42.
Ο Αθηναϊκός στόλος φτάνει εις Κέρκυραν
Εν τω μεταξύ οι Αθηναίοι, αυτοί και οι σύμμαχοί των, είχαν ήδη όλοι συγκεντρωθή εις την Κέρκυραν. Και πρώτον μεν οι στρατηγοί προέβησαν εις γενικήν επυθεώρησιν του στρατεύματος και εκανόνισαν την τάξιν, κατά την οποίαν τούτο θα ηγκυροβόλει και θα εστρατοπέδευε. Διαιρέσαντες δε τον στόλον εις τρεις μοίρας, έταξαν επί κεφαλής εκάστης διά κλήρου ένα εκ των στρατηγών, αφ' ενός μεν, όπως προλάβουν τας δυσκολίας τας οποίας, εάν ο στόλος έπλεεν αθρόος, θα παρουσίαζε κατά τον κατάπλουν η εύρεσις ύδατος και λυμένων και τροφίμων, και αφ' ετέρου, όπως ασφαλίσουν καλυτέραν πειθαρχίαν και διοίκησιν του στρατεύματος, εφόσον εκάστης μοίρας προίστατο εις στρατηγός. Προαπέστειλαν μάλιστα ακολούθως εις Ιταλίαν και Σικελίαν τρία πολεμικά σκάφη, διά να εξακριβώσουν ποίαι πόλεις θα τους εδέχοντο φιλικώς, και διέταξαν αυτά να έλθουν εις προϋπάντησιν του στόλου, όπως εν επιγνώσει γνωρίζουν που θα καταπλεύσουν.

43.
Η δύναμις του Αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος
Μετά ταύτα, οι Αθηναίοι απέπλευσαν εκ Κερκύρας, διευθυνόμενοι προς την Σικελίαν, με τας εξής δυνάμεις: αι τριήρεις, πλην δύο Ροδίων πεντηκοντόρων, ανήρχοντο εν συνόλω εις εκατόν τριάντα τέσσαρας. Εκ τούτων εκατόν ήσαν Αθηναϊκαί, εκ των οποίων πάλιν εξήντα ταχύπλοα σκάφη και τα λοιπά οπλιταγωγά. Ο λοιπός στόλος απετελείτο από πλοία των Χίων και των άλλων συμμάχων. Το σύνολον των οπλιτών ανήρχετο εις πέντε χιλιάδας εκατόν, εκ των οποίων οι Αθηναίοι ήσαν χίλιοι πεντακόσιοι μεν εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων και επτακόσιοι θήτες πεζοναύται, ενώ οι λοιποί απετέλουν εκ των συμμάχων, των μετεχόντων της εκστρατείας, άλλοι μεν εκ των υπηκόων πόλεων, πεντακόσιοι εκ του Αργούς και διακόσιοι πενήντα Μαντινείς και άλλοι μισθοφόροι. Ο όλος αριθμός των τοξοτών ανήρχετο εις τετρακόσιους ογδοήντα, εικ των οποίων οι ογδοήντα ήσαν Κρήτες.Υπήρχαν ακόμη επτακόσιοι Ρόδιοι σφενδονιστάς εκατόν είκοσι ψιλοί Μεγαρείς εκ των φυγάδων, και εν ιππαγωγόν πλοίον, φέρον τριάντα ιππείς.

44.
Ο Αθηναϊκός στόλος εις Ρήγιον
Τοιαύτη ήτο η δύναμις του πρώτου στρατού, ο οποίος διέπλεε την θάλασσαν, όπως διεξαγάγη τον Σικελικόν πόλεμον. Την δύναμιν αυτήν συνώδευαν τριάντα μεταγωγικά, φέροντα τα τρόφιμα και τους αρτοποιούς, τους κτίστας, τους ξυλουργούς, και τα αναγκαία διά την οχύρωσιν εργαλεία, και τους μετ' αυτών συνέπλεαν εκατόν μικρότερα επιτεταγμένα σκάφη. Ηκολούθουν, άλλωστε, τον στρατόν εξ ιδίας προαιρέσεως και πολλά αλλά μικρά και μεγάλα εμπορικά πλοία, χάριν εμπορίου. Όλος αυτός ο στόλος, εκπλεύσας εκ Κερκύρας, διέσχιζεν αθρόος τον Ιόνιον κόλπον, και αφού προσήγγισε μέρος μεν εις το ακρωτήριον της Ιαπυιγίας, μέρος δε εις τον Τάραντα, και τα λοιπά πλοία, όπου τους παρουσιάσθη ευκαιρία αποβάσεως, συνέχισε τον πλουν κατά μήκος της Ιταλικής ακτής. Καμμία πόλις δεν τους ήνοιξε τας πύλας της, ουδέ την αγοράν της, επέτρεψαν μόνον εις αυτούς την ύδρευσιν και την αγκυροβολίαν. Ο Τάρας όμως και οι Λοκροί ηρνήθησαν και ταύτα. Τέλος τα πλοία έφθασαν εις το Ρήγιον, έσχατον άκρον της Ιταλίας, όπου ο στόλος συνεκεντρώθη. Και επειδή, οι Ρηγίνοι δεν εδέχθησαν αυτούς εντός των τειχών της πόλεώς των, κατεσκεύασαν στρατόπεδον εκτός αυτής επί χώρου ανήκοντος εις τον ναόν της Αρτέμιδος, όπου οι κάτοικοι ήνοιξαν δι' αυτούς αγοράν, και αφού έσυραν τα πλοία εις την ξηράν, ανεπαύθησαν. Συνηντήθησαν, προς τούτοις, με τους Ρηγίνους, από τους οποίους εζήτησαν, αφού είναι Χαλκιδείς, να βοηθήσουν τους Λεοντίνους, οι οποίοι είναι επίσης Χαλκιδείς. Αλλ' ούτοι εδήλωσαν ότι θα μείνουν ουδέτεροι και θα συμμορφωθούν προς ό,τι αποφασισθή από κοινού μετά των άλλων Ελλήνων της Ιταλίας. Και οι Αθηναίοι ήρχισαν μελετώντες κατά τινα τρόπον ηδύναντο να επιληφθούν προσφορώτερον της εν Σικελία καταστάσεως. Συγχρόνως ανέμεναν να επιστρέψουν εκ της Εγέστης τα πλοία που είχαν προαποστείλει, θέλοντες να βεβαιωθούν, εάν υπήρχε πραγματικώς ο δημόσιος θησαυρός, περί του οποίου είχαν κάμει λόγον εις τας Αθήνας οι απεσταλμένοι των Εγεσταίων.

45.
Οι Συρακούσιοι προπαρασκευάζονται προς άμυναν
Εν τω μεταξύ, εκ πολλών πηγών, και εκ των αποσταλέντων κατασκόπων, έφθαναν ήδη διαρκώς θετικαί πληροφορίαι προς τους Συρακουσίους ότι ο Αθηναϊκός στόλος ευρίσκετο εις το Ρήγιον, και ως εκ τούτου, αφίσαντες κατα μέρος πάσαν πλέον δυσπιστίαν, επεδόθησαν μετά μεγάλου ζήλου εις τας παρασκευάς. Και προς τους Σικελούς έστελλαν, αλλού μεν φρουρούς, αλλού δε πρέσβεις. Και φρουράς εισήγαν εις τα φρούρια της χώρας, και εντός της πόλεως προέβαιναν εις επιθεώρησιν των όπλων και των ίππων, διά να εξακριβώσουν αν είναι εις τελείαν κατάστασιν, και διευθέτησαν τα λοιπά ως προς προσεχέστατον και σχεδόν παρόντα πόλεμον.

46.
Η Έγεστα δεν παρέχει τους χρηματικούς πόρους που είχεν υποσχεθή
Τα προαποσταλέντα τρία πολεμικά σκάφη επανήλθαν ήδη από την Έγεσταν προς τους Αθηναίους εις το Ρήγιον, αναγγέλλοντα ότι από τα χρήματα που υπεσχέθησαν, τριάντα μόνον τάλαντα παρουσιάζονται και τίποτε περισσότερον. Και οι στρατηγοί κατελήφθησαν ευθύς από αθυμίαν, και διά την πρώτην ταύτην διάψευσιν των προσδοκιών των και διά την άρνησιν των Ρηγίνων, τους οποίους πρώτους επεχείρησαν και ήλπιζαν σοβαρώς να πείσουν, όπως μετάσχουν της εκστρατείας, και λόγω της προς τους Λεοντίνους κοινότητος της καταγωγής των και διότι ανέκαθεν διέκειντο φιλικώς προς τους Αθηναίους. Και ο μεν Νικίας είχε προίδει τας εκ της Εγέστης ειδήσεις, αλλά εις τους δύο άλλους στρατηγούς επροκάλεσαν αντιθέτως πολλήν εκπληξιν. Ιδού, τωόντι, εις ποίον τέχνασμα είχαν καταφύγει οι Εγεσταίοι, ότε πρώτον ήλθαν προς αυτούς οι Αθηναίοι πρέσβεις, όπως δι' επιτοπίου εξετάσεως βεβαιωθούν περί της υπάρξεως των χρημάτων. Ωδήγησαν αυτούς εις τον ναόν της Αφροδίτης, τον κείμενον εις Έρυκα, όπου τους επέδειξαν τα αφιερώματα, φιάλας και οινοχόας και θυμιατήρια και αλλά πολλά σκεύη, τα οποία, επειδή ήσαν αργυρά, είχαν εξωτερικήν εμφάνισιν όλως δυσανάλογον προς την πραγματικήν των αξίαν. Και πλην τούτου, οι ιδιώται, καλούντες τα πληρώματα των τριήρεων προς φιλοξενίαν, παρουσίαζαν έκαστος ως ιδικά των, κατά τας εστιάσεις, τα χρυσά και αργυρά ποτήρια, τα οποία είτε συνέλεξαν εκ της Εγέστης, είτε εδανείσθησαν από τας γειτονικας Ελληνικάς και Φοινικικάς πόλεις. Και επειδή πάντες, ως επί το πλείστον, μετεχειρίζοντο τα ίδια σκεύη και παντού παρουσιάζετο μεγάλη ποσότης εξ αυτών, η εντύπωσις των Αθηναϊκών πληρωμάτων υπήρξεν αληθώς εκπληκτική, και επανελθόντες εις τας Αθήνας διέδωσαν ότι είχαν ίδει μεγάλους θησαυρούς. Όταν ανεκοινώθη η είδησις ότι οι θρυλούμενοι θησαυροί της Εγέστης ήσαν ανύπαρκτοι, οι στρατιώται εμέμφοντο ζωηρώς τους πρώτους πρέσβεις, οι οποίοι, απατηθέντες οι ίδιοι, είχαν παρασύρει τότε και τους άλλους εις την πλάνην. Οι στρατηγοί, εξ άλλου, συνεκρότησαν πολεμικόν συμβούλων προς εξέτασιν της παρούσης καταστάσεως.

47.
Συμβούλιον των Αθηναίων στρατηγών
Και του μεν Νικίου η γνώμη ήτο να πλεύσουν με όλον τον στρατόν κατα του Σελινούντος, τούθ' όπερ απετέλει τον κύριον σκοπόν της αποστολής των. Και αν μεν οι Εγεσταίοι παρείχαν χρήματα δι' όλον τον στρατόν, να σκεφθούν τότε αναλόγως τί θα πράξουν, ειδεμή, να απαιτήσουν απ' αυτούς την παροχήν τροφοδοσίας διά τα εξήντα πλοία, όσα ακριβώς είχαν ζητήσει, και παραμένοντες να συνδιαλλάξουν προς αυτούς τους Σελινουντίους, ή διά της βίας ή διά συνεννοήσεως. Τούτου δ' επιτυγχανομένου, να πλεύσουν κατά μήκος της ακτής των άλλων πόλεων, και αφού επιδείξουν ούτω την δύναμιν της πόλεως των Αθηνών και αποδείξουν το ενεργόν ενδιαφέρον της υπέρ των φίλων και συμμάχων, ν' αποπλεύσουν εις τα ίδια, εκτός αν αιφνιδία τις και απροσδόκητος ευκαιρία τους παρείχε το μέσον ή να ωφελήσουν τους Λεοντίνους ή να επιτύχουν την συνεργασίαν άλλων τινών πόλεων. Αλλά να μη εκθέσουν εις κίνδυνον την ασφάλειαν της πόλεως, δαπανώντες συγχρόνως εξ ιδίων.

48. Ο Αλκιβιάδης, εξ άλλου, υπεστήριξεν ότι δεν πρέπει, αφού εξέπλευσαν με τόσον μεγάλην δύναμιν, να επιστρέψουν κατησχυμένοι και άπρακτοι, αλλά ν' αποστείλουν απεσταλμένους προς τας άλλας Ελληνικάς πόλεις, πλην του Σελινούντος και των Συρακουσών, και να προσπαθήσουν, όπως άλλους μεν εκ των Σικελών αποσπάσουν από τους Συρακουσίους, άλλους δε προσεταιρισθούν, προς τον σκοπόν του να εξασφαλίσουν την παροχήν τροφίμων και στρατιωτικών ενισιχύσεων. Αλλά προ παντός έπρεπε να επιδιώξουν όπως προσεταιρισθούν τους Μεσσηνίους, καθόσον η πόλις των κείται εις ευθετωτάτην θέσιν της παραλίας και αποτελεί την κλείδα της Σικελίας, έχουσα επίσης λιμένα, δυνάμενον ν' αποτελέση αρίστην βάσιν επιχειρήσεως διά τον στρατόν. Και αφού προσελκύσουν προς το μέρος των τας πόλεις αυτάς και γνωρίζουν ποίους θα έχουν σιυναγωνιστάς, τότε μόνον να επιτεθούν κατά των Συρακουσών και του Σελινούντος, εάν ούτοι μεν δεν συνδιαλλαχιθούν με τους Εγεσταίους, εκείνοι δε δεν επιτρέψουν την εις τας εστίας των αποκατάστασιν των Λεοντίνων.

49. Ο Λάμαχος, αντιθέτως, υπεστήριζεν ότι έπρεπε να πλεύσουν αμέσως κατά των Συρακουσών και να συνάψουν όσον το δυνατόν ταχύτερον την μάχην υπό αυτά τα τείχη της πόλεως, εφόσον ακόμη οι Συρακούσιοι ήσαν απαράσκευοι και η κατάπληξίς των αμείωτος. Διότι, κατ' αυτόν, κάθε στρατός είναι φοβερώτατος εις την αρχήν. Εάν όμως χρονοτριβήση πριν παρουσιασθή, οι άνθρωποι αναλαμβάνουν το θάρρος των, και όταν τον ιδούν, είναι διατεθειμένοι μάλλον εις υποτίμησιν αυτού. Αλλ' εάν επιτεθούν αμέσως, εφόσον οι Συρακούσιοι αναμένουν περιδεείς την επίθεσιν, θα ενίκων ασφαλέστερον, διότι όλα θα συνετέλουν όπως ο εχθρός καταληφθή υπό πανικού, και η θέα του στρατού, ο οποίος ποτέ άλλοτε δεν θα εφαίνετο πολυαριθμότερος, και η προσδοκία της τύχης που τους περιμένει, και προ πάντων ο άμεσος κίνδυνος της μάχης. Είναι, άλλωστε, πιθανόν ότι πολλοί πιστεύοντες ότι δεν θα έλθουν οι Αθηναίοι, θ' απεκόπτοντο έξω της πόλεως εις τους αγρούς, και ενώ ούτοι θα εζήτουν να εισαγάγουν εις την πόλιν τα κινητά των, ο στρατός των Αθηναίων, στρατοπεδευμένος προ των τειχών της πόλεως και κρατών της υπαίθρου χώρας, θα είχεν αφθονίαν τροφίμων. Εάν ενήργουν ούτω, και οι άλλοι Έλληνες της Σικελίας θα ήτο πιθανώτερον τότε, αντί να ταχθούν με τους Συρακουσίους, να προσέλθουν προς το μέρος των, χωρίς να χρονοτριβήσουν, περιμένοντες να ιδούν ποιός θ' αναδειχθή νικητής. Προσέθηκε δε ότι έπρεπε ν' απέλθουν και εγκαταστήσουν ναύσταθμον και βάσιν επιχειρήσεων τα Μέγαρα, τα οποία ήσαν εγκαταλελειμένα και δεν απέχουν πολύ από τας Συρακούσας διά θαλάσσης και διά ξηράς,

50. Ο Λάμαχος, αφού υπεστήριξε ταύτα, συνετάχθη, εν τούτοις, και αυτός με την γνώμην του Αλκιβιάδου, ο οποίος μετά τούτο, επιβάς του ιδίου αυτού πλοίον, έπλευσεν εις Μεσσήνην, όπου έκαμε προτάσεις συμμαχίας. Αλλ' επειδή οι Μεσσήνιοι δεν επείθοντο, αλλ' απήντησαν ότι δεν ηδύναντο μεν να δεχθούν τους Αθηναίους εντός της πόλεως, θα εγκαθίστων όμως χάριν αυτών αγοράν έξω των τειχών της, επανεπλευσεν εις το Ρήγιον. Οι στρατηγοί ετοίμασαν ευθύς εξήντα πλοία εκ του συνόλου του στόλου, και παραλαβόντες τας αναγκαίας προμηθείας, έπλεαν κατά μήκος της ακτής προς την Νάξον, αφίσαντες τον υπόλοιπον στρατόν και ένα εκ των στρατηγών εις το Ρήγιον. Αφού δε οι Νάξιοι εδέχθησαν αυτούς εντός της πόλεως, συνέχισαν τον πλουν των κατά μήκος της ακτής προς την Κατάνην. Αλλ' επειδή οι Καταναίοι ηρνούντο να τους δεχθούν, διότι υπήρχαν εις την πόλιν πολλοί φρονούντες τα των Συρακουσίων, επροχώρησαν εις τον ποταμόν Τηρίαν, όπου και κατηυλίσθησαν. Την επομένην, έπλευσαν εις γραμμήν παραγωγής προς τας Συρακούσας με όλην την μοίραν του στόλου, πλην δέκα πλοίων, τα οποία απέστειλαν προηγουμένως, με την παραγγελίαν να εισέλθουν εις τον μέγαν λιμένα των Συρακουσών και παρατηρήσουν εαν υπήρχαν εκεί ,πλοία καθειλκυσμένα. Συγχρόνως, αφού προσήγγιζαν εις την πόλιν, θα προεκήρυσσαν από του καταστρώματος των πλοίων ότι οι Αθηναίοι ήλθαν διά ν' αποκαταστήσουν εις τας εστίας των τους Λεοντίνους, λόγω της συμμαχίας των και της κοινότητος της καταγωγής των, και θα προσεκάλουν τους εις τας Συρακούσας ευρισκομένους Λεοντίνους να προσέλθουν αφόβως προς τους Αθηναίους ως προς φίλους και ευεργέτας. Αφού έγινεν η προκήρυξις αυτή, και επεσκόπησαν επιμελώς την πόλιν, τους λιμένας και το έδαφος, το οποίον θα εχρησιμοποίουν ως βάσιν των επιχειρήσεών των, επανέπλευσαν εις την Κατάνήν.

51. Συγκληθείσης εκεί συνελεύσεως του λαού, οι Καταναίοι επέμεναν αρνούμενοι να δεχθούν τον στρατόν εντός της πόλεως, αλλά προσεκάλεσαν τους στρατηγούς να εισέλθουν και εκθέσουν ό,τι είχαν να είπουν. Αλλ' ενώ ο Αλκιβιάδης ωμίλει και η προσοχή των κατοίκων ήτο εξ ολοκλήρου απησχολημένη με την συνέλευσιν, οι στρατιώται, χωρίς να τους αντιληφθούν, διέρρηξαν μικράν πύλην του τείχους, σαθρώς κατεσκευασμένην, και εισελθόντες συνεκεντρώθησαν εις την αγοράν. Εκ των Καταναίων, όσοι εφρόνουν τα των Συρακουσίων, ολίγοι μεν, ευθύς ως είδαν τον στρατόν εντός της πόλεως - καταληφθέντες από φόβον - απήλθαν κρυφίως εξ αυτής, οι λοιποί όμως εψήφισαν συμμαχίαν προς τους Αθηναίους και συνέστησαν προς αυτούς να φέρουν εκ του Ρηγίου και τον λοιπόν στρατόν. Οι Αθηναίοι, μετά τούτο, επέστρεψαν εις το Ρήγιον, οπούθεν εξέπλευσαν με όλον ήδη τον στρατόν διά την Κατάνην, όπου μετά την άφιξίν των ήρχισαν κατασκευάζοντες στρατόπεδον.

52. Αλλ' εν τω μεταξύ ήρχοντο ειδήσεις εκ Καμαρίνης ότι αν έλθουν οι Αθηναίοι, η πόλις ήθελε προσχωρήσει, και ότι οι Συρακούσιοι επιβιβάζουν τα πληρώματα του στόλου των. Ως εκ τούτου, έπλευσαν παρά την ακτήν με όλον τον στρατόν των, κατ' αρχάς εις τας Συρακούσας. Και επειδή παρετήρησαν ότι ουδεμία εξόπλισις στόλου εγίνετο, συνέχισαν τον παρά την ακτήν πλουν των προς την Καμάριναν, και προσεγγίσαντες εις την παραλίαν, έπεμψαν κήρυκα προς τους Καμαριναίους. Ούτοι όμως ηρνούντο να δεχθούν αυτούς, προβάλλοντες ότι εδεσμεύοντο υπό συνθήκης, βεβαιωθείσης δι' όρκων, να δέχωνται τους Αθηναίους, εάν κατέπλεαν με έν μόνον πολεμικόν πλοίον, έκτος εάν οι ίδιοι προσεκάλουν αυτούς να έλθουν με περισσότερα. και ούτως οι Αθηναίοι απέπλευσαν άπρακτοι. Και αποβάντες εις σημείον τι της ακτής των Συρακουσίων προέβησαν εις λεηλασίαν. Αλλά το ιππικόν των Συρακουσίων προσέτρεξε και εφόνευσε διεσπαρμένους τινάς ψιλούς στρατιώτας, μεθ' ο επανέπλευσαν εις Κατάνην.

 

[Προηγούμενο] [Συνέχεια βιβλίου]