78.
Οι ηγέται του Πελοποννησιακού στόλου απεφάσισαν εν Μιλήτω να συγκροτήσουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν κατά των Αθηναίων, άλλα τέλος την απέφυγαν
Εν τω μεταξύ, οι άνδρες του ναυτικού στρατού των Πελοποννησίων, εις την Μίλητον, κατεκραύγαζαν μεταξύ των, ότι ο αγών των καταστρέφεται υπό του Αστυόχου και του Τισσαφέρνους. Τον πρώτον κατηγορούν, ότι δεν ήθελε να ναυμαχήση ούτε προηγουμένως, εφόσον και αυτοί ήσαν ισχυρότεροι και ο Αθηναϊκός στόλος ολιγαριθμότερος, ούτε τώρα, οπότε, ως λέγεται, οι Αθηναίοι ευρίσκονται εις εμφυλίους σπαραγμούς, και ο στόλος αυτών ουδέποτε μέχρι σήμερον ευρίσκεται συγκεντρωμένος εις το αυτό μέρος. Ότι αντί τούτου περιμένουν τον Φοινικικόν στόλον, πού υπεσχέθη ο Τισσαφέρνης, ενώ ο στόλος αυτός υφίστατο κατ' όνομα μόνον, όχι πραγματικώς, και διατρέχουν τοιουτοτρόπως τον κίνδυνον να εξαντληθούν. Τον Τισσαφέρνη, εξ άλλου, κατηγορούν, ότι ούτε τον στόλον πού υπεσχέθη φέρει, και τον ιδικόν των φθείρει διά της άτακτου και μη ακεραίας καταβολής του μισθού. Έλεγαν λοιπόν, ότι δεν πρέπει ν' αναβάλλουν πλέον, αλλά να συνάψουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν και οι Συρακούσιοι επέμεναν ιδίως εις τούτο.

79. Όταν η κατακραυγή αυτή έφθασεν εις τας ακοάς του Αστυόχου και των άλλων συμμάχων αρχηγών, συνήλθαν ούτοι εις πολεμικόν συμβούλιον, κατά την διάρκειαν του οποίου ανηγγέλθησαν εις αυτούς και αι ανωμαλίαι της Σάμου. Και επειδή το συμβούλιον απεφάσισε την συγκρότησιν αποφασιστικής ναυμαχίας, εξέπλευσαν με όλον τον στόλον, αποτελούμενον από εκατόν δώδεκα πλοία, διευθυνόμενα προς την Μυκάλην, παραγγείλαντες εις τους Μιλησίους να προελάσουν κατά ξηράν διά της παραλιακής οδού, προς την αυτήν διεύθυνσιν. Αλλ' οι Αθηναίοι, οι οποίοι, εκπλεύσαντες εκ Σάμου με ογδοήντα δύο πλοία, ευρίσκοντο ακριβώς τότε αγκυροβολημένοι εις την Γλαύκην της Μυκάλης, Οπόθεν η μέχρι Σάμου απόστασις είναι μικρά, ευθύς ως είδαν επερχόμενον τον Πελοποννησιακόν στόλον, απεσύρθησαν εις την Σάμον, θεωρήσαντες ότι δεν έχουν αρκετόν αριθμόν πλοίων, όπως διακινδυνεύσουν αποφασιστικήν μάχην. Άλλωστε, πληροφορηθέντες εγκαίρως εκ Μιλήτου, ότι οι Πελοποννήσιοι επιδιώκουν την συγκρότησιν ναυμαχίας, είχαν στείλει προηγουμένως αγγελιαφόρον προς τον Στρομβιχίδην και ανέμεναν να έλθη εκ του Ελλησπόντου προς ενίσχυσιν των με τα πλοία, επί κεφαλής των οποίων είχε πλεύσει εκεί εκ Χίου. Και οι μεν Αθηναίοι, ως ελέχθη, υπεχώρησαν εις την Σάμον, ενώ οι Πελοποννήσιοι, καταπλεύσαντες εις την Μυκάλην, εστρατοπέδευσαν εκεί, ομού με τον στρατόν των Μιλησίων και των πλησιοχώρων. Αλλά την επιούσαν, ενώ ήσαν έτοιμοι να πλεύσουν εναντίον της Σάμου, μανθάνουν ότι ο Στρομβιχίδης είχε φθάσει εκ του Ελλησπόντου με την εκεί μοίραν του Αθηναϊκού στόλου, δι' ο και απέπλευσαν, επιστρέφοντες πάλιν εις την Μίλητον, ενώ οι Αθηναίοι, ενισχυθέντες διά της αφίξεως της εν λόγω μοίρας, έπλευσαν αυτοί με εκατόν οκτώ πλοία κατά της Μιλήτου επιδιώκοντες την σύναψιν αποφασιστικής μάχης. Αλλ' επειδή κανείς δεν αντεπεξήρχετο, επέστρεψαν πάλιν εις την Σάμον.

80.
Κινήσεις του Αθηναϊκού και του Σπαρτιατικού στόλου προς τον Ελλήσποντον
Οι Πελοποννήσιοι, αφού με ολόκληρον τον στόλον των συγκεντρωμένον, δεν εδέχθησαν την προς την μάχην πρόκλησιν του Αθηναϊκού στόλου, διότι εθεώρησαν, ότι δεν ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθούν κατ' αυτού, περιήλθαν εις αμηχανίαν, πόθεν θα ημπορέσουν να πορίζωνται τα αναγκαία διά την συντήρησιν τόσον μεγάλου στόλου ποσά, ιδίως κατόπιν της ανεπαρκούς παροχής χρημάτων υπό του Τισσαφέρνους. Ως εκ τούτου, διαρκούντος του ιδίου θέρους, και αμέσως μετά την επιστροφήν του Αθηναϊκού στόλου εις την Σάμον, απέστειλαν προς τον Φαρνάβαζον μοίραν στόλου εκ σαράντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Κλεάρχου, υιού του Ραμφίου, σύμφωνα, άλλωστε, με τον αρχικόν εκ Πελοποννήσου διορισμόν του. Διότι και ο Φαρνάβαζος τους προσεκάλει να έλθουν και ήτον έτοιμος να παρέχη τα μέσα της συντηρήσεως των, και το Βυζάντιον συγχρόνως έστελλε προς αυτούς πρέσβεις, όπως συνεννοηθούν περί της αποστασίας του από τους Αθηναίους. Η μοίρα αύτη των σαράντα Πελοποννησιακών πλοίων εξέπλευσε προς το ανοικτόν πέλαγος, διά να διαφύγη, διαρκούντος του πλου, την προσοχήν του Αθηναϊκού στόλου, αλλά κατελήφθη υπό τρικυμίας, και τα μεν περισσότερα πλοία, υπό τον Κλέαρχον, κατέφυγαν εις την Δήλον, οπόθεν επέστρεψαν ακολούθως εις την Μίλητον, τα δε υπό τον αρχηγόν των Μεγαρέων Έλιξον δέκα έφθασαν σώα εις τον Ελλήσποντον, όπου επέτυχαν την αποστασίαν του Βυζαντίου. Ο Κλέαρχος μετέβη βραδύτερον εκ Μιλήτου διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον, όπου ανέλαβε την αρχηγίαν. Οι Αθηναίοι, μαθόντες ταύτα εις την Σάμον, έστειλαν απ' εκεί ακολούθως μερικά πλοία προς ενίσχυσιν και εξασφάλισιν των εκεί κτήσεων των, εις τον Ελλήσποντον, όπου συνεκροτήθη προ του Βυζαντίου και ναυμαχία τις μικράς σημασίας μεταξύ οκτώ εκατέρωθεν αντιθέτων πλοίων.

81.
Ο Αλκιβιάδης ομιλεί ενώπιον των εν Σάμω Αθηναίων και εκλέγεται εις των αρχηγών αυτών
Αφότου απεκατέστησε την δημοκρατίαν εις το Αθηναϊκόν στρατόπεδον της Σάμου, ο Θρασύβουλος, συμφωνούντων εις τούτο και των άλλων αρχηγών, επέμενε πάντοτε εις την ιδίαν γνώμην, όπως επαναφέρουν τον Αλκιβιάδην. Και αφού τέλος συγκαλέσας συνέλευσιν, επέτυχε από την μεγάλην πλειοψηφίαν των στρατιωτών να ψηφίσουν αμνηστείαν και ελευθέραν επάνοδον δι' αυτόν, επιβιβασθείς εις πλοίον, μετέβη εις την έδραν της σατραπείας του Τισσαφέρνους και έφερε τον Αλκιβιάδην εις Σάμον, πιστεύων, ότι μόνη υπολειπόμενη σωτηρία ήτο ν' απόσπαση ούτος τον Τισσαφέρνη από τους Πελοποννησίους και τον φέρη προς το μέρος των. Συγκροτηθείσης συνελεύσεως, ο Αλκιβιάδης παρεπονέθη διά την άδικον εξορίαν του και διεξετραγώδησε την εξ αυτής ατυχίαν του. Έπειτα, ομιλήσας διά μακρών περί των πολιτικών πραγμάτων, διήγειρε μεταξύ των ακροατών του μεγάλας περί του μέλλοντος ελπίδας.

Συγχρόνως εμεγαλοποίει καθ' υπερβολήν την επί του Τισσαφέρνους επιρροήν του, επιδιώκων αφ' ενός μεν να εκφοβίση την ολιγαρχικήν κυβέρνησιν των Αθηνών και επιτύχη ευκολώτερα την διάλυσιν των εκεί πολιτικών λεσχών, εξ άλλου δ' εξυψώση την προς αυτόν εκτίμησιν του στρατού της Σάμου, και εμπνεύση εις αυτόν μεγαλήτερον θάρρος και τέλος ευρύνη, όσον το δυνατόν περισσότερον, το μεταξύ των Πελοποννησίων και του Τισσαφέρνους χάσμα, και χάσουν ούτοι τας σημερινάς ελπίδας των. Ως εκ τούτου, ώθησε τους υπερβολικούς κομπασμούς του μέχρι του να υποσχεθή, ότι ο Τισσαφέρνης ανέλαβεν επισήμως απέναντι του την υποχρέωσιν, ότι, εάν οι Αθηναίοι ελκύσουν την εμπιστοσύνην του, δεν θα στερηθούν τ' αναγκαία διά την διατροφήν του στρατού των, εφ' όσον υπολείπονται εις την διάθεσιν του χρήματα, και αν ακόμη χρειασθή εις το τέλος να πωλήση προς τούτο και αυτό το κρεββάτι του, και ότι τον Φοινικικόν στόλον, ο οποίος ευρίσκεται ήδη εις την Άσπενδον, θα φέρη προς ενίσχυσιν των Αθηναίων, και όχι των Πελοποννησίων. Προσέθεσεν όμως, ότι οι Αθηναίοι δεν θα κερδίσουν την εμπιστοσύνην του, παρά μόνον εάν αυτός, ο Αλκιβιάδης, επανέλθη σώος εις τας Αθήνας και εγγυηθή δι' αυτούς προς τον Τισσαφέρνη.

82. Οι στρατιώται, μετά τους ωραίους τούτους λόγους και άλλους ακόμη, εξέλεξαν αμέσως τον Αλκιβιάδην συναρχηγόν μετά των άλλων στρατηγών και ανέθεσαν εις αυτόν την διεξαγωγήν των πραγμάτων γενικώς. Κανείς εξ αυτών δεν θ' αντήλλασε με τίποτε εις τον κόσμον την ελπίδα, η οποία εγεννήθη εις αυτόν τώρα περί της ιδίας αυτού σωτηρίας και της εκδικήσεως κατά των Τετρακοσίων και ήσαν πάντες έτοιμοι, ως εκ της υποτιμήσεως, την οποίαν οι λόγοι του Αλκιβιάδου ενέπνευσαν εις αυτούς διά τους Πελοποννησίους της Μιλήτου, να πλεύσουν κατά του Πειραιώς. Ούτος όμως, παρά την επιμονήν των πολλών, απέκρουσεν απολύτως την ιδέαν του ν' αφίσουν οπίσω των τον πλησίον εχθρόν, διά να πλεύσουν κατά του Πειραιώς, και εδήλωσεν, ότι, αφού είχεν εκλεχθή στρατηγός, θα μεταβή προς τον Τισσαφέρνη, όπως μεριμνήση πρώτον περί της διεξαγωγής του πολέμου. Και ευθύς, μετά το πέρας της συνελεύσεως, ανεχώρησε, διά να φανή ότι συνεννοείται με εκείνον περί όλων των πραγμάτων, και συγχρόνως, διότι επεδίωκε να υψωθή εις τα όμματα αυτού, του ανακοίνωση την εκλογήν του ως αρχηγού και τον αφίση επομένως να εννοήση, ότι είναι ήδη εις θέσιν και να του προσφέρη υπηρεσίας και να τον βλάψη. Είχε, τωόντι, ο Αλκιβιάδης το διπλούν πλεονέκτημα να φοβίζη τους Αθηναίους διά του Τισσαφέρνους και τον Τισσαφέρνη διά των Αθηναίων.

83.
Δυσπιστία των Πελοποννησίων προς τον Τισσαφέρνη
Οι Πελοποννήσιοι εδυσπίστουν και προηγουμένως ήδη προς τον Τισσαφέρνη, αλλ' άμα έμαθαν εις την Μίλητον την κάθοδον του Αλκιβιάδου, το μεταξύ αυτών και του Τισσαφέρνους χάσμα ηυρύνθη ακόμη περισσότερον. Διότι, μετά την άρνησίν των να δεχθούν την εις μάχην πρόκλησιν των Αθηναίων, ότε ούτοι έπλευσαν κατά της Μιλήτου, παρετήρησαν, ότι ο Τισσαφέρνης κατέστη πολύ απροθυμότερος εις καταβολήν της μισθοδοσίας των πληρωμάτων και η προς αυτόν εχθρότης των, υφισταμένη ήδη και πρότερον, ως εκ των σχέσεων του με τον Αλκιβιάδην, ενετάθη. Και ήδη,συνερχόμενοι, όπως και προηγουμένως, μεταξύ των καθ' ομάδας οι στρατιώται αντήλλασσαν τας σκέψεις των, τας σκέψεις δ' αυτών συνεμερίζοντο και μερικοί εκ των άλλων, των κατεχόντων ανωτέραν θέσιν. Ότι δηλαδή ούτε ακέραιον έλαβαν ποτέ μέχρι τούδε τον μισθόν, και ο μισθός που ελάμβαναν και ανεπαρκής ήτο και ούτε καν κανονικώς κατεβάλλετο και ότι, εάν δεν συνάψουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν ή δεν μεταφερθούν εις άλλο μέρος, όπου να ημπορούν να εξασφαλίσουν την διατροφή ν των, τα πληρώματα θα λιποτακτήσουν. Συγχρόνως έλεγαν, ότι αίτιος όλων τούτων ήτον ο Αστύοχος, ο οποίος επεδίωκε διαρκώς να φαίνεται ευχάριστος εις τον Τισσαφέρνη, από τον οποίον εδωροδοκείτο.

84. Αλλ' ενώ αντηλλάσσοντο αι σκέψεις αύται, συνέβη να προκληθή και θορυβώδες επεισόδιον, εξ αφορμής του Αστυόχου. Οι περισσότεροι, δηλαδή, εκ των Συρακουσίων και των Θουρίων ναυτών, λόγω του ότι απήλαυαν μεγαλητέρας ελευθερίας, ώρμησαν κατ' αυτού, απαιτούντες μετά μείζονος αυθαδείας την καταβολήν του μισθού των. Ούτος, όχι μόνον απήντησεν αποτόμως και ηπείλησεν αυτούς, αλλά ύψωσε και την ράβδον του ακόμη κατά του Δωριέως, ο οποίος συνηγορεί υπέρ των ναυτών του. Οι άνδρες, βλέποντες τούτο, βίαιοι ως ναύται πού ήσαν, ώρμησαν κατ' αυτού κραυγάζοντες, με τον σκοπόν να τον κακοποιήσουν. Αλλ' ούτος, αντιληφθείς εγκαίρως το πράγμα, κατέφυγεν εις βωμόν τινα, και ούτως εσώθη αβλαβής, διαλυθέντων των στρατιωτών. Και οι Μιλήσιοι, εξ άλλου, επιτεθέντες αιφνιδίως κατά του φρουρίου, το οποίον είχεν οικοδομήσει επί του εδάφους των ο Τισσαφέρνης, κατέλαβαν αυτό, εκδιώξαντες την φρουράν του. Την ενέργειαν ταύτην επεδοκίμασαν και οι λοιποί σύμμαχοι και προ πάντων οι Συρακούσιοι. Ο Λίχας όμως, όχι μόνον δυσηρεστήθη διά τούτο, αλλά και υπεστήριξεν, ότι οι Μιλήσιοι και οι λοιποί κάτοικοι της επικρατείας του Βασιλέως οφείλουν να υποτάσσωνται εις τας διαταγάς του Τισσαφέρνους, εφόσον πρόκειται περί πραγμάτων ανεκτών, και να προσπαθούν να διατηρούν την ευμένειάν του, έως ότου τερματίσουν αισίως τον πόλεμον. Αλλ' η διαγωγή αυτού, και εις την περίστασιν αυτήν και εις άλλας αναλόγους, προεκάλει ζωηράν εναντίον του αγανάκτησιν μεταξύ των Μιλησίων και διά τούτο, όταν βραδύτερον νοσήσας απέθανε, δεν επέτρεψαν να ταφή εις το μέρος, όπου ήθελαν να τον θάψουν οι εις την Μίλητον ευρισκόμενοι Λακεδαιμόνιοι.

85. Καθ' όν χρόνον αι σχέσεις των Πελοποννησίων προς τον Τισσαφέρνη και τον Αστύοχον ευρίσκοντο εις τοιαύτην οξύτητα, έφθασεν εκ Λακεδαίμονος ο Μίνδαρος ως διάδοχος του ναυάρχου Αστυόχου, όστις, παραδώσας εις αυτόν την αρχηγίαν, ανεχώρησε. Μετ' αυτού ο Τισσαφέρνης συναπέστειλε τον Κάρα Γαυλίτην, ένα των ακολούθων του ομιλούντα τας δύο γλώσσας, τον οποίον ο Τισσαφέρνης έστελλε πρέσβυν, όπως κατηγορήση τους Μιλησίους διά την κατάληψιν του φρουρίου, και συγχρόνως υπερασπίση αυτόν κατά των κατηγόρων του. Διότι εγνώριζεν, ότι εις την Λακεδαίμονα μετέβαινον πρέσβεις των Μιλησίων, όπως κυρίως καταφερθούν εναντίον του, και ότι τούτους συνώδευεν ο Ερμοκράτης, προτιθέμενος ν' αποδείξη, ότι ο Τισσαφέρνης, συνεργαζόμενος με τον Αλκιβιάδην, έπαιζε διπλούν παιγνίδιον και κατέστρεφε τα συμφέροντα των Λακεδαιμονίων. Ο Τισσαφέρνης εχθρεύετο ανέκαθεν τον Ερμοκράτην, ένεκα του ζητήματος της πληρωμής των δαπανών της διατροφής. Και εσχάτως, όταν ο τελευταίος κατεδικάσθη εις εξορίαν εκ των Συρακουσών και ήλθαν εις την Μίλητον, προς αντικατάστασιν αυτού, άλλοι στρατηγοί, ο Πόταμις, ο Μύσκων και ο Δήμαρχος, ο Τισσαφέρνης επετίθετο με περισσοτέραν ακόμη σφοδρότητα κατά του εξορίστου ήδη Ερμοκράτους και πλην άλλων κατ' αυτού κατηγοριών έλεγεν, ότι η έχθρα, την οποίαν επεδείκνυεν ούτος εναντίον του, ωφείλετο εις το ότι του εζήτησε κάποτε χρήματα, τα οποία ηρνήθη να του δώση.

Ούτω λοιπόν ο Αστύοχος, οι Μιλήσιοι πρέσβεις και ο Ερμοκράτης απέπλευσαν, κατευθυνόμενοι εις την Λακεδαίμονα.

86.
Εις τους πρέσβεις των ολιγαρχικών Αθηνών ο Αλκιβιάδης συνιστά την συνέχισιν του πολέμου
Ο Αλκιβιάδης είχεν ήδη επιστρέψει εις την Σάμον από το προς τον Τισσαφέρνη ταξείδιον και ευρίσκετο εκεί, όταν έφθασεν η δεκαμελής επιτροπή, η οποία, ως ελέχθη ήδη, είχε σταλή από τους Τετρακοσίους διά να καθησυχάση και διαφώτιση τον στρατόν της Σάμου. Συγκροτηθείσης συνελεύσεως, επεχείρησαν ούτοι να ομιλήσουν, αλλ' οι στρατιώται ηρνούντο κατ' αρχάς να τους ακούσουν και εκραύγαζον: «Θάνατος εις τους ανατροπείς της δημοκρατίας! » Μετά πολλά όμως, ησυχάσαντες, τους ήκουσαν. Οι απεσταλμένοι ήρχισαν εκθέτοντες, ότι η μεταβολή του πολιτεύματος δεν απέβλεπεν εις την καταστροφήν, αλλ' εις την σωτηρίαν της πόλεως, ούτε έγινε διά να παραδοθούν αι Αθήναι εις τους εχθρούς, αφού, αν τοιούτος ήτον ο σκοπός των, ημπορούσε να είχε γίνει τούτο κατά την πρόσφατον επίθεσιν, οπότε η νέα κυβέρνησις ευρίσκετο ήδη εις την αρχήν. Προσέθεσαν, ότι αι πέντε χιλιάδες θα λάβουν πάντες εκ περιτροπής μέρος εις την κυβέρνησιν του κράτους, ότι οι συγγενείς των ούτε εξυβρίζονται, όπως ανήγγειλε συκοφαντικώς ο Χαιρέας, ούτε έπαθαν το ελάχιστον, κακόν, αλλ' ότι παραμένουν εις Αθήνας, κατέχοντες ελευθέρως τα κτήματα των. Και μολονότι είπαν ακόμη πολλά άλλα, εις ουδέν ταύτα εχρησίμευαν, διότι οι στρατιώται δεν επείθοντο, αλλ' ήσαν εξηρεθισμένοι, και επρότειναν άλλος το ένα και άλλος το άλλο, κυρίως όμως ήθελαν να πλεύσουν κατά του Πειραιώς. Και οφείλει πράγματι κανείς ν' αναγνωρίση, ότι ο Αλκιβιάδης προσέφερε τότε μεγαλητέραν από κάθε άλλον υπηρεσίαν εις την πόλιν, καθόσον, ενώ ο στρατός της Σάμου εις την έξαψιν του ήθελε να πλεύση κατά της ιδίας του πατρίδος, οπότε οι εχθροί αναμφισβητήτως θα εγίνοντο αμέσως κύριοι και της Ιωνίας και του Ελλησπόντου, αυτός εμπόδισε τούτο. Εις την κρίσιμον αυτήν στιγμήν, όπου κανείς άλλος δεν ήτον ικανός να συγκρατήση τους στρατιώτας, αυτός όχι μόνον εμπόδισεν αυτούς από την εμφύλιον εκστρατείαν, αλλά και τους δι' ιδιαιτέρους λόγους εξαπτομένους κατά των μελών της επιτροπής συνεκράτει, απευθύνων προς αυτούς αυστηράς επιτιμήσεις. Ο ίδιος προσεκάλεσε τα μέλη της επιτροπής να επανέλθουν εις τας Αθήνας και φέρουν την έξης απάντησιν εκ μέρους του. Ότι ουδεμίαν έχει αντίρρησιν κατά της αρχής των πέντε χιλιάδων, αλλά ζητεί την κατάργησιν της αρχής των Τετρακοσίων και την αποκατάστασιν της Βουλής των Πεντακοσίων, όπως και πριν. Ότι, εάν χάριν οικονομίας ηλάττωσαν τας δαπανάς, διά να έχη ο στρατός επαρκέστερα τα μέσα της συντηρήσεως, επιδοκιμάζει απολύτως τα μέτρον τούτο. Κατά τα λοιπά, συνέστησεν εις αυτούς να επιμείνουν αποφασιστικώς και να μη υποχωρήσουν ούτε κατά κεραίαν απέναντι των εχθρών. Διότι εάν η πόλις σωθή, υπάρχει μεγάλη ελπίς και να συμφιλιωθούν μεταξύ των, αλλ' εάν άπαξ, είτε ο στρατός της Σάμου, είτε οι μένοντες εις τας Αθήνας καταστραφούν, δεν θα υπάρχη πλέον εκείνος με τον οποίον να συνδιαλλαγούν. Ήλθαν επίσης και πρέσβεις των Αργείων εις την Σάμον, προσφέροντες την βοήθειαν των εις τον εκεί Αθηναϊκόν λαόν. Ο Αλκιβιάδης, συγχαρείς αυτούς και συστήσας να έλθουν, όταν προσκληθούν, τους απεχαιρέτησεν αναχωρούντας. Οι πρέσβεις ούτοι είχαν έλθει με το πλήρωμα της Παράλου, το οποίον, ως ελέχθη ήδη, μεταφερθέν επί οπλιταγωγού, είχε διαταχθή υπό των Τετρακοσίων να περιπολή περί την Εύβοιαν και να μεταφέρη εις την Λακεδαίμονα τον Λαισποδίαν, τον Αριστοφώντα και τον Μελησίαν, τους οποίους έστελλαν οι Τετρακόσιοι ως πρέσβεις. Αλλ' όταν κατά το ταξείδιον των ευρίσκοντο πλησίον του Άργους, το πλήρωμα, συλλαβόν τους πρέσβεις, τους παρέδωσεν εις τους Αργείους, λόγω του ότι ήσαν εκ των πρωτεργατών της καταλύσεως της δημοκρατίας. Αυτοί, εξ άλλου, δεν επέστρεψαν πλέον εις τας Αθήνας, αλλά παραλαβόντες τους πρέσβεις των Αργείων, ήλθαν εξ Άργους εις την Σάμον, με το πλοίον του οποίου επέβαιναν.

87.
Ο Τισσαφέρνης αποφασίζει να μεταβή εις Άσπενδον, διά να διαλύση τας εναντίον του υποψίας των Λακεδαιμονίων
Διαρκούντος του ιδίου θέρους, κατά την εποχήν ακριβώς κατά την οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, και δι' άλλας αιτίας και διά την κάθοδον του Αλκιβιάδου, ήσαν τα μάλιστα ηρεθισμένοι κατά του Τισσαφέρνους, τον οποίον εθεώρουν ως απροκαλύπτως αττικίζοντα, θέλων ούτος, όπως τουλάχιστον εφαίνετο, ν' αποπλύνη εαυτόν απέναντι των από τας υποψίας αυτάς, ετοιμάζετο να μεταβή εις την Άσπενδον, διά να φέρη απ' εκεί τον Φοινικικόν στόλον και εζήτησεν από τον Λίχαν να τον συνοδεύση. Κατά την διάρκειαν της απουσίας του, παρήγγειλεν εις τον Τάμων, ένα των υπάρχων του, να παρέχη τας δαπάνας της διατροφής του στρατού. Διάφοροι διαδόσεις επικρατούν ως προς τον σκοπόν της μεταβάσεως του εις την Άσπενδον, διά της παραλιακής οδού, ούτε είναι εύκολον να γνωρίση κανείς ούτε διατί μετέβη εκεί, ούτε διατί, ενώ μετέβη, δεν έφερε απ' εκεί τον στόλον. Διότι ότι ήλθε μέχρι της Ασπένδου ο Φοινικικός στόλος, αποτελούμενος από εκατόν σαράντα επτά πλοία, είναι αναμφισβήτητον. Διατί όμως δεν ήλθεν εις συνάντησιν του Πελοποννησιακού, είναι αντικείμενον διαφόρων εικασιών. Και άλλοι μεν ισχυρίζονται, ότι σκοπός του ταξειδίου του Τισσαφέρνους ήτο να εξαντλή, σύμφωνα με την αρχικήν πολιτικήν του, τους Πελοποννησίους. Ή παροχή, τουλάχιστον, των δαπανών της διατροφής του στόλου των, η οποία είχεν ανατεθή εις τον Τάμων, εγίνετο τουναντίον χειρότερα ήδη και όχι καλλίτερα. Άλλοι, ότι σκοπός του ήτον, αφού έφερε τον Φοινικικόν στόλον μέχρι της Ασπένδου, να χρηματισθή, επιτρέπων εις αυτόν να επιστρέψη εις τα ίδια (διότι όπως δήποτε ουδέποτε επροτίθετο ο Τισσαφέρνης να τον χρησιμοποίηση). Και άλλοι πάλιν ότι το ταξείδιον επεχείρησεν, ένεκα της εναντίον του καταφοράς, η οποία είχε φθάσει μέχρι Λακεδαίμονος, διά να ημπορή να προβάλλεται υπέρ αυτού, ότι η διαγωγή του ήτον άψογος, αφού ο καθείς γνωρίζει, ότι μετέβη διά να φέρη τον στόλον, ο οποίος ήτο πράγματι εξωπλισμένος. Εγώ όμως θεωρώ αναμφισβήτητον, ότι ο σκοπός, τον οποίον επεδίωκε διά της ενεργείας ταύτης, ήτον η βαθμιαία εξάντλησις και εξουδετέρωσις των Ελληνικών δυνάμεων. Και εξήντλει μεν αυτάς, καταναλίσκων τον χρόνον του διά του μέχρις Ασπένδου ταξειδίου του και της εκεί χρονοτριβής του, εξουδετέρωνε δε αυτάς, διότι, μη τασσόμενος ούτε με τον ένα, ούτε με τον άλλον, δεν ενίσχυε κανένα εξ αυτών. Διότι, εάν πραγματικώς ήθελεν, ημπορούσε, νομίζω, να τερματίση τον πόλεμον, εμφανιζόμενος επί της σκηνής, κατά τρόπον βέβαια όχι διφορούμενον. Εάν, λόγου χάριν, έφερε τον Φοινικικόν στόλον, θα έδιδε, κατά πάσαν πιθανότητα, την νίκην εις τους Πελοποννησίους, αφού και άνευ τούτου ο στόλος των, πού εστάθμευεν απέναντι του Αθηναϊκού, ήτον ήδη ισόπαλος μάλλον παρά υποδεέστερος τούτου. Εκείνο όμως, το οποίον ιδίως επρόδωσε τας προθέσεις του, είναι η πρόφασις, με την οποίαν εζήτησε να δικαιολογηθή, διατί δεν έφερε τον Φοινικικόν στόλον, το ότι δηλαδή είχαν συγκεντρωθή ολιγώτερα πλοία παρ' όσα είχε διατάξει ο Βασιλεύς. Αλλ' εάν τούτο ήτον αληθές, θα εξησφάλιζε βεβαίως μεγαλητέραν την ευγνωμοσύνην του Βασιλέως, του οποίου θα οικονομεί τα χρήματα, ενώ θα επετύγχανε το αυτό αποτέλεσμα διά μικροτέρας δαπάνης. Εν πάση περιπτώσει, οιοιδήποτε και αν ήσαν οι σκοποί του ταξειδίου του, ο Τισσαφέρνης ήλθεν εις την Άσπενδον, όπου συνδιεσκέφθη με τους Φοίνικας. Και οι Πελοποννήσιοι, ωσαύτως, είχαν στείλει εκεί, κατ' αίτησιν του Τισσαφέρνους, τον Λακεδαιμόνιον Φίλιππον, επί κεφαλής δύο πλοίων, διά να συνοδεύση ερχόμενον τον Φοινικικόν στόλον.

88.
Ο Αλκιβιάδης διευθύνεται ομοίως εις Άσπενδον
Ο Αλκιβιάδης, εξ άλλου, όταν έμαθεν, ότι ο Τισσαφέρνης ήτον ήδη καθ' οδόν, μεταβαίνων εις την Άσπενδον, ανεχώρησε και αυτός επί κεφαλής τριών και δέκα πλοίων, διευθυνόμενος εκεί, υποσχόμενος δ' εις τον στρατόν, ότι θα κατώρθωνεν ασφαλώς να τους προσφέρη μεγάλην υπηρεσίαν. Διότι ή θα επετύγχανε να φέρη ο ίδιος τον Φοινικικόν στόλον προς τους Αθηναίους, ή τουλάχιστον θα τον ημπόδιζε να ενωθή με τους Πελοποννησίους. Είχε πιθανώς μάθει από πολλού χρόνου τας αληθείς διαθέσεις του Τισσαφέρνους (ότι δηλαδή δεν εσκόπευε να φέρη τον Φοινικικόν στόλον), και ήθελε να έκθεση αυτόν όσον το δυνατόν περισσότερον απέναντι των Πελοποννησίων, βλεπόντων πόσον φιλικαί ήσαν αι προς αυτόν και τους Αθηναίους σχέσεις του, ίνα ως εκ τούτου αναγκασθή έτι μάλλον να προσχώρηση προς αυτούς. Εκκινήσας ούτως, έπλευσε προς ανατολάς, διευθυνόμενος κατ' ευθείαν εις την Καύνον και την Φάσιλιν.

89.
Δυσφορία κατά της εν Αθήναις καταστάσεως
Όταν η δεκαμελής επιτροπή, πού είχε σταλή από τους Τετρακοσίους, επέστρεψε από την Σάμον εις τας Αθήνας και ανεκοίνωσε τα λεχθέντα υπό του Αλκιβιάδου, ότι δηλαδή συνιστά να επιμείνουν αποφασιστικώς και να μη υποχωρήσουν ούτε κατά κεραίαν απέναντι των εχθρών και ότι έχει μεγάλας ελπίδας διά την συνδιαλλαγήν μεταξύ αυτών και του στρατού και την κατά των Πελοποννησίων νίκην, πολλοί εκ των αρχικώς μεμυημένων εις το ολιγαρχικόν κίνημα, οι οποίοι και πριν εδυσφόρουν κατά της καταστάσεως, και ευχαρίστως ήδη θα ήθελαν ν' απαλλαγούν αυτής άνευ κινδύνου, ενεθαρρύνθησαν πολύ περισσότερον. Ήρχισαν ήδη να συνέρχωνται και να συζητούν και επικρίνουν τα γινόμενα. Αρχηγοί αυτών ήσαν μερικοί εκ των επιφανεστάτων ολιγαρχικών, των κατεχόντων ανώτερα αξιώματα, όπως ο Θηραμένης, ο υιός του Άγκωνος, και ο Αριστοκράτης, υιός του Σκελίου, και άλλοι, Ούτοι ήσαν μεταξύ των πρωτεργατών της ολιγαρχικής μεταβολής, αλλ' επειδή εφοβούντο σοβαρώς τον στρατόν της Σάμου και τον Αλκιβιάδην, καθώς και τους εις την Λακεδαίμονα αποστελλόμενους πρέσβεις, μήπως, άνευ της γνώμης της πλειοψηφίας των ολιγαρχικών, βλάψουν τα συμφέροντα των Αθηνών, δεν υπεστήριζαν μεν φανερά τον μη περιορισμόν της εξουσίας εις στενόν κύκλον προσώπων, υπεστήριζαν όμως, ότι οι Πεντακισχίλιοι πρέπει να μη υφίστανται κατ' όνομα μόνον, αλλά να εκλεχθούν πραγματικώς, και ούτω να δοθή εις το πολίτευμα χαρακτήρ μεγαλητέρας ισότητος. Και ο μεν χαρακτήρ ούτος του πολιτεύματος απετέλει απλούν πρόσχημα, οι πολλοί όμως εξ αυτών ωθούντο πραγματικώς από ελατήρια προσωπικής φιλοδοξίας εις ενεργείας, αι οποίαι ιδίως φθείρουν τας εκ δημοκρατίας προελθούσας ολιγαρχίας. Καθόσον πάντες από της πρώτης ημέρας έχουν την αξίωσιν όχι να είναι ίσοι, αλλ' έκαστος, τουναντίον, να υπερτερήση αυτός κατά πολύ τους άλλους. Ενώ, υπό το δημοκρατικόν πολίτευμα, γινομένων εκλογών, ανέχεται κανείς ευκολώτερα το αποτέλεσμα αυτών, διότι δεν θεωρεί, ότι νικάται από τους ομοίους του. Αλλ' ό,τι προφανώς ενεθάρρυνεν αυτούς, ήτον η μεγάλη επιρροή, την οποίαν εξήσκει εις την Σάμον ο Αλκιβιάδης και η ιδέα, ότι το ολιγαρχικόν καθεστώς δεν ήτο μόνιμον. Και διά τούτο εις έκαστος ηγωνίζετο να γίνη ο ίδιος ο κυριώτατος ηγέτης των δημοκρατικών.

90.
Οι ολιγαρχικοί ηγέται στέλλουν εις την Σπάρτην πρέσβεις προς σύναψιν ειρήνης και αρχίζουν την κατασκευήν του τείχους της Ηετιωνείας
Εκείνοι όμως εκ των Τετρακοσίων, οι οποίοι αντετάσσοντο κυριώτατα κατά τοιαύτης πολιτικής και οι οποίοι απετέλουν τας κορυφάς του ολιγαρχικού καθεστώτος, όπως ο Φρύνιχος, ο οποίος, διατελέσας στρατηγός εις την Σάμον, είχε περιέλθει εις αντίθεσιν προς τον Αλκιβιάδην, ως ήδη εξετέθη, ο Αρίσταρχος, ο οποίος από μακρού χρόνου ήτον εις εκ των φανατικωτάτων αντιδημοκρατικών, ο Πείσανδρος, ο Αντιφών, και άλλοι, επιφανέστατοι άνδρες, και προηγουμένως ήδη ευθύς, μετά την εγκατάστασιν των εις την αρχήν και ακολούθως όταν ο στρατός της Σάμου επανεστάτησε κατ' αυτών υπέρ της δημοκρατίας, απέστελλαν πρέσβεις εκ των συναδέλφων των εις την Λακεδαίμονα, καταβάλλοντες σοβαράς προσπάθειας διά την συνομολόγησιν ειρήνης και ήρχισαν κατασκευάζοντες το τείχος της Ηετιωνείας. Εις την πολιτικήν ταύτην ενισχύθησαν έτι μάλλον, μετά την επιστροφήν της επιτροπής των εκ της Σάμου, διότι έβλεπον, ότι όχι μόνον το πλήθος ήρχισε μεταβάλλον γνώμας, αλλά και άνθρωποι του κόμματός των, οι οποίοι εθεωρούντο προηγουμένως ως άξιοι πάσης εμπιστοσύνης. Ως εκ τούτου, κατεπτοημένοι διά την κατάστασιν και των Αθηνών και της Σάμου, απέστειλαν εσπευσμένως τον Αντιφώντα, τον Φρύνιχον και δέκα άλλους, παραγγείλαντες εις αυτούς να συνομολογήσουν ειρήνην προς τους Λακεδαιμονίους υπό οιουσδήποτε ανεκτούς οπωσδήποτε όρους, ενώ εξ άλλου επέσπευδαν μετά μεγαλήτερος δραστηριότητος την κατασκευήν του τείχους της Ηετιωνείας. Σκοπός της κατασκευής τούτου, όπως ισχυρίζετο ο Θηραμένης και οι περί αυτόν, ήτον όχι να εμποδίσουν τον στόλον της Σάμου να εισέλθη εις τον Πειραιά, εάν ήρχετο όπως εκβιάση την είσοδον του, αλλά μάλλον, όπως διευκολύνουν, όταν ήθελαν, την είσοδον του εχθρικού στόλου και του στρατού. Διότι η Ηετιώνεια είναι φυσικός κυματοθραύστης του λιμένος του Πειραιώς και ευθύς παρ' αυτήν ευρίσκεται η είσοδος τούτου. Το νέον τείχος έμελλε να ενωθή με το προϋπάρχον προς το μέρος της ξηράς τοιούτον, ώστε ολίγοι άνθρωποι, εγκαθιστάμενοι εντός αυτού, να είναι κύριοι της εισόδου του λιμένος. Διότι και το παλαιόν προς το μέρος της ξηράς τείχος και το νεωστί ήδη οικοδομούμενον κατά μήκος της θαλάσσης εσωτερικόν τείχος ετελείωναν εις τον ένα ακριβώς εκ των δύο πύργων, οι οποίοι προϋπήρχαν εις αυτό το στόμιον του λιμένος. Συγχρόνως κατεσκεύασαν εγκάρσιον τείχος, διά του οποίου περιέλαβαν εις την νέαν οχύρωσιν της Ηετιωνείας την εντός του Πειραιώς και ευθύς προ αυτής κειμένην ευρυτάτην στοάν, την οποίαν παρέλαβαν οι ίδιοι εις την κατοχήν των, υποχρεώσαντες πάντας ν' αποθηκεύσουν εντός αυτής και τον ήδη υπάρχοντα και τον εισαγόμενον έξωθεν σίτον, και να, τον λαμβάνουν απ' εκεί, οσάκις επρόκειτο να τον πωλήσουν.

 

[Προηγούμενα] [Συνέχεια βιβλίου]