ΙΛΙΑΔΟΣ - ΡΑΨΩΔΙΑ Α΄
[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ]
|
|
Ψάλλε θεά, τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέως Πώς έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων. Που ανδράγαθες ροβόλησε πολλές ψυχές στον Άδη ηρώων, κι έδωκεν αυτούς αρπάγματα των σκύλων και των ορνέων – και η βουλή γενόταν του Κρονίδη, απ’ ότ’, εφιλονίκησαν κι εχωρισθήκαν πρώτα ο Ατρείδης, άρχος των ανδρών, και ο θείος Αχιλλέας. |
|
Κι απ΄τους θεούς ποιός άναψε την έχθρα μεταξύ τους;
|
|
Ο Απόλλων, όπου οργίσθηκε του Ατρείδη βασιλέως κι έφερε λώβαν στον στρατόν που εθέριζε τα πλήθη, ότι του εκαταφρόνεσε τον Χρύσην ιερέα. Στων Αχαιών τα γρήγορα καράβια τούτος ήρθε, με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρη του να λύση. Στο χρυσό σκήπτρο τυλικτό του Φοίβου το στεφάνι εκράτει, και τους Αχαιούς παρακαλούσεν όλους:
Και ιδιαίτερα τους δυο Ατρείδες, τους αρχηγούς των στρατευμάτων:
|
|
«Ω γενναιόκαρδοι Αχαιοί, ω βασιλείς, Ατρείδες, του Ολύμπου ας κάμουν οι θεοί, την πόλη του Πριάμου αφού πορθήσετ’, ευτυχείς να πάτε στην πατρίδα. Αλλ’ αποδώσετε σ’ εμέ την ποθητήν μου κόρην, δεχθήτε αυτά τα λύτρα της, αν τον υιόν του Δία τον μακροβόλον τοξευτήν Απόλλωνα ευλαβήσθε». |
|
Όλοι αλαλάξαν οι Αχαιοί, κι είπαν τον ιερέα να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν. Μόνος ο Αγαμέμνονας δεν το’ στεργεν ο Ατρείδης, αλλά κακά τον έδιωχνε και βαρύν λόγον είπε:
|
|
«Μη σ’ απαντήσω, γέροντα, σιμά στα κοίλα πλοία ή τώρα εδώ ν’ αργοπορής ή πάλιν να γυρίσης και μη θαρρεύης στου θεού το σκήπτρο και το στέμμα. Αυτήν δεν θ’ απολύσω εγώ. Το γήρας θα την έβρη στο Άργος μες στο σπίτι μου μακράν απ’ την πατρίδα να υφαίνη αυτού και σύντροφον της κλίνης να την έχω. Μη μ’ ερεθίζης, σύρ’ ευθύς αν θέλης να μην πάθης». |
|
Τον λόγον του εφοβήθηκε και υπάκουσεν ο γέρος. Την άκραν πήρε σιωπηλός της ηχερής θαλάσσης και όταν ευρέθη ανάμερα, τον γόνον της ωραίας Λητούς μέγαν Απόλλωνα, θερμά παρακαλούσε: |
|
«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο, Σμινθέα, εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου, εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμμένα ταύρων κι ερίφων, τούτον μου τον πόθον τελείωσέ μου. Τα βέλη σου στους Δαναούς τα δάκρυά μου ας πλερώσουν».
|
|
Ευχήθη και ως τον άκουσεν ο Φοίβος ο Απόλλων, κατέβη από τας κορυφάς του Ολύμπου θυμωμένος, με τόξον και μ’ ολόκλειστην φαρέτραν εις τους ώμους. Εβρόντησαν επάνω του τα βέλη ως εκινήθη ο χολωμένος και ώμοιαζε την νύκτα, ως προχωρούσε. Των πλοίων κάθισε άντικρυ και απόλυσε το βέλος και αχός εβγήκε τρομερός απ’ τ’ ασημένιο τόξο. Και αφού τους σκύλους έπληξε και τα μουλάρια πρώτα, εις τους ανθρώπους έριχνε τα πικροφόρ’ ακόντια αδιάκοπα. Και των νεκρών παντού πυρές εκαίαν. |
|
Τα θεία βέλη στον στρατόν πετούσαν εννιά μέρες, και την δεκάτην τον λαόν συγκάλεσε ο Πηλείδης, ως η θεά τον δίδαξεν η Ήρα η λευκοχέρα, που εθλίβονταν τους Δαναούς να βλέπει πως πεθαίναν. Κι αφού συνάχθηκε ο λαός εις ένα μέρος όλος, ο γοργοπόδης Αχιλλεύς σηκώθη και τους είπε.
|
|
«Ατρείδη, να γυρίσουμε, θαρρώ, θ’ αναγκασθούμε στα γονικά μας άπρακτοι, αν δεν πεθάνουμ’ όλοι, αφού μας φθέρνει λοιμική και πόλεμος αντάμα.
Λοιπόν ας ερωτήσωμεν ή μάντιν ή ιερέα ή ονειροκρίτην – έρχεται και τ’ όνειρο απ’ τον Δία – να ειπή γιατί εχόλωσε τόσο σ’ εμάς ο Φοίβος. Μη κάποιο τάμα του έλειψε, μη του ’λειψ’ εκατόμβη. Ίσως, αν του καούν αρνιά και ερίφια διαλεμένα, θελήση το θανατικό να διώξη από κοντά μας». |
|
Αυτά είπε κι εκάθισε. Και τότε ο Θεστορίδης ο Κάλχας εσηκώθηκεν, ορνεοσκόπος πρώτος που εγνώριζ’ όλα μέλλοντα, παρόντα, περασμένα και οδήγησε στην Ίλιον των Αχαιών τα πλοία μ’ αυτό το πνεύμα μαντικό που του’χε δώσει ο Φοίβος. Σ’ αυτούς καλοπροαίρτα τότε ομιλούσ’ εκείνος: |
|
«Με προσκαλείς, διίφιλε Πηλείδη, να εξηγήσω, πως εγεννήθηκε ο θυμός του μακροβόλου Απόλλωνα. Θέλει το ειπώ. Μόνον εσύ στοχάσου και όμοσέ μου να με βοηθήσης πρόθυμα με λόγον και με χέρι, ότι θ’ ανάψω την χολήν ανδρός που των Αργείων δεσπόζει και όλ’ οι Αχαιοί του είναι υποταγμένοι. Όταν θυμώση στον μικρόν, νικά ο βασιλέας. Ότι αν χωνεύση την χολήν σ’ εκείνην την ημέραν, όμως το πάθος άσπονδο στα στήθη μέσα τρέφει να ξεθυμάνη στο εξής. Και σκέψου αν θα με σώσης».
|
|
Και ο γοργοπόδης προς αυτόν Πηλείδης αποκρίθη:
|
|
«Άφοβα λέγε τον χρησμόν όποιον εξεύρει ο νους σου. Ότι, μα τον Απόλλωνα, που τες ευχές ακούει, Κάλχα, και συ των Δαναών προσφέρεις τους χρησμούς του, όσο εγώ ζω κι εδώ στην γην βλέπω το φως του ήλιου, βαρύ κανείς επάνω σου το χέρι δεν θα βάλη των Δαναών όλων κανείς, και μήτε ο Αγαμέμνων που σήμερα των Αχαιών καχάται ότ’ είναι ο πρώτος». |
|
Και ο μάντις ακατάκριτος επήρε θάρρος κι είπε:
|
|
«Τάμα ποσώς δεν του’λειψε, μήτ’ εκατόμβη, αλλ’ είναι ο ιερέας αφορμή, που αψήφησ’ ο Ατρείδης. Την κόρη δεν απόλυσε, τα λύτρα δεν εδέχθη ιδού γιατί μας έθλιψε και θα μας θλίψη ο Φοίβος. Ουδ’ απ’ τους Δαναούς ποτέ την λοιμική θα διώξη πριν δοθή οπίσω του πατρός η λαμπρομάτα κόρη άλυτρη, ανεξαγόραστη και αγίαν εκατόμβην στην Χρύσην αποστείλωμεν. Τότ’ ίσως ίλεως γίνη». |
|
Αυτά είπε κι εκάθισε. Σηκώθη ευθύς ο ήρως πολλών κυρίαρχος λαών, ο Ατρείδης Αγαμέμνων φαρμακωμένος. Και η χολή τα μαύρα σωθικά του πλημμύριζ’ όλα, και άστραφταν τα μάτια του ωσάν φλόγες. Με βλέμμα κακοσήμαντο στον Κάλχαντα είπε πρώτα:
|
|
«Μάντι κακών, όχι, ποτέ πρόσχαρό τι δεν μού’πες, και ο νους σου πάντοτε αγαπά κακά να προμαντεύη. Λόγον δεν είπες συ ποτέ καλόν ούτ’ έχεις πράξει. Και τώρα εδώ στους Δαναούς χρησμολογείς και λέγεις, οπώς για τούτο συμφορές τους δίδει ο μακροβόλος, ότι την πλούσια ξαγορά της θυγατρός του Χρύση δεν δέχθηκα. Ναι, θέλω εγώ καλύτερα την κόρη σπίτι μου, αφού την προτιμώ της νυμφευτής μου ακόμα της Κλυταιμνήστρας και ποσώς κατώτερη δεν είναι στην κλάση, στο ανάστημα, στη γνώμη και στα έργα. Και όμως αν συμφέρη αυτό, θε να την αποδώσω.
|
|
Το καλό θέλω του λαού, ποτέ τον όλεθρό του. Αλλά δώρον ετοιμάσετε σ’ εμένα ευθύς, τι μόνος εγώ δεν πρέπει αδώρητος να μείνω των Αργείων και όλοι το βλέπετε ότι αλλού το δώρον μου πηγαίνει».
|
|
Του αντείπεν ο φτερόποδος ισόθεος Πηλείδης:
|
|
«Ένδοξε Ατρείδη, περισσά φιλόπλουτε, τι λέγεις; Οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί πως θα σου δώσουν δώρον; Μη κάπου λάφυρα κοινά γνωρίζομε αφημένα; Όσ’ απ’ τες χώρες πήραμε εμοιρασθήκαν όλα και να τα ξανακάμωμε σωρό δεν είναι πρέπον. Αλλά συ τώρα στον θεόν απόλυσε την κόρη, και τετραπλά θ’ ανταμειφθής, αν ποτέ δώση ο Δίας κι οι Αχαιοί να πάρωμε την πυργωμένην Τροίαν». |
|
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
|
|
«Αν και γενναίος, μη ζητής με απάτην να με πάρης, θείε Πηλείδη, κι εύκολα δεν θα με καταπείσης, να έχης συ το δώρον σου και εγώ να το στερούμαι. Θέλεις και με παρακινείς την κόρη ν’ αποδώσω. Αλλ’ αν δώρον ισότιμο της αρεσιάς μου λάβω απ’ τους γενναίους Αχαιούς, αρκεί, και αν δεν μου δώσουν, θα έλθω με το χέρι μου να πάρω ή το δικό σου το δώρον ή του Αίαντος ή κείνο του Οδυσσέως. Κι εις όποιον έλθω, την χολήν, θαρρώ θα του κινήσω.
|
|
Αλλ’ όλ’ αυτά μετέπειτα μαζί θα τα σκεφθούμε. Τώρα στην θείαν θάλασσαν μαύρο ας συρθή καράβι με κωπηλάτες διαλεκτούς, και ας θέσωμ’ εκατόμβην μέσα και ας ανεβάσωμεν την κόρην Χρυσηίδα, και αρχηγός του να είν’ εκεί των βουληφόρων ένας ο Αίας, ο Ιδομενεύς ή ο θείος Οδυσσέας, ή συ Πηλείδη, των ανδρρών ω τρομερέ και μόνε, με τες ευχές σου τον θεόν να μας εξιλεώσης». |
|
Άγρια το εκοίταξε και απάντησε ο Πηλείδης:
|
|
«Ωιμένα πανουργότατε, μ’ αναίδειαν ενδυμένε, και ποιος από τους Αχαιούς θα δράμη, αν τον ζητήσης, είτε εις ταξίδι πρόθυμος, είτε εις πολέμου αγώνα; Εγώ δεν ήλθα εξ αφορμής των λογχοφόρων Τρώων να πολεμήσ’, ότι ποσώς εκείνοι δεν μου πταίουν. Τα βόδια μήτε τ’ άλογα δεν βγήκαν να μου πάρουν μήτε στην μεγαλόσβολην, την ανδροθρέπτραν Φθίαν ποτέ μου εβλάψαν τους καρπούς, ότ’ είναι ανάμεσόν μας όρη κατάσκια πολλά και πέλαγ’ αγριωμένα. Αλλά για τον Μενέλαο και, αναίσχυντε, για σένα ήλθομεν όλοι εκδίκησιν να πάρωμε των Τρώων, και συ, ω σκυλοπρόσωπε, λησμονημένα τά’χεις. Και τώρ’ αυτό το δώρο μου να πάρης φοβερίζεις που’ναι αμοιβή των κόπων μου κι οι Αχαιοί μου εδώσαν.
|
|
Κι ίσια με σε δεν έχω εγώ δώρο καλό ποτέ μου, όταν καλά τειχόκαστρα πατούμε της Τρωάδος. Αλλά το βάρος του σφοδρού πολέμου πρώτος έχω εγώ και αν τύχη μοιρασμός, τρανό συ παίρνεις δώρο, κι εγώ με δώρο μικροστό και αγαπητό γυρίζω στες πρύμνες από τον σκληρόν αγώνα του πολέμου. Στην Φθίαν τώρ’ αναχωρώ. Καλύτερα να γύρω στον τόπο μου με τα κυρτά καράβια, και δεν θέλω εδώ να μείνω ατίμητος τα πλούτη να σου αυξήσω». |
|
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
|
|
«Φύγε, αν το θέλης, φύγ’ ευθύς και χάριν μου να μένης εγώ δεν σε παρακαλώ. Κοντά μου υπάρχουν και άλλοι να με δοξάσουν, κι έξοχα ο πάνσοφος Κρονίδης. Και απ’ τους διοθρέπτους βασιλείς, συ είσαι ο μισητός μου. Ότι την έριδα διψάς, τες μάχες, τους πολέμους. Και αν είσαι τόσο δυνατός, είναι θεού το δώρον. Σπίτι σου με τα πλοία σου και τους συντρόφους σου άμε, των Μυρμιδόνων δέσποζε. Κι εγώ δε σε λογιάζω και την χολήν σου αδιαφορώ. Κι ιδού τι σου κηρύττω: Καθώς εμένα μου αφαιρεί την Χρυσηίδα ο Φοίβος – κι εκείνην με συντρόφους μου και με δικά μου πλοία θα στείλω – και το δώρον σου, την κόρην του Βρισέως, εις την σκηνήν μου θα’λθω, εγώ να πάρω, για να μάθης, πόσο σου είμαι ανώτερος εγώ και να τρομάζη και άλλος μ’ εμέ να συγκριθή και όμοιος να γίνει εμπρός μου».
|
|
Τα λόγια τούτα επλήγωσαν τα σπλάχνα του Αχιλλέως κι έστρεψε δύο στοχασμούς μες στα δασιά του στήθη. Ή θε να σύρη απ’ το πλευρό το ακονισμένο ξίφος και αφού σκορπίση όλους εκεί, να σφάξη τον Ατρείδην, ή να σιγάση την οργήν κρατώντας την ψυχήν του. |
|
Και αυτά ως διαλογίζονταν στον νου και από την θήκην το μέγα ξίφος έσερνε, κατέβηκε ουρανόθεν η Αθηνά, την έστελνεν η Ήρα η λευκοχέρα, οπού αγαπούσε ολόψυχα παρόμοια και τους δύο. Του εστήθη οπίσω κι έπιασε τα ολόξανθα μαλλιά του, σ’ εκείνον μόνον φανερή και αθώρητη στους άλλους. |
|
Ξιπάσθη αυτός, εστράφηκε κι εγνώρισεν αμέσως την Αθηνά που φοβερήν στα μάτια λάμψιν είχε. Και ομίλησε προς την θεάν με λόγια φτερωμένα : |
|
«Τ’ ήλθες και συ, ω του Διός του αιγιδοφόρου κόρη; Του Ατρείδη Αγαμέμνονος να ιδής την αδικίαν; Αλλά σου λέγω καθαρά και πίστευσε. Με τούτες τες έπαρσές του γρήγορα θα χάση την ζωήν του». |
|
Και η γλαυκόφθαλμη θεά σ’ εκείνον απεκρίθη:
|
|
«Κατέβηκ’ απ’ τον ουρανόν να παύσω την οργήν σου, εάν μ’ ακούσης. Μ’ έστειλεν η Ήρα η λευκοχέρα, που ολόψυχα σας αγαπά παρόμοια και τους δύο. Έλα την μάχη άφησε, το ξίφος σου μη σύρης, μόνον με λόγια τ’ όνειδος που αυτός θα πάθη ειπέ του. Ότι να γίνη θέλ’ ιδής αυτό που σου προλέγω. Τρίδιπλα δώρ’ ατίμητα θα λάβης μιαν ημέρα γι’ αυτήν την ύβριν. Τώρα συ κρατήσου και άκουσέ μας». |
|
Και ο φτεροπόδης προς αυτήν Πηλείδης αποκρίθη:
|
|
«Πρέπει, ω θεά, των δυο σας να σεβασθώ το λόγον, αν κι είν’ η οργή μου φοβερή. Και όμως αυτό συμφέρει, όπου υπακούει στους θεούς κι αυτοί τον εισακούουν».
|
|
Είπε και από την αργυρήν λαβήν με το βαρύ του χέρι στην θήκην άμπωσε πάλι το μέγα ξίφος πειθόμενος στην Αθηνά. Κι εκείνη πάλι ανέβη στον Όλυμπον μες στους θεούς, στα δώματα του Δία. |
|
Με βαρείς λόγους έπειτα και πάλιν ο Πηλείδης προς τον Ατρείδη εστράφηκεν, ούδ’ έπαυε η χολή του:
|
|
«Ω μέθυσε, σκυλόματε, και με καρδιάν ελάφου ! μήτε ποτέ με τον λαόν ν’ αρματωθής για μάχην, μήτε εις καρτέρι να οδηγής τους πρώτους πολεμάρχους ετόλμησες. Σου φαίνονται τρόμος θανάτου εκείνα. Καλύτερα στο στράτευμα των Αχαιών σ’ αρέσει όποιος σ’ εσένα αντιλογά, να του αφαιρής τα δώρα. Τωόντι αχρείους κυβερνάς, λαοφάγε βασιλέα ! Αλλιώς αυτό το αδίκημα θα ήταν το ύστερό σου. |
|
Αλλ’ έναν λόγον θα σου ειπώ, και ομόνω μέγαν όρκον. Ναι, μα το σκήπτρο τούτ’ οπού κλαδί δεν βγάζ’ ή φύλλα, καθώς αφήκε τον κορμόν στα όρη εκεί που εκόπη, και δεν θ’ αναχλωράνη, αφού τα φύλλα και το φλούδι γύρω του ελέπισε ο χαλκός, και το φορούν στο χέρι οι δικαιοκρίτες Αχαιοί τους νόμους να φυλάγουν, όπως τους έδωκεν ο Ζευς, και θα’ναι μέγας όρκος.
Θ’ αποζητήσουν οι Αχαιοί μια μέρα τον Πηλείδη όλοι και συ περίλυπος την δύναμιν δεν θα’χης να τους βοηθής, όταν πολλούς θα στρώση χάμω η λόγχη του ανθρωποφόνου Έκτορος και σε θα τρώγη ο πόνος, που αψήφησες των Αχαιών τον πρώτον πολεμάρχον».
|
|
Είπε και χάμω επέταξε το χρυσοκαρφωμένο σκήπτρο και πάλι εκάθισε. Και από το άλλο μέρος του Ατρείδη έβραζε η χολή. Τότ’ εσηκώθη ο Νέστωρ, ο γλυκολόγος, λιγυρός ομιλητής της Πύλου που ωσάν το μέλι η λαλιά του εκύλ’ από τα χείλη. Δυο γενεές είχαν σβησθή των πρόσκαιρων ανθρώπων, στην Πύλον, συνομήλικοι και συνανάστροφοί του, τώρα εις την τρίτην γενεάν βασίλευεν ο γέρος. Αυτός τότε καλόγνωμα σ’ εκείνους ομιλούσε: |
|
«Ωιμέ ! στην γην των Αχαιών μεγάλη θλίψις ήλθε ! πόσην θα είχε ο Πρίαμος χαρά και τα παιδιά του και πόσον όλος ο λαός θα ευφραίνονταν της Τροίας, που μάχεσθε αν εμάθαιναν οι δυο σεις που είσθε οι κορυφές των Δαναών στην γνώση και στα όπλα. Και ακούσετέ με, ότ’ είσθε σεις κι οι δυο νεώτεροί μου, ότι με άνδρες έσμιξα πολύ καλύτερούς σας, σ’ άλλους καιρούς και αυτοί ποσώς δεν μ’ εκαταφρονούσαν. |
|
Άνδρες δεν είδα ή θα ιδώ ποτέ μου ωσάν εκείνους, Πειρίθοον και Δρύαντα, καλόν λαών ποιμένα, Καινέα και Εξάδιον, Πολύφημον τον θείον και ακόμα τον ισόθεον Θησέα τον Αιγείδην, ωσάν αυτούς ανίκητοι θνητοί δεν γεννηθήκαν, σφόδρ’ ανδρειωμένοι εμάχονταν με σφόδρ’ ανδρειωμένους, μ’ άγρια θεριά βουνίσια, και, ω θαύμα, τ’ αφανίσαν. |
|
Κι εγώ μ’ εκείνους έσμιγα φερμένος απ’ την Πύλον μέσ’ από μέρη μακρινά, και αυτοί με προσκαλέσαν κι έκαμνα εγώ το μέρος μου στες μάχες, πλην κανένας απ’ όσους τώρα τρέφ’ η γη μ’ αυτούς δεν θα μετριώνταν. Και όμως εκείνοι πρόθυμοι στες συμβουλές μου εκλίναν. Αλλά και σεις ακούτε με για το καλύτερό σας.
|
|
Μήτε συ, μεγαλόψυχε, την κόρην του αφαιρέσης που του εδωρήσαν οι Αχαιοί, και μήτε συ, Πηλείδη, θελήσης ν’ αντιμάχεσαι στον μέγαν βασιλέα, διότι κάτι ανώτερα τιμάται ο σκηπτροφόρος εκείνος οπού ευδόκησε να τον δοξάση ο Δίας. Δυνατός είσαι και θεά σ’ εγέννησε μητέρα, αλλ’ είναι αυτός ανώτερος για τους πολλούς που ορίζει.
|
|
Και συ να σβήσεις τον θυμό, Ατρείδη, σ’ εξορκίζω. Μη του Πηλείδη οργίζεσαι, που ασάλευτ’ είναι σ’ όλους τους Αχαιούς προφυλακή του φθαρτικού πολέμου». |
|
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
|
|
«Όλα τα είπες, γέροντα, καλά και μετρημένα. Αλλ’ αυτός θέλει ανώτερος να είναι και όλων πρώτος να’χη όλους αποκάτω του, να βασιλεύη σ’ όλους, όλους να ορίζη. Αυτό κανείς δεν θα δεχθή, πιστεύω. Κι εάν οι αθάνατοι θεοί πολεμιστήν τον κάμαν με τούτο και τον έβαλαν ονειδισμούς να λέγη; |
|
Εκεί τον λόγον του’κοψεν ο ισόθεος Πηλείδης:
|
|
«Αληθινά δειλόψυχον θα μ’ έλεγαν και αχρείον, αν σ’ ό,τι ειπής θα έστεργα την κεφαλήν να κλίνω. Αυτά στους άλλους πρόσταζε, και διαταγές εμένα μη δίδης, ότι στο εξής ποτέ δεν θα σ’ ακούσω. Κι έν’ άλλο ακόμα θα σου ειπώ, και ας το φυλάξη ο νους σου. Με σε ή μ’ άλλους πόλεμον να στήσω για την κόρην δεν θέλω, σεις την δώσατε, σεις μου την αφαιρείτε. Αλλ’ από τ’ άλλα όσα’χω εγώ σιμά στο μαύρο πλοίον τίποτε δεν θα δυνηθής να πάρης άβουλά μου. Και αν αγαπάς, δοκίμασε, για να ιδούν και τούτο. Ευθύς το μαύρο αίμα σου στην λόγχην μου θα τρέξη». |
|
Και αφού ελογομάχησαν, εκείνοι εσηκωθήκαν και διάλυσαν την σύνοδον στων Αχαιών τα πλοία. |
|
Στες πρύμνες του και στες σκηνές εγύρισ’ ο Πηλείδης και οι σύντροφοί του οπίσω του με τον Μενοιτιάδη.
|
|
Κι έριξ’ ο Ατρείδης γρήγορο στην θάλασσαν καράβι με κωπηλάτες είκοσι κι επάνω εκατόμβην προς τον θεόν και ανέβασε την κόρην Χρυσηίδα. Και αρχηγός ο συνετός ανέβηκε Οδυσσέας. |
|
Κι ενώ στα πλάτη αρμένιζαν εκείνοι της θαλάσσης, ο Ατρείδης να καθαρισθούν παράγγειλε τα πλήθη. Κι εκείνοι εκαθαρίζονταν και τ’ αποπλύματ’ όλα έριχναν μες στην θάλασσαν, και τέλειες εκατόμβες ταύρων κι ερίφων έκαιαν ακρόγιαλα του Φοίβου και ανέβαιν’ ως τον ουρανόν καπνός ευωδιασμένος. |
|
Τούτα ενεργούσαν στον στρατόν, και ασάλευτος ο Ατρείδης σ’ ό,τι εφοβέρισε απ’ αρχής να κάμη του Αχιλλέως είπε προς τον Ταλθύβιον και προς τον Ευρυβάτην, που ήσαν αυτοί κήρυκες και ακόλουθοι δικοί του:
|
|
«Εις του Πηλείδη την σκηνήν αμέτε, του Αχιλλέως, και από το χέρι πάρετε την κόρην Βρισηίδα, και αν δεν την δώση, με πολλούς θα έλθω να την πάρω εγώ. Μ’ αυτό χειρότερα θα ταραχθή η ψυχή του». |
|
Είπε και τους ξαπόστειλε με δυνατές φοβέρες. Άθελα εκείνοι παίρνοντας την άκραν της θαλάσσης στων Μυρμιδόνων τες σκηνές και τα καράβια φθάσαν, Καθήμενον εις την σκηνήν σιμά και στο καράβι τον ήβραν και να τους ιδή δεν χάρηκε ο Πηλείδης. Τότε από φόβον κι εντροπήν εμπρός στον βασιλέα εκείνοι εμείναν άφωνοι και δεν τον ερωτούσαν. Τους νόησε και «χαίρετε, ω κήρυκες», τους είπε : |
|
«αγγελιοφόροι του Διός και των θνητών ανθρώπων. Ελάτ’ εμπρός, δεν φταίτε σείς, ο Αγαμέμνων φταίει πόστειλε σας να πάρετε την κόρην του Βρισέως. |
|
Πάτροκλε διογέννητε, την κόρην έξω βγάλε και να την πάρουν δώσε την. Και ας είναι αυτοί μαρτύροι προς τους θεούς, προς τους θνητού και προς τον βασιλέα εκείνον τον σκληρόψυχον, αν ποτέ φθάση ανάγκη από αχρείον όλεθρον να σώσω εγώ τους άλλους. Τωόντι αυτός λυσσομανεί με λογικά χαμένα και δεν γνωρίζει τα εμπρός να ιδή και τα κατόπι. Πώς να του μάχωντ’ οι Αχαιοί γεροί σιμά στα πλοία». |
|
Και απ’ την σκηνήν ο Πάτροκλος την κόρην Βρισηίδα έβγαλε και την έδωσε στα χέρια των κηρύκων, κι ευθύς εκείνοι γύρισαν στων Αχαιών τα πλοία, κι η ωραία κόρη εβάδιζε κατόπι λυπημένη Τότε ο Πηλείδης έκλαιγε και στ’ ακρογιάλι μόνος καθήμενος εκοίταζε τ’ απέραντα πελαγη και θερμοευχήθη της μητρός απλώνοντας τα χέρια :
|
|
«Μητέρ’ , αφού ολιγόχρονον με έχεις γεννημένον, έπρεπε καν ο βροντητής να μου χαρίση ο Δίας τιμήν και αντίς ολότελα δεν μ’ έχει αυτός τιμήσει. Ιδού τώρα με ατίμασεν ο μέγας Αγαμέμνων, ότι μου άρπαξε αυτός το δώρο μου και το’χει».
|
|
Είπε με δάκρυα και η σεπτή τον άκουσε μητέρα στα βάθη όπ’ έμενε σιμά στον γέροντα γονέα και σαν ομίχλη ανέβηκε μεσ’ απ’ τ’ άσπρο κύμα. Στο πλάγι αυτού που έκλαιεν εκάθισεν η θεία, τον χάιδεψε, κατ’ όνομα τον έκραξε και του’πε: |
|
«Τι κλαίς, παιδί μου, στην καρδιά ποια λύπη σ’ ήβρε; Ειπέ μου ευθύς, μη το’χης μυστικό, κι εγώ να το γνωρίσω». |
|
Κι ο Αχιλλεύς στενάζοντας της είπε: «Τα γνωρίζεις, τι απ’ αρχής να σου το ειπώ; Την πόλιν την αγίαν την Θήβην, που εβασίλευσεν ο μέγας Ηετίων, πατήσαμε κι εφέραμεν εδώ τα λάφυρά της. Κι ως έπρεπεν οι Αχαιοί τα μοιρασθήκαν όλα και του Ατρείδη εδιάλεξαν την κόρην Χρυσηίδα. Ο ιερέας έπειτα του μακροβόλου Φοίβου ο Χρύσης ήλθε στα γοργά των Αχαιών καράβια με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρην του να λύση, και του θεού στο χέρι του τα στέφανα κρατώντας στο σκήπτρον επάνω το χρυσό επρόσπεσεν εις όλους τους Αχαιούς, αλλ’ έξοχα στους βασιλείς Ατρείδες. Τότ’ είπαν όλοι οι Αχαιοί τον γέροντα ιερέα να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν.
|
|
Αλλά τούτο δεν έστερξεν ο Ατρείδης Αγαμέμνων, και τον απόδιωξε κακά με δυνατές φοβέρες. Έφυγε ο γέρος με χολήν και τες ευχές του ο Φοίβος άκουσ’ ευθύς, ότι ο θεός πολύ τον αγαπούσε. Και στους Αργείους έριξε βέλος κακό, κι επέφταν σωρός τα πλήθη, ως του θεού τα βέλη ολού πετούσαν στο απέραντο στρατόπεδο των Αχαιών, και ο μάντις, ο γνώστης μας φανέρωσεν ό,τι του είπε ο Φοίβος. |
|
Τότε ο θεός να ιλεωθή συμβούλευσα εγώ πρώτος. |
|
Με τούτο σφόδρα εθύμωσεν ο Ατρείδης κι εσηκώθη και λόγον είπε φοβερόν, που είναι τελειωμένος. Κι οι Αχαιοί προβόδησαν με γρήγορο καράβι και προσφορές για τον θεόν την κόρην εις τον Χρύσην, αλλ’ από τώρ’ εις την σκηνήν την κόρην του Βρισέως, δώρο σ’ εμέ των Αχαιών, οι κήρυκες μου επήραν. Και, αν δύνασαι, προστάτευσε συ το καλό παιδί σου. Ανέβα ευθύς στον Όλυμπον και πρόσπεσε στον Δία, αν χάριν του’καμες ποτέ με λόγον ή με έργον. Συχνά στο σπίτι του πατρός σ’ άκουσα να καυχάσαι, ότι τον μαυροσύννεφον Κρονίδην εσύ μόνη των αθανάτων έσωσες απ’ όλεθρον αχρείον, όταν οι άλλοι Ολύμπιοι επήγαν να τον δέσουν, η Ήρα με την Αθηνάν και ο Ποσειδών ακόμη, και συ, θεά, τον λύτρωσες που φώναξες αμέσως τον μέγαν εκατόγχειρον στες κορυφές του Ολύμπου. Απ’ τους θεούς Βριάρεως, και απ’ τους θνητούς Αιγαίων λέγεται και στην δύναμιν περνά και τον πατέρα.
|
|
Μ’ έπαρσιν κάθισεν αυτός στο πλάγι του Κρονίδη, και απ’ τον φόβον του οι θεοί δεν έδεσαν τον Δία. Τα γόνατά του αγκάλιασε και τούτο ενθύμισέ του, στους Τρώας ίσως βοηθός θελήση αυτός να γίνη, και ακρόγιαλα τους Αχαιούς να κλείση προς τες πρύμνες να σφάζωνται για να χαρούν τον βασιλιά τους όλοι. Να μάθη και ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων πόσο ετυφλώθη ν’ αψηφά των Αχαιών τον πρώτον». |
|
Και δάκρυα χύνοντας πολλά του απάντησεν η Θέτις: |
|
«Υιέ μου, τι σ’ ανάσταινα τον πικρογεννημένον; Άλυπος καν και αδάκρυτος να κάθοσουν στες πρύμνες, αφού δεν θέλ’ η μοίρα σου πολύν καιρόν να ζήσης. Αλλ’ είσαι και ολιγόζωος και πίκρες ποτισμένος σαν κανείς άλλος. Άμοιρα στο σπίτι σ’ εγεννούσα. Κι εγώ τον λόγον σου να ειπώ του βροντοφόρου Δία, στον χιονισμένον Όλυμπον θα υπάγω, αν θα μ’ ακούση. Συ ωστόσο από τον πόλεμον τραβήξου και στες πρύμνες ησύχαζε, των Αχαιών να δείξης τον θυμόν σου. Και ο Δίας στον Ωκεανόν, που τον καλούν οι θείοι Αιθίοπες κατέβη χθες και όλ’ οι θεοί μαζί του. Και μετά ημέρες δώδεκα στον Όλυμπο θα γύρη, και τότε στα χαλκόστρωτα θ’ ανέβω δώματά του να του προσπέσω ταπεινά κι ελπίζω να μ’ ακούση». |
|
Είπε κι εκεί τον άφησε περίσσια χολωμένον, οπού την ομορφόζωνην του επήραν κορασίδα δυναστικώς. Αλλ’ έφθανεν ο ισόθεος Οδυσσέας στην Χρύσην όπου έφερνε την θείαν εκατόμβην. Κι όταν εμπήκε στο βαθύ λιμάνι το καράβι, μαζώξαν όλα τα πανιά και τ’ αποθέσαν κάτω, τα ξάρτια λύσαν κι έβαλαν στην θήκη το κατάρτι, έφεραν μέσα στ’ άρασμα με τα κουπιά το πλοίον, και τα πρυμνόσχοιν’ έδεσαν κι ερίξαν τες αγκύρες, και εβγήκαν έξω στη στεριά και μέσ’ απ’ το καράβι, την εκατόμβην έβγαλαν του μακροβόλου Φοίβου, και απ’ όλους βγήκεν ύστερη του Χρύση η θυγατέρα. Την κόρην ο πολύγνωμος οδήγησε Οδυσσέας εις τον βωμόν και του πατρός την έδωσε και του’πε: |
|
«Ω Χρύση, ο μέγας μ’ έστειλεν Ατρείδης Αγαμέμνων την κόρην να σου φέρω εδώ και θείαν εκατόμβην, να τον εξιλεώσωμε, του Φοίβου να προσφέρω, πόβαλε εις πολυστέκακτες οδύνες τους Αργείους». |
|
Είπε και του την έδωσε την ακριβή του κόρην. Εδέχθη αυτός και χάρηκε. Κι ευθύς την εκατόμβην εις τον καλόκτιστον βωμόν ολόγυρ’ αραδιάσαν και αφού εχερονίφθηκαν κι επήραν το κριθάρι, ψηλά τα χέρια σήκωσεν ο Χρύσης κι εδεήθη: |
|
«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας Κίλλας υπέρμαχε θεέ, ω κύριε της Τενέδου, ως έδωκες ακρόασιν εις τες ευχές μου πρώτα, κι επλήγωσες τους Αχαιούς κι ετίμησες εμένα, αυτή μου πάλι ευδόκησε να γίν’ η επιθυμία, απ’ το κακό θανατικό τους Δαναούς ω σώσε !».
|
|
Είπε, και ο Φοίβος άκουσε, κι εδέχθη την ευχή του. Τότε αφού κάμαν τες ευχές κι ερίξαν το κριθάρι, των σφακτών στρέψαν τους λαιμούς, τα έσφαξαν, τα γδάραν, τα μεριά κόψαν, με διπλό κνισάρι τα σκεπάσαν κι επάνω τους ωμά βάλαν κομμάτια και στες σχίζες λαμπρό κρασί τα εράντιζε και τα’καιεν ο γέρος και τα πεντόσουβλα σιμά τ’ αγόρια του κρατούσαν. |
|
Και αφού καήκαν τα μεριά κι εγεύθηκαν τα σπλάχνα, ελιάνισαν τα επίλοιπα τα πέρασαν στες σούβλες, και αφού με τέχνην τα’ψησαν, απ’ την φωτιά τα επήραν και αμ’ απ’ τον κόπον έπαυσαν κι ετοίμασαν το γεύμα, ετρώγαν κι όλ’ ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι. |
|
Και άμα εφάγαν κι έπιαν όσ’ ήθελε η ψυχή τους, ξέχειλο εβάλαν το κρασί τ’ αγόρια στους κρατήρες κι έδωκαν σ’ όλους απαρχές στα ολόγεμα ποτήρια, κι εξιλεώναν τους θεούς με άσματα ολημέρα καλόν παιάνα ψάλλοντας των Αχαιών τ’ αγόρια και ο μακροβόλος άκουε κι ευφραίνετο η ψυχή του. |
|
Και ο ήλιος άμα εβύθισε και ήλθε το σκοτάδι, στου πλοίου τα πρυμνόσχοινα κοιμήθηκαν πλησίον. |
|
Και άμα ερόδιζ’ η αυγή, αφήκαν το λιμάνι στων Αχαιών το απέραντο στρατόπεδο να γύρουν. Και πρίμον τους απόστειλε ο μακροβόλος Φοίβος. |
|
Τότ’ άπλωσαν τα κάτασπρα πανιά τους στο κατάρτι, κι ο άνεμος τα φούσκωνε, κι ως πήγαινε το πλοίον, εις την καρίνα ολόγυρα το μαύρο κύμα ηχούσε κι έκοβε δρόμον γρήγορο στο κύμα το καράβι. |
|
Στων Αχαιών το απέραντο στρατόπεδο άμα εφθάσαν ετράβηξαν εις την στεριά τ’ ολόμαυρο καράβι ψηλά στην άμμον κι έβαλαν στυλώματα αποκάτω και στες σκηνές εσκόρπισαν εκείθε και στες πρύμνες. |
|
Ωστόσο εκείνος θύμωνε σιμά στα γοργά πλοία ο φτεροπόδης διογενής Πηλείδης Αχιλλέας. Δεν πήγαινε στην σύνοδον, όπου δοξάζοντ’ άνδρες, ούτε στον πόλεμον, και αυτού βαρύλυπ’ η καρδιά του ελαχταρούσε την βοή, την φλόγα του πολέμου. |
|
Έφεξε η δωδεκάτη αυγή, και οι θεοί γυρίζουν στον Όλυμπον κι εβάδιζεν εμπρός τους ο Κρονίδης και η Θέτις το παράγγελμα δεν ξέχανε του υιού της και της θαλάσσης έσχισε τα κύματα κι εβγήκε και ανέβη τα χαράματα στ’ Ολύμπου τον αιθέρα. |
|
Εύρηκε τον βροντόφωνον Κρονίδην καθισμένον μόνον στην άκραν κορυφήν του πολυλόφου Ολύμπου, εμπρός του εκάθισε η θεά και με τ’ αριστερό της του έπιασε τα γόνατα, με τ’ άλλο το πηγούνι, κι έλεγεν ικετεύοντας στον ύψιστο Κρονίδην: |
|
«Δία, πατέρ’, αν κάποτε με λόγον ή με έργον σ’ έχω ωφελήσει, ευδόκησε σ’ αυτό να με εισακούσης. Τον ολιγοημερώτατον υιόν, αχ ! τίμησέ μου. Ιδέ πως τον ατίμασεν ο μέγας Αγαμέμνων, οπού του άρπαξεν αυτός το δώρο του και το’χει. Δικαίωσέ τον καν εσύ, πάνσοφε Ολύμπιε Δία, στους Τρώας νίκες δώρησε ωσότου το παιδί μου να δικαιώσουν οι Αχαιοί, να τον υπερδοξάσουν». |
|
Και απάντησιν δεν έδωκεν ο νεφελοσυνάκτης κι ώραν πολλήν εσώπαινε. Και η Θέτις του κρατούσε ως απ’ αρχής τα γόνατα και πάλιν τον ερώτα: |
|
«Άσφαλτην δός μου υπόσχεσιν μ’ εκείνο σου το νεύμα ή αρνήσου. Τι θα φοβηθής; Θέλω να μάθω μόνον, αν είμαι το εξουθένωμα των αθανάτων όλων». |
|
Με βάρος της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης: |
|
«Ω ! τι κακό ! να οργισθώ της Ήρας θα με βάλης, όταν με λόγια υβριστικά πικρά θα με κεντήση. Και χωρίς λόγον πάντοτε μου κλαίεται και λέγει εμπρός εις όλους τους θεούς πως βοηθώ τους Τρώας, αλλά συ φύγε τώρα ευθύς μη σε νοήσ’ η Ήρα και άφες σ’ εμέ την μέριμναν σ’ αυτό να δώσω τέλος. Και ιδού για να βεβαιωθής την κεφαλήν θα σκύψω. Σημάδι τούτο αλάθευτο στους αθανάτους έχω. Τι ό,τι με της κεφαλής το σκύψιμο κηρύξω δεν απατά, δεν παίρνεται οπίσω και θα γίνη». |
|
Είπε, τα μαύρα φρύδια του χαμήλωσε ο Κρονίδης, έκλινε από τ’ αθάνατο κεφάλι του κυρίου η θεία κόμη και ο τρανός ο Όλυμπος εσείσθη. |
|
Αυτά ’παν κι εχωρίσθησαν απ’ τον ακτινοβόλον Όλυμπον κείνη επήδησε στης θάλασσας τα βάθη, και ο Δίας προς το δώμα του. Κι εμπρός εις τον πατέρα όλ’ οι θεοί σηκώθηκαν. Ουδέ να προχωρήση κανείς επρόσμενε αλλ’ ορθοί τον προϋπαντήσαν όλοι. |
|
Κι εκάθησε στον θρόνον του. Και ότι πρώτα η Θέτις η κόρ’ η αργυρόποδη του γέρου της θαλάσσης, είχε μ’ αυτόν συνακουσθή, δεν ξέφυγε της Ήρας, και άρχισε πειραχτικά να λέγη προς τον Δία: |
|
«Ποια θεά πάλι, ω δολερέ, με σένα εσυνακούσθη; Σ’ αρέσει πάντοτε μακράν από εμέ να κρίνης, ν’ αποφασίζης μυστικά. Δεν σού ’δωσε η καρδιά σου τίποτε απ’ όσα σκέπτεσαι σ’ εμέ να φανερώσης». |
|
Σ’ αυτήν αντείπε των θεών και ανθρώπων ο πατέρας: |
|
«Ήρα, μη ελπίσης όλους μου τους στοχασμούς να μάθης, δεν θα τους έβρης εύκολα, και ας είσαι ομόκλινή μου, αλλ’ ό,τι αρμόζει ν’ ακουσθή κανείς δεν θα γνωρίση ή των θεών ή των θνητών, πριν συ το μάθης πρώτα. Αλλ’ ό,τι εγώ ανάμερα των αθανάτων θέλω να στοχασθώ, μη το ερωτάς, μη θέλεις να εξετάζης». |
|
Και η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν, η Ήρα: |
|
«Οποίον λόγον, πρόφερες, σκληρότατε Κρονίδη; Έχω καιρόν π’ ούτε ρωτώ, ούτ’ εξετάζω πλέον, αλλ’ όσα θέλεις,ήσυχος ο νους σου κρίνει μόνος. Αλλά φοβούμαι τώρα μη του γέρου της θαλάσσης η κόρη σε ξεπλάνεσε, ότι πρωί την είδα σιμά σου εκεί τα γόνατα κλιτή να σου αγκαλιάζη, και αθ της έστερξες τιμήν να δώσης του Αχιλλέως και ν’ αφανίσης Αχαιούς πολλούς εκεί στα πλοία».
|
|
Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης: |
|
«Στιγμή δεν παύεις, ω κακή, να με παραμονεύης. Αλλά δεν βγάζεις τίποτα και πλέον μισητή μου θα γίνης και θα λυπηθής χειρότερα. Κι αν είναι το πράγμα ως έλεγες, θα πη, που αυτό σ’ εμένα αρέσει. Αλλά κάθου και σώπαινε, στον λόγον μου υποτάξου, δεν θα σε σώσουν, πίστευσε, όλ’ οι θεοί του Ολύμπου, αν τούτ’ απλώσω εγώ σ’εσέ τ’ ανίκητά μου χέρια». |
|
Είπε και η μεγαλόφθαλμη φοβήθηκεν η Ήρα και την καρδιά της σφίγγοντας καθήμενη εβουβάθη. Κι όλ’ οι θεοί λυπήθηκαν στο δώμα του Κρονίδη. Τότε βοηθός εις την γλυκιά μητέρα του την Ήραν ο Ήφαιστος, ο ένδοξος τεχνίτης, σ’ όλους είπε: |
|
«Κακό θα είναι αβάστακτο τωόντι σεις οι δυο να ερίζετε για τους θνητούς και μες στους αθανάτους να οχλοβοήτε φοβερά. Και της καλής τραπέζης όλ’ η ευφροσύνη εχάθηκεν, αφού νικάν τ’ αχρεία, και της μητρός μου θα’λεγα, που το εννοεί και μόνη, εις τον γλυκόν πατέρα μου να είναι καλή, μη πάλιν θυμώση και την τράπεζαν μας βάλη επάνω-κάτω. Να θέλη μας κατρακυλά απ’ το θρονί μας όλους ο Βροντητής, στην δύναμιν περίσσι’ ανώτερός μας. Αλλά με λόγια μαλακά να τον καταπραϋνης κι ο Βροντοφόρος ίλεως, θαρρώ, σ’ εμάς θα γίνη». |
|
Είπ’, επετάχθη κι έβαλε το δίκουπο ποτήρι στο χέρι της αγαπητής μητρός του και της είπε: |
|
«Υπόμενε, μητέρα μου, και βάστα αν και θλιμμένη, μήπως εμπρός στα μάτια μου δαρθής, γλυκιά μητέρα. Και τότε δεν θα δυνηθώ ποσώς να σε βοηθήσω ο θλιβερός. Αντίσταση δεν έχει ο Βροντοφόρος. Άλλη φορά το ετόλμησα, και αυτός από τα πόδια μ’ έπιασε και μ’ απόλυσε του Ολύμπου απ’ το κατώφλι. Ολημερίς εγύριζα, και ο ήλιος είχε δύσει όταν στην Λήμνον έπεσα κοντά να βγη η ψυχή μου. Και άνθρωποι Σίντιες εκεί με περιποιηθήκαν». |
|
Και χαμογέλασε η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα και απ’ το παιδί της έλαβε γελώντας το ποτήρι και γλυκό νέκταρ παίρνοντας απ’ τον κρατήρα εκείνος δεξιά κερνούσε ολόγυρα τους άλλους αθανάτους.
|
|
Τότε οι μακάριοι θεοί τα γέλια δεν κρατούσαν να βλέπουν κει τον Ήφαιστον να υπηρετή στο δώμα.
Αυτού ετρώγαν κι έπιναν ολήμερα ως το δείλι, κι όλες χαρήκαν οι καρδιές το ισόμοιρο τραπέζι, του Φοίβου ακόμη την λαμπράν κιθάραν και τες Μούσες ως έψαλναν καλόφωνα με την σειρά τους όλες.
Κι άμα του ήλιου βύθισε το φως καθείς επήγε να κοιμηθή στο δώμα του, που ο ξακουστός τεχνίτης του εποίησεν ο Ήφαιστος με την σοφήν του γνώση. |
|
Εκίνησε κι ο βροντητής Ολύμπιος κι ανέβη στην κλίνην που αναπαύονταν όσες φορές ο ύπνος τον εκυρίευε ο γλυκός. Αυτού κοιμήθη ο Δίας και η χρυσόθρονη θεά, η Ήρα στο πλευρό του.
|