τουλάχιστον ένεκα αναπόδραστου ανάγκης, και θα ήτο πολύ μάλλον ασυγχώρητον να δράμουν άνευ ανάγκης εις αναζήτησιν περιττών κινδύνων. Συνέστησεν επομένως, αφού επιβιβάσουν τους τραυματίας, τους οπλίτας και τα πολεμικόν υλικόν, με το οποίον είχαν έλθει, και εγκαταλείψουν τα εκ της εχθρικής χώρας λάφυρα, όπως τα πλοία είναι ελαφρά, αποπλεύσουν διά την Σάμον, και συγκεντρώνοντες εκεί όλον τον στόλον των, χρησιμοποιήσουν αυτήν του λοιπού ως βάσιν περαιτέρω επιχειρήσεων, όταν παρουσιασθή κατάλληλος ευκαιρία. Η γνώμη του έγινε δεκτή και ετέθη αμέσως εις πλήρη εφαρμογήν. Και όχι μόνον εις την περίστασιν αυτήν, αλλ' έτι μάλλον βραδύτερον, εις πάσας τας περιστάσεις εις τας οποίας ευρέθη, εξετιμήθη ο Φρύνιχος ως ανήρ συνετώτατος. Ούτοι υπήρξαν οι λόγοι, ένεκα των οποίων οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την Μίλητον μόλις εβράδυασε, χωρίς να δυνηθούν να συμπληρώσουν την νίκην των, ενώ οι Αργείοι εσπευσμένως και κατηγανακτημένοι διά την ατυχίαν των, απέπλευσαν εις τα ίδια.

28.
Οι Πελοποννήσιοι καταλαμβάνουν την Ίασον
Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, εκπλεύσαντες κατά τα εξημερώματα εκ της Τειχιούσσης, κατέπλευσαν εις την Μίλητον, ότε ήδη οι Αθηναίοι είχαν αναχωρήσει. Αφού δ' έμειναν εκεί μίαν ημέραν, παρέλαβαν και τα υπό την διοίκησιν του Χαλκιδέως Χιακά πλοία, τα οποία είχαν καταδιωχθή προηγουμένως μετά των λοιπών και καταφύγει εις την Μίλητον, απεφάσισαν να επαναπλεύσουν εις την Τειχιούσσαν, όπως παραλάβουν το πολεμικόν υλικόν, το οποίον είχαν αποβιβάσει εις την ξηράν. Αφού έφθασαν εκεί, ήλθε προς αυτούς ο Τισσαφέρνης, επί κεφαλής του στρατού του, και τους έπεισε να πλεύσουν κατά της Ιάσου, την οποίαν κατείχεν ο Αμόργης, με τον οποίον ευρίσκετο εις πόλεμον. Και επιτεθέντες αιφνιδίως κατά της Ιάσου, κατέλαβαν αυτήν, καθόσον οι εντός αυτής δεν ηδύναντο να υποθέσουν, ότι τα καταπλέοντα πλοία δεν ήσαν Αθηναϊκά. Κατά την επίθεσιν, διεκρίθησαν προ πάντων οι Συρακούσιοι. Οι Πελοποννήσιοι, συλλαβόντες ζώντα τον Αμόργη, τον παρέδωκαν εις τον Τισσαφέρνη, διά να τον φέρη, εάν θέλη, προς τον Βασιλέα, όπως είχε διαταχθή. Συγχρόνως ελεηλάτησαν την Ίασον από άκρου εις άκρον, και ο στρατός απεκόμισε πλουσίαν λείαν, καθόσον η πόλις ήτο παλαιόπλουτος. Τους μισθοφόρους του Αμόργου παρέλαβαν εις το στρατόπεδον των και χωρίς να τους κάμουν κανέν κακόν τους προσέλαβαν εις τας τάξεις των, καθόσον οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν Πελοποννήσιοι. Την πόλιν και όλους των τους αιχμαλώτους, είτε δούλους, είτε ελευθέρους, παρέδωκαν εις τον Τισσαφέρνη, συμφωνήσαντες να λάβουν παρ' αυτού ένα Δαρεικόν στατήρα δι' έκαστον, μεθ' ο επέστρεψαν εις την Μίλητον. Εκείθεν απέστειλαν διά ξηράς μέχρι των Ερυθρών τον υπό των Λακεδαιμονίων σταλέντα διοικητήν της Χίου Πεδάριτον, τον υιόν του Λέοντος, επί κεφαλής των μισθοφόρων του Αμόργου, και διώρισαν επί τόπου διοικητήν της Μιλήτου τον Φίλιππον. Και εν τω μεταξύ ετελείωσε το θέρος.

29.
Ο Τισσαφέρνης καταβάλλει μισθόν εις τον στρατόν των Πελοποννησίων
Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, αφού εγκατέστησε φρουράν εις την Ίασον, ο Τισσαφέρνης ήλθεν εις την Μίλητον, όπου διένειμεν εις όλον τον στρατόν μισθόν ενός μηνός, μίαν ολόκληρον δραχμήν ημερησίως εις έκαστον, σύμφωνα με την υπόσχεσιν πού είχεν αναλάβει εις την Λακεδαίμονα, δηλώσας όμως, ότι του λοιπού θα δίδη μόνον τρεις οβολούς ημερησίως δι' έκαστον, έως ότου ζητήση οδηγίας παρά του Βασιλέως, υποσχεθείς να καταβάλη ολόκληρον την δραχμήν, εάν ο Βασιλεύς εγκρίνη τούτο. Αλλ' επειδή ο αρχηγός των Συρακουσίων Ερμοκράτης αντετάχθη ( ενώ ο Θηριμένης, μη ων ναύαρχος, αλλ' επιφορτισμένος μόνον να παραδώση τον στόλον εις τον Αστύοχον, εδείχθη χλιαρός εις το ζήτημα του μισθού), συνεφωνήθη η πληρωμή μισθού ανωτέρου των τριών οβολών δι' εκάστην ομάδα πέντε πλοίων, διότι διά κάθε τοιαύτην ομάδα εδίδοντο τρία τάλαντα και διά κάθε κλάσμα του αριθμού τούτου ποσόν ανάλογον.

30.
Ο Αθηναϊκός στύλος διαιρείται εις δύο μοίρας προς δράσιν εναντίον της Μιλήτου και της Χίου
Κατά τον αυτόν χειμώνα, οι εις Σάμον σταθμεύοντες Αθηναίοι, αφού έλαβαν εξ Αθηνών περαιτέρω ενισχύσεις τριάντα πέντε πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Χαρμίνου, του Στρομβιχίδου και του Ευκτήμονος, συνεκέντρωσαν και την μοίραν, την απησχολημένην εις την Χίον, και όλα τα άλλα πλοία των, θέλοντες να προβούν εις κατανομήν του στόλου διά κλήρου, όπως μέρος μεν αυτού ενεργή τον αποκλεισμόν της Μιλήτου, άλλο δε μέρος μετά του στρατού της ξηράς σταλή εις την Χίον. Και όντως ούτως ενήργησαν. Διότι ο μεν Στρομβιχίδης και ο Ονομακλής και ο Ευκτήμων, επί κεφαλής μοίρας τριάντα πλοίων και έχοντες μαζύ των επί οπλιταγωγών σκαφών μέρος των χιλίων οπλιτών, πού είχαν έλθει εις την Μίλητον, έπλεαν προς την Χίον, ως προσδιωρίσθη υπό του λαχνού, ενώ οι λοιποί, μένοντες εις την Σάμον, με εβδομήντα τέσσερα πλοία, εθαλασσοκράτουν και προέβαιναν εις επιθετικάς επί της Μιλήτου αποβάσεις.

31.
Αποτυχία των Πελοποννησίων εις Κλαζομενάς
Ο Αστύοχος ευρίσκετο τότε εις την Χίον, ασχολούμενος ακριβώς εις την εκλογήν των ομήρων ως προληπτικού μέτρου κατά της προδοσίας. Αλλ' όταν έμαθε την άφιξιν των υπό τον Λακεδαιμόνιον Θηριμένη πλοίων και ότι τα πράγματα της συμμαχίας ήσαν ήδη εις πολύ καλλιτέραν κατάστασιν, ανέστειλε πάσαν περαιτέρω ενέργειαν εν σχέσει προς την προδοσίαν και παραλαβών τα δέκα Πελοποννησιακά πλοία και δέκα Χιακά απέπλευσεν. Αποτυχούσης δ' επιθέσεως κατά της Πτελεού, την οποίαν ενήργησεν, έπλευσε κατά μήκος της παραλίας προς τας Κλαζομενάς και απήτησεν από τους φρονούντας τα των Αθηναίων να μετοικήσουν προς το εσωτερικόν, εις τον Δαφνούντα, και προσχωρήσουν προς τους Πελοποννησίους. Την απαίτησιν ταύτην υπεστήριζεν ο Πέρσης, ύπαρχος της Ιωνίας, Τάμως. Αλλ' επειδή οι Κλαζομένιοι δεν ήθελαν να υπακούσουν, επετέθη κατά της πόλεως, η οποία ήτον ατείχιστος, και μη δυνηθείς να την καταλάβη, απέπλευσεν υπό ισχυρόν άνεμον, αυτός μεν εις την Φώκαιαν και την Κύμην, ενώ τα λοιπά πλοία κατέπλευσαν εις τας πλησίον των Κλαζομενών νήσους Μαραθούσσαν, Πήλην και Δρυμούσσαν. Μείναντες εις τας νήσους ταύτας επί οκτώ ημέρας, ένεκα της επικρατούσης κακοκαιρίας, διήρπασαν και κατηνάλωσαν μέρος των πραγμάτων, τα οποία οι Κλαζομένιοι είχαν τοποθετήσει εκεί χάριν ασφαλείας, και φορτώσαντες εσπευσμένως τα υπόλοιπα επί των πλοίων, απέπλευσαν εις Φώκαιαν και εκείθεν εις Κύμην, προς συνάντησιν του Αστυόχου.

32.
Πρέσβεις των Λεσβίων ήλθαν εις τον Αστύοχον δηλούντες ότι θέλουν να αποστατήσουν εκ νέου από τους Αθηναίους
Ενώ ο Αστύοχος ευρίσκετο εκεί, ήλθαν προς αυτόν πρέσβεις των Λεσβίων, οι οποίοι προσεφέροντο ν' αποστατήσουν πάλιν. Και αυτός μεν ήκουσεν ευνοϊκώς τας προτάσεις των, αλλ' επειδή οι Κορίνθιοι και οι λοιποί σύμμαχοι ουδεμίαν εδείκνυαν προθυμίαν, ένεκα της προηγουμένης αποτυχίας, απέπλευσε, διευθυνόμενος προς την Χίον. Αλλά τα πλοία, διασκορπισθέντα υπό κακοκαιρίας, έφθασαν εις Χίον, άλλα από εν μέρος και άλλα από άλλο. Ολίγον ύστερον ο Πεδάριτος, ο οποίος, ως ελέχθη ήδη, ήρχετο εκ της Μιλήτου επί κεφαλής στρατού, έφθασεν εις τας Ερυθράς, οπόθεν διεπεραιώθη μετ' αυτού εις την Χίον, όπου ευρήκεν επίσης υπό τας διαταγάς του τους πεντακοσίους περίπου άνδρας των πληρωμάτων των πέντε πλοίων, τους οποίους είχεν αφήσει ο Χαλκιδεύς με οπλισμόν οπλίτου. Και επειδή μερικοί Λεσβίοι προσεφέροντο πάλιν ν' αποστατήσουν, ο Αστύοχος εισηγήθη εις τον Πεδάριτον και τους Χίους την αποστολήν πλοίων εις την Λέσβον, διά να εξεγείρουν αυτήν εις επανάστασιν, λέγων ότι τοιουτοτρόπως ή θ' αυξήσουν τον αριθμόν των συμμάχων των ή και αν αποτύχουν, θα εξασθενήσουν πάντως τους Αθηναίους. Αλλ' οι Χίοι ηρνούντο να υπακούσουν και ο Πεδάριτος εδήλωσεν, ότι ούτε τα Χιακά πλοία θ' αφίση εις την διάθεσίν του.

33.
Κινήσεις του Πελοποννησιακού και του Αθηναϊκού στόλου περί την Χίον
Ο Αστύοχος, παραλαβών τα πέντε Κορινθιακά πλοία, εν εκ των Μεγάρων, εν εκ της Ερμιονίδος και όσα αυτός είχε φέρει εκ της Λακωνικής, εξέπλευσε, κατευθυνόμενος εις την Μίλητον, όπως αναλάβη την αρχιναυαρχίαν του στόλου, αφού ηπείλησεν επανειλημμένως τους Χίους, ότι, μα την αλήθειαν, δεν θα έλθη εις βοήθειαν των, εάν λάβουν ανάγκην αυτής. Προσεγγίσας δ' εις Κώρυκον της Ερυθραίας, διενυκτέρευσεν εκεί. Αλλά και οι Αθηναίοι, πλέοντες εκ Σάμου εις την Χίον, μετά του στρατού των, προσωρμίσθησαν εις μέρος, το οποίον εχωρίζετο από το αγκυροβόλιον της Πελοποννησιακής μοίρας διά λόφου χωρίς οι δύο στόλοι ν' αντιληφθούν την παρουσίαν ο εις του άλλου. Επειδή, εν τούτοις, διαρκούσης της νυκτός, ήλθεν είδησις, εκ μέρους του Πεδαρίτου, ότι μερικοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι, αφεθέντες υπό των Αθηναίων ελεύθεροι εκ της Σάμου, ήλθαν εις τας Ερυθράς, διά να επιτύχουν την διά προδοσίας παράδοσιν της πόλεως, ο Αστύοχος εξέπλευσεν ευθύς πάλιν διά τας Ερυθράς και έτσι παρά τρίχα έλειψε να πέση εις χείρας των Αθηναίων. Αλλά και ο Πεδάριτος διέβη εκ Χίου εις τας Ερυθράς προς συνάντησιν του Αστυόχου και αφού εξήτασαν τα της κατηγορίας κατά των υποτιθεμένων συνωμοτών και εξηκρίβωσαν ότι η όλη υπόθεσις ήτο στρατήγημα των αιχμαλώτων, όπως φύγουν από την Σάμον, απήλλαξαν αυτούς της κατηγορίας και ο μεν Πεδάριτος επέστρεψεν εις την Χίον, ο δε Αστύοχος συνέχισε το αρχικόν δρομολόγιόν του προς την Μίλητον.

34. Εν τω μεταξύ, και ο φέρων τον στρατόν Αθηναϊκός στόλος, εκπλεύσας και κάμπτων το ακρωτήριον Κώρυκον προς την διεύθυνσιν του Αργίνου, συναντά τρία Χιακά πολεμικά σκάφη και χωρίς να χάση στιγμήν ετέθη εις καταδίωξιν των. Αλλ' επελθούσης μεγάλης τρικυμίας, τα μεν Χιακά πλοία μετά πολλής δυσκολίας κατώρθωσαν να σωθούν εντός του λιμένος των, αλλ' εκ των Αθηναϊκών, τρία τα οποία είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερον των λοιπών εις την καταδίωξιν, εξώκειλαν πλησίον της πόλεως της Χίου και κατεστράφησαν. Και άλλοι μεν των ανδρών συνελήφθησαν ζώντες, άλλοι δ' εφονεύθησαν. Τα λοιπά όμως πλοία κατέφυγαν εις τον καλούμενον Φοινικούντα λιμένα, κείμενον υπό το όρος Μίμαντα. Εκείθεν βραδύτερον κατέπλευσαν εις την Λέσβον, όπου ήρχισαν ετοιμαζόμενοι διά τον τειχισμόν.

35.
Αποτυχία των Λακεδαιμονίων να καταλάβουν την Κνίδον
Κατά την διάρκειαν του αυτού χειμώνος, ο Λακεδαιμόνιος Ιπποκράτης, εκπλεύσας με δέκα πλοία των Θουρίων, υπό την αρχηγίαν του Δωριέως, υιού του Διαγόρου, και δύο άλλων, εν Λακωνικόν και εν Συρακούσιον, κατέπλευσεν εις την Κνίδον, η οποία είχεν ήδη πεισθή υπό του Τισσαφέρνους ν' αποστατήση από τους Αθηναίους. Όταν αι Πελοποννησιακαί αρχαί της Μιλήτου έμαθαν τον κατάπλουν των, διέταξαν τα μεν ημίση των πλοίων να περιμένουν προς αποστασίαν της Κνίδου, τα δε άλλα ημίση να περιπολούν περί το Τριόπιον και συλλαμβάνουν τα εξ Αιγύπτου προερχόμενα και εκεί καταπλέοντα εμπορικά πλοία. Το Τριόπιον είναι ακρωτήριον της περιφερείας της Κνίδου, καθιερωμένον εις τον Απόλλωνα. Μαθόντες τούτο οι Αθηναίοι, έπλευσαν από την Σάμον και εκυρίευσαν τα παρά το Τριόπιον φρουρούντα εξ πλοία, των οποίων οι άνδρες κατώρθωσαν να διαφύγουν. Μετά τούτο καταπλεύσαντες εις την Κνίδον και επιτεθέντες κατά της πόλεως, η οποία είναι ατείχιστος, ολίγον έλειψε να την καταλάβουν. Την επομένην επανέλαβαν την επίθεσιν, αλλ' επειδή οι Κνίδιοι, διαρκούσης της νυκτός, έλαβαν προσφορώτερα αμυντικά μέτρα από την προτεραίαν, και συγχρόνως ενισχύθησαν διά της προσελεύσεως των πληρωμάτων, τα οποία είχαν διαφύγει από τα πλοία πού είχαν κυριευθή εις το Τριόπιον, η επίθεσις των επροξένει ολιγωτέρας ακόμη βλάβας παρά την προηγουμένην, και ως εκ τούτου απεσύρθησαν και αφού ερήμωσαν τα πέριξ, απέπλευσαν εις την Σάμον.

36.
Νέα συμμαχία Λακεδαιμονίων και Περσών
Κατά την ιδίαν περίπου εποχήν, ήλθεν ο Αστύοχος εις την Μίλητον, διά ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στόλου. Οι Πελοποννήσιοι είχαν ακόμη κατά την εποχήν ταύτην αφθονίαν των πάντων εις το στρατόπεδον των. Τωόντι και μισθός επαρκής κατεβάλλετο και οι διαρπαγέντες εκ της Ιάσου άφθονοι θησαυροί ήσαν ακόμη εις χείρας των στρατιωτών, και οι Μιλήσιοι έφεραν προθύμως τα βάρη του πολέμου. Εις τους Πελοποννησίους, εν τούτοις, εφαίνετο, ότι η πρώτη προς τον Τισσαφέρνη συνθήκη, η συνομολογηθείσα υπό του Χαλκιδέως, ήτο ανεπαρκής και όχι τόσον επωφελής δι' αυτούς. Ως εκ τούτου, προ της αναχωρήσεως του Θηριμένους, συνήψαν και νέαν τοιαύτην, της οποίας το περιεχόμενον είχεν ως έξης.

37. «Συνθήκη μεταξύ Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών προς τον βασιλέα Δαρείον και τους υιούς του Βασιλέως και τον Τισσαφέρνη. Συνομολογείται μεταξύ των ανωτέρω συνθήκη ειρήνης και φιλίας, υπό τους επομένους όρους.

«Απαγορεύεται εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών επιδρομή, προς τον σκοπόν πολέμου ή οιασδήποτε βλάβης εναντίον πάσης χώρας και πάσης πόλεως, αι οποίαι ανήκουν εις τον βασιλέα Δαρείον ή ανήκαν εις τον πατέρα ή τους προγόνους αυτού, ως επίσης απαγορεύεται εις τους Λα κεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών η είσπραξις φόρων εκ των πόλεων τούτων. Επίσης απαγορεύεται εις τον βασιλέα Δαρείον και εκείνους, επί των οποίων εκτείνεται η κυριαρχία αυτού, επιδρομή κατά των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών, προς τον σκοπόν πολέμου ή οιασδήποτε βλάβης.

«Εάν οι Λακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοι των λάβουν οιανδήποτε ανάγκην του Βασιλέως, ή ο Βασιλεύς οιανδήποτε ανάγκην των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων των, κάθε τι που θα κάμουν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, θεωρείται καλώς έχον.

«Τον κατά των Αθηναίων πόλεμον θα διεξαγάγουν από κοινού και εάν αποφασισθή ο τερματισμός αυτού, ούτος θα γίνη επίσης από κοινού.

«Ό Βασιλεύς υποχρεούται να καταβάλη την δαπάνην ολοκλήρου του στρατού, ο οποίος, κατά πρόσκλησιν αυτού, θα ευρίσκεται επί του εδάφους του.

«Εάν καμμία εκ των πόλεων, αι οποίαι συνωμολόγησαν την παρούσαν συνθήκην, επιτεθή κατά της χώρας του Βασιλέως, οι λοιποί υποχρεούνται να την εμποδίσουν και να βοηθήσουν τον Βασιλέα με όλας των τας δυνάμεις. Και εάν κανείς εκ των κατοίκων της χώρας του Βασιλέως ή των χωρών, όσαι υπόκεινται υπό την κυριαρχίαν αυτού, επιτεθή κατά του εδάφους των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων των, ο Βασιλεύς υποχρεούται να τον εμποδίση και να τους βοηθήση με όλας του τας δυνάμεις.»

38.
Οι Αθηναίοι επικρατούν εις Χίον κατά ξηράν και θάλασσαν
Μετά την συνομολόγησιν της συνθήκης ταύτης, ο Θηριμένης παρέδωσε τον στόλον προς τον Αστύοχον και εκπλεύσας επί μικρού σκάφους εξηφανίσθη έκτοτε. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, οι οποίοι είχαν εν τω μεταξύ μεταφέρει τον στρατόν των εκ της Λέσβου εις την Χίον, όπου επεκράτουν και κατά γην και κατά θάλασσαν, ήρχισαν να οχυρώνουν το Δελφίνιον, θέσιν άλλωστε καθ' εαυτήν οχυράν εκ του μέρους της ξηράς, έχουσαν λιμένας και κειμένην επί μικράς από της πόλεως της Χίου αποστάσεως. Ενώ οι Χίοι, ένεκα των επανειλημμένων σοβαρών ήττων, τας οποίας είχαν υποστή προηγουμένως, και διότι εκτός τούτων, αι μεταξύ των σχέσεις ήσαν πολύ κακαί (καθόσον ήδη μετά την υπό του Πεδαρίτου θανάτωσιν του υιού του Ίωνος Τυδέως και των περί αυτόν, καταδικασθέντων ως αττικιζόντων, και την αναγκαστικήν υποβολήν του κράτους υπό ολιγαρχίαν, οι μεν υπωπτεύοντο τους δε), έμενον αδρανούντες, διότι εθεώρουν, ότι ούτε οι ίδιοι, ένεκα των λόγων τούτων, ούτε οι υπό τον Πεδάριτον μισθοφόροι ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθούν κατά των Αθηναίων. Έστειλαν, εν τούτοις, εις την Μίλητον, ζητούντες βοήθειαν από τον Αστύοχον. Επειδή όμως ούτος δεν εισήκουσε την αίτησίν των, ο Πεδάριτος έγραψεν εις την Λακεδαίμονα, κατηγορών αυτόν διά την αδικαιολόγητον στάσιν του. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των Αθηναίων εις την Χίον, ενώ ο εις την Σάμον σταθμεύων στόλος των ήρχετο μεν συχνά, προκαλών τον εις Μίλητον σταθμεύοντα εχθρικόν στόλον, αλλ' επειδή ούτος ηρνείτο ν' αντεπεξέλθη, επέστρεφε πάλιν εις την Σάμον, όπου ησύχαζεν.

39.
Κινήσεις του Σπαρτιατικού στόλου εις Μ. Ασίαν και επιτυχία αυτού παρά την Μήλον
Εν τω μεταξύ, τα είκοσι επτά πλοία, τα οποία, χάρις εις τας ενεργείας του Μεγαρέως Καλλιγείτου και του Κυζικηνού Τιμαγόρου, είχαν ετοιμασθή υπό των Λακεδαιμονίων διά τον Φαρνάβαζον, εξέπλευσαν περί το χειμερινόν ηλιοτρόπιον, διευθυνόμενα εις την Ιωνίαν. Της μοίρας ταύτης του στόλου επέβαι νεν ως αρχηγός ο Σπαρτιάτης Αντισθένης, τον οποίον συνώδευαν ένδεκα Σπαρτιάται, εις εκ των οποίων ήτον ο Λίχας, υιός του Αρκεσιλάου, αποστελλόμενοι υπό των Λακεδαιμονίων ως σύμβουλοι του Αστυόχου. Ούτοι είχαν εντολήν, φθάνοντες εις την Μίλητον, όχι μόνον να συμμερίζωνται μετά του Αστυόχου την μέριμναν, όπως τα πράγματα ρυθμισθούν κατά τον καλλίτερον δυνατόν τρόπον, αλλά και να στείλουν, εάν το εγκρίνουν, εις τον Ελλήσποντον προς τον Φαρνάβαζον την μοίραν ταύτην, αποτελουμένην είτε από τα ίδια πλοία, είτε από περισσότερα, είτε από ολιγώτερα, υπό την αρχηγίαν του συνοδεύοντος αυτούς Κλεάρχου, υιού του Ραμφίου. Συγχρόνως ήσαν εξουσιοδοτημένοι, εάν το έκριναν ενδεδειγμένον, να παύσουν τον Αστύοχον από την αχιναυαρχίαν του στόλου και τον αντικαταστήσουν διά του Αντισθένους, καθόσον, συνεπεία της επιστολής του Πεδαρίτου, οι Λακεδαιμόνιοι υπωπτεύοντο αυτόν. Η μοίρα λοιπόν αύτη του στόλου από το ακρωτήριον του Μαλέα διηυθύνθη προς το ανοικτόν πέλαγος και προσήγγισεν εις την Μήλον, όπου συναντήσασα δέκα Αθηναϊκά πλοία συνέλαβε τρία εξ αυτών, κενά πληρωμάτων, και τα έκαυσε. Φοβούμενοι όμως μετά τούτο μήπως τα εκ της Μήλου διαφυγόντα Αθηναϊκά πλοία αναγγείλουν, όπως και πράγματι έκαμαν, την προσέγγισιν των εις τον Αθηναϊκόν στόλον της Σάμου, έπλευσαν προς την Κρήτην, επεκτείναντες, χάριν ασφαλείας, τον πλουν των, και κατέπλευσαν εις την Καύνον της Μικράς Ασίας. Απ' εκεί, θεωρήσαντες εαυτούς ασφαλείς πλέον, ειδοποίησαν τον στόλον εις την Μίλητον, να στείλη να τους συνοδεύση, όπως πλεύσουν εκεί, κατά μήκος της ακτής.

40.
Οι Χίοι ζητούν βοήθειαν από τον Λακεδαιμόνιον Αστύοχον
Κατά τον ίδιον εν τούτοις καιρόν, οι Χίοι και ο Πεδάριτος, παρ' όλην την αδιαφορίαν του Αστυόχου, έστειλαν επανειλημμένως αγγελιαφόρους εις την Μίλητον, ζητούντες από αυτόν να έλθη με όλον τον στόλον προς βοήθειαν των, αφού πολιορκούνται, και να μη ανεχθή, όπως η μεγίστη των συμμαχίδων πόλεων της Ιωνίας διατελή αποκλεισμένη από θαλάσσης και ερημούται κατά ξηράν διά ληστρικών επιδρομών. Διότι η Χίος είχε πολλούς δούλους, περισσοτέρους μάλιστα από κάθε άλλην πόλιν μετά την Λακεδαίμονα, και συγχρόνως ως εκ του μεγάλου αριθμού των, αι παρεκτροπαί των ετιμωρούντο με μεγαλητέραν αυστηρότητα. Ως εκ τούτου, θεωρήσαντες ούτοι ότι διά της οχυρώσεως του Δελφινίου, ο στρατός των Αθηνών είχεν εγκατασταθή ασφαλώς εις την Χίον, ηυτομόλησαν αμέσως προς αυτούς οι περισσότεροι και επροξένησαν αυτοί τας μεγαλητέρας ζημίας εις την χώραν, λόγω του ότι την εγνώριζαν καλώς. Ισχυρίζοντο λοιπόν οι Χίοι, ότι έπρεπε να έλθουν προς βοήθειαν των, ενόσω δεν είχε συμπληρωθή ούτε η γινομένη οχύρωσις του Δελφινίου, ούτε το κατασκευαζόμενον προσθέτως περί το στρατόπεδον και το ορμητήριον του στόλου ευρύτερον οχύρωμα, και υπήρχεν ελπίς να εμποδισθή η συμπλήρωσις αυτών. Ο Αστύοχος, μολονότι ένεκα της ανωτέρω μνημονευθείσης απειλής του, δεν εσκέπτετο τοιούτον τι, βλέπων ότι οι σύμμαχοι εδείκνυαν μεγάλην προθυμίαν διά την επιχείρησιν ταύτην, είχεν ετοιμασθή, όπως έλθη εις βοήθειαν των.

41.
Κινήσεις του Αθηναϊκού και Σπαρτιατικού στόλου περί τας νήσους Σύμην, Χάλκην και Ρόδον οδηγούν εις ναυμαχίαν
Αλλ' εν τω μεταξύ, ήλθεν εκ της Καύνου η είδησις, ότι έφθασαν τα είκοσι επτά πλοία και οι αποστελλόμενοι υπό των Λακεδαιμονίων σύμβουλοι. Και ο Αστύοχος, θεωρήσας, ότι υπέρ πάντα τα άλλα, προείχε κατά την σπουδαιό τητα η συνοδεία τόσου αριθμού πλοίων, διά των οποίων θα εξησφαλίζετο η επικράτησίς των κατά θάλασσαν, και η ασφαλής μεταφορά των αποσταλέντων Λακεδαιμονίων επιθεωρητών, παρήτησε την εκστρατείαν της Χίου και εξέπλευσε, διευθυνόμενος εις την Καύνον. Πλέων δε παρά την Κω την Μεροπίδα, ενήργησεν απόβασιν, και ευρών την πόλιν, η οποία ήτον ατείχιστος, κατεστραμμένην υπό συμβάντος σεισμού, του μεγίστου βεβαίως εξ όσων ενθυμούμεθα, και τους κατοίκους καταφυγόντας εις τα όρη, διήρπασε την πόλιν και επιδραμών ελεηλάτησε την ύπαιθρον χώραν, παραλαβών κάθε τι, πλην των ελευθέρων, τους οποίους δεν επείραξε. Φθάσας δ' εκ της Κω εις την Κνίδον, εν καιρώ νυκτός, επείσθη από τας επιμόνους παραινέσεις των Κνιδίων να μη αποβιβάση τους ναύτας, αλλά να πλεύση, χωρίς να χάση ούτε στιγμήν, κατ' ευθείαν εναντίον των είκοσιν Αθηναϊκών πλοίων, τα οποία, υπό την αρχηγίαν του Χαρμίνου, ενός των εις την Σάμον ευρισκομένων Αθηναίων στρατηγών, παρεφύλαττε τα εκ της Πελοποννήσου αναμενόμενα είκοσι επτά πλοία, αυτά ακριβώς, τα οποία μετέβαινε διά να συνοδεύση ο Αστύοχος. Την προσέγγισιν αυτών είχε πληροφορηθή ο Αθηναϊκός στόλος της Σάμου από την Μήλον και εις τον Χαρμίνον ανετέθη η περιπολία περί τας νήσους Σύμην, Χάλκην και Ρόδον και τας ακτάς της Λυκίας. Είχε μάλιστα αυτός εξακριβώσει ήδη, ότι ευρίσκοντο εις την Καύνον.

42 Ο Αστύοχος, λοιπόν, χωρίς να χάση καιρόν, έπλευσεν αμέσως προς την διεύθυνσιν της Σύμης, πριν γίνη γνωστή η εκεί παρουσία του, ελπίζων να περιλάβη τα Αθηναϊκά πλοία εις τα δίκτυα του, εις κανέν μέρος ανοικτής θαλάσσης. Αλλ' η βροχή και ο νεφελώδης ουρανός επροκάλεσαν μέσα εις σκότος σύγχυσιν και απεπλάνησαν τα πλοία από την πορείαν των. Κατά τα εξημερώματα, ενώ ο στόλος είχε διασπασθή και μέρος μεν αυτού, το αριστερόν κέρας, ήτον ορατόν υπό των Αθηναίων, ενώ ο λοιπός στόλος επλανάτο ακόμη περί την νήσον, ο Χαρμίνος και οι Αθηναίοι εξεκίνησαν εναντίον των με πλοία ολιγώτερα των είκοσι, νομίσαντες, ότι τα πλοία ταύτα ήρχοντο από την Καύνον και ήσαν ακριβώς τα, πλοία, τα οποία παρεφύλατταν, και επιπεσόντες κατ' αυτών εβύθισαν αμέσως τρία και επροξένησαν σοβαράς ζημίας εις άλλα, και επεκράτουν κατά την μάχην, μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν αντελήφθησαν, απροσδοκήτως ερχόμενον, το κύριον τμήμα του εχθρικού στόλου και ήρχισαν να περικυκλούται εξ όλων των σημείων. Ετράπησαν τότε εις φυγήν, και απολέσαντες εξ πλοία, κατέφυγαν με τα λοιπά εις την νήσον Τευτλούσσαν και εκείθεν εις την Αλικαρνασσόν. Μετά τούτο, ο Πελοποννησιακός στόλος κατέπλευσεν εις την Κνίδον και αφού ενώθη με τα εκ της Καύνου ελθόντα είκοσι επτά πλοία, έπλευσεν, ήδη ολόκληρος, εις την Σύμην, όπου έστησε τρόπαιον και εκείθεν επέστρεψε και προσωρμίσθη εις την Κνίδον.

43.
Ο Αθηναϊκός στόλος επιστρέφει εις Σάμον, ο δε Πελοποννησιακός συγκεντρούται εις Κνίδον
Ο Αθηναϊκός στόλος, άμα έμαθε τα της ναυμαχίας, έπλευσεν ολόκληρος εις την Σύμην, και χωρίς να επιτεθή κατά του Πελοποννησιακού στόλου εις την Κνίδον, ούτε ούτος εναντίον εκείνου, παρέλαβε την αποθήκην της εξαρτύσεως των πλοίων, την οποίαν είχεν αφίσει εις την Σύμην, και αφού προσήγγισεν εις τα Λώρυμα της Μικρασιατικής ακτής, επέστρεψεν εις την Σάμον.

Ήδη, ότε όλα τα πλοία των Πελοποννησίων συνεκεντρώθησαν εις την Κνίδον, ήρχισαν προβαίνοντες εις τας απαιτουμένας τυχόν επισκευάς αυτών, ενώ συγχρόνως οι ένδεκα Λακεδαιμόνιοι σύμβουλοι συνεζήτουν με τον Τισσα φέρνη, ο οποίος είχε φθάσει εκεί, και περί των ήδη γενομένων, όσα τυχόν δεν ήσαν της αρεσκείας των, και περί των μελλουσών πολεμικών επιχειρήσεων, κατά τίνα τρόπον θα διεξαχθούν καλλίτερον και συμφερώτερον διά τα δύο μέρη. Ο Λίχας ιδίως υπέβαλεν υπό αυστηρόν έλεγχον τα μέχρι τούδε γενόμενα και υπεστήριζεν ότι αι διατάξεις και των δύο συνθηκών, και της υπό του Χαλκιδέως συνομολογηθείσης και της υπό του Θηριμένους, είχαν συνταχθή κακώς, και ότι θα ήτο τερατώδες, εάν ο Βασιλεύς ήθελεν απαιτήσει την σήμερον ημέραν ν' ασκήση κυριαρχίαν επί όλων των χωρών όσων προηγουμένως αυτός, ή και οι προγονοί του, ήσαν κύριοι (διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, πράγματι, και αι νήσοι όλαι, και η Θεσσαλία και οι Λοκροί και όλη η Ελλάς μέχρι και της Βοιωτίας θα υπεδουλώνοντο) και αν οι Λακεδαιμόνιοι, αντί ν' αποδώσουν εις τους Έλληνας την ελευθερίαν, θα επέβαλαν εις αυτούς τον Περσικόν ζυγόν. Εζήτησεν, ως εκ τούτου, την συνομολόγησιν άλλης καλλιτέρας συνθήκης, δηλώσας ότι τας υπαρχούσας δεν θα εφαρμόση εν πάση περιπτώσει, ούτε εννοεί, επί τη βάσει αυτών, να δεχθή τας δαπάνας της συντηρήσεως του στρατού του. Ο Τισσαφέρνης, αγανακτήσας, απήλθε μαινόμενος από θυμόν, χωρίς να καταλήξη εις καμμίαν συνεννόησιν.

 

[Προηγούμενα] [Συνέχεια βιβλίου]