ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Π΄

(στίχοι  : 1-159)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Και αυτοί για το  καλόστρωτο καράβι επολεμούσαν.

Και ο Πάτροκλος εστέκονταν εμπρός στον Αχιλλέα

κι έχυνε δάκρυα θερμά, σαν βρύση οπού κυλάει

επάνω εις βράχον γλιστερόν τα σκοτεινά νερά της.

Τον είδε και συμπόνεσεν ο θείος Αχιλλέας,

και αμέσως τον ερώτησε: «Ω Πάτροκλε, τι κλαίεις;

Κοράσι ομοιάζεις τρυφερό που οπίσω απ’ την μητέρα

τρέχει και την παρακαλεί στον κόρφο να το πάρει,

και απ’ την ποδιά της την κρατεί, που βιαστικά πηγαίνει,

και ως να το πάρει την κοιτά με μάτια δακρυσμένα.

Ομοίως, Πάτροκλε, θερμά και συ τα δάκρυα χύνεις.

Στους Μυρμιδόνες ή σ’ εμέ θα φανερώσεις κάτι;

Ή κάποο μήνυμα κρυφό σου έφθασε απ’ την Φθίαν;

 

ὣς οἳ μὲν περὶ νηὸς ἐϋσσέλμοιο μάχοντο·

Πάτροκλος δ᾽ Ἀχιλῆϊ παρίστατο ποιμένι λαῶν

δάκρυα θερμὰ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος,

ἥ τε κατ᾽ αἰγίλιπος πέτρης δνοφερὸν χέει ὕδωρ.

τὸν δὲ ἰδὼν ᾤκτιρε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς,        5

καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·

τίπτε δεδάκρυσαι Πατρόκλεες, ἠΰτε κούρη

νηπίη, ἥ θ᾽ ἅμα μητρὶ θέουσ᾽ ἀνελέσθαι ἀνώγει

εἱανοῦ ἁπτομένη, καί τ᾽ ἐσσυμένην κατερύκει,

δακρυόεσσα δέ μιν ποτιδέρκεται, ὄφρ᾽ ἀνέληται· 10

τῇ ἴκελος Πάτροκλε τέρεν κατὰ δάκρυον εἴβεις.

ἠέ τι Μυρμιδόνεσσι πιφαύσκεαι, ἢ ἐμοὶ αὐτῷ,

ἦέ τιν᾽ ἀγγελίην Φθίης ἐξέκλυες οἶος;

 

 

Ζη ακόμη ο Μενοίτιος, του Άκτορος, ως λέγουν,

ζη και ο Πηλεύς του Αιακού, στην γην των Μυρμιδόνων,

που άκουσμα θα’ταν θλιβερό σ’ εμάς ο θάνατός των.

Ή κλαίεις για τους Αχαιούς, καθώς παθαίνουν θραύσιν

στες πρύμνες και τ’ αδίκημα πλερώνουν το δικό τους;

Λέγε, μη το’χεις μυστικό, κι εγώ να το γνωρίσω.».

Πάτροκλ’ εβαρυστέναξες, ιππόμαχε, και του’πες:

 

ζώειν μὰν ἔτι φασὶ Μενοίτιον Ἄκτορος υἱόν,

ζώει δ᾽ Αἰακίδης Πηλεὺς μετὰ Μυρμιδόνεσσι;       15

τῶν κε μάλ᾽ ἀμφοτέρων ἀκαχοίμεθα τεθνηώτων.

ἦε σύ γ᾽ Ἀργείων ὀλοφύρεαι, ὡς ὀλέκονται

νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ὑπερβασίης ἕνεκα σφῆς;

ἐξαύδα, μὴ κεῦθε νόῳ, ἵνα εἴδομεν ἄμφω.

τὸν δὲ βαρὺ στενάχων προσέφης Πατρόκλεες ἱππεῦ·                                                                                

 

 

«Των Αχαιών υπέρτατε, Πηλείδη Αχιλλέα,

πώς να μην κλάψω; Συμφορά μεγάλη τους Αργείους

εβρήκεν, ότι κείτονται στες πρύμνες λαβωμένοι

αυτοί που ως τώρα ελέγονταν οι πρώτοι πολεμάρχοι.

Κει λαβωμένος κείτεται και ο δυνατός Τυδείδης,

ο Οδυσσεύς και ο δοξαστός στην λόγχην Αγαμέμνων,

και στο μερί λαβώθηκεν ο Ευρύπυλος με βέλος.

 

ὦ Ἀχιλεῦ Πηλῆος υἱὲ μέγα φέρτατ᾽ Ἀχαιῶν

μὴ νεμέσα· τοῖον γὰρ ἄχος βεβίηκεν Ἀχαιούς.

οἳ μὲν γὰρ δὴ πάντες, ὅσοι πάρος ἦσαν ἄριστοι,

ἐν νηυσὶν κέαται βεβλημένοι οὐτάμενοί τε.

βέβληται μὲν ὃ Τυδεΐδης κρατερὸς Διομήδης,     25

οὔτασται δ᾽ Ὀδυσεὺς δουρικλυτὸς ἠδ᾽ Ἀγαμέμνων,

βέβληται δὲ καὶ Εὐρύπυλος κατὰ μηρὸν ὀϊστῷ.

 

 

Και πολυβόταν’ ιατροί  κοιτάζουν τες πληγές των

αλλά συ είσαι αμάλακτος, Πηλείδη. Μη ποτέ μου

χολή με πιάσει ωσάν αυτή που συ στα στήθη τρέφεις.

Ποιον θα ωφελήσει απόγονον η  άτυχή σου ανδρεία

αν τώρ’ από τον όλεθρον δεν σώσεις τους Αργείους;

 

τοὺς μέν τ᾽ ἰητροὶ πολυφάρμακοι ἀμφιπένονται

ἕλκε᾽ ἀκειόμενοι· σὺ δ᾽ ἀμήχανος ἔπλευ Ἀχιλλεῦ.

μὴ ἐμέ γ᾽ οὖν οὗτός γε λάβοι χόλος, ὃν σὺ φυλάσσεις                                                                         

αἰναρέτη· τί σευ ἄλλος ὀνήσεται ὀψίγονός περ

αἴ κε μὴ Ἀργείοισιν ἀεικέα λοιγὸν ἀμύνῃς;

 

 

Σκληρέ. Πατέρας  σου ο Πηλεύς δεν ήταν μήτε η Θέτις

μητέρ’, αλλά σ’ εγέννησαν η θάλασσα και οι βράχοι,

τόσο είναι η γνώμη ασύντριφτη μες στ’ άπονά σου στήθη.

Και αν εις τον νουν σου έχεις χρησμόν, που ν’ αποφύγεις θέλεις

και η δέσποινα μητέρα σου σου ανάφερε απ’ τον Δία,

εμέ κάν στείλ’ ευθύς και ομού τους Μυρμιδόνας όλους,

ίσως μ’ εμένα ολίγο φως ιδούν οι νικημένοι.

Και τ’ άρματά σου δώσε μου να τα φορώ στην μάχην,

ίσως ειπούν πως είσαι συ και ξεκοπούν οι Τρώες

από την μάχην, άνεσιν να λάβουν οι θλιμμένοι.

Τ’ ανάσαμα είν’ ελάφρωσις, όσον μικρά και αν είναι.

Κι εύκολα εμείς ακόπωτοι τα πλήθη κοπωμένα

θα διώχναμε, στην πόλιν τους να φύγουν απ’ τα πλοία.».

 

νηλεές, οὐκ ἄρα σοί γε πατὴρ ἦν ἱππότα Πηλεύς,

οὐδὲ Θέτις μήτηρ· γλαυκὴ δέ σε τίκτε θάλασσα

πέτραι τ᾽ ἠλίβατοι, ὅτι τοι νόος ἐστὶν ἀπηνής.   35

εἰ δέ τινα φρεσὶ σῇσι θεοπροπίην ἀλεείνεις

καί τινά τοι πὰρ Ζηνὸς ἐπέφραδε πότνια μήτηρ,

ἀλλ᾽ ἐμέ περ πρόες ὦχ᾽, ἃμα δ᾽ ἄλλον λαὸν ὄπασσον

Μυρμιδόνων, ἤν πού τι φόως Δαναοῖσι γένωμαι.

δὸς δέ μοι ὤμοιιν τὰ σὰ τεύχεα θωρηχθῆναι,       40

αἴ κ᾽ ἐμὲ σοὶ ἴσκοντες ἀπόσχωνται πολέμοιο

Τρῶες, ἀναπνεύσωσι δ᾽ Ἀρήϊοι υἷες Ἀχαιῶν

τειρόμενοι· ὀλίγη δέ τ᾽ ἀνάπνευσις πολέμοιο.

ῥεῖα δέ κ᾽ ἀκμῆτες κεκμηότας ἄνδρας ἀϋτῇ

ὤσαιμεν προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.       45

 

 

Παρακαλούσεν ο τυφλός ολόθερμα, και ωστόσο

παρακαλούσε θάνατον κακόν της κεφαλής του.

Και του’πε  μ’ αγανάκτησιν ο γρήγορος Πηλείδης:

 

ὣς φάτο λισσόμενος μέγα νήπιος· ἦ γὰρ ἔμελλεν

οἷ αὐτῷ θάνατόν τε κακὸν καὶ κῆρα λιτέσθαι.

τὸν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·

 

 

«Πάτροκλε διογέννητε, ωιμέ, ποιόν λόγον είπες!

Μήτε χρησμόν λογιάζω εγώ, που να γνωρίζω, μήτε

λόγον μου έφερε η σεπτή μητέρ’ από τον Δία.

Αλλ’ είναι τούτ’ οπού βαθιά πληγώνει την ψυχήν μου,

άνθρωπος του ομοίου του το γέρας να του πάρει

οπίσω, ότ’ είναι ανώτερος στην εξουσίαν μόνον.

Με όσα ως τώρα υπόφερα και αυτόν τον πόνον  έχω.

 

ὤ μοι διογενὲς Πατρόκλεες οἷον ἔειπες·

οὔτε θεοπροπίης ἐμπάζομαι ἥν τινα οἶδα,           50

οὔτέ τί μοι πὰρ Ζηνὸς ἐπέφραδε πότνια μήτηρ·

ἀλλὰ τόδ᾽ αἰνὸν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἱκάνει,

ὁππότε δὴ τὸν ὁμοῖον ἀνὴρ ἐθέλῃσιν ἀμέρσαι

καὶ γέρας ἂψ ἀφελέσθαι, ὅ τε κράτεϊ προβεβήκῃ·

αἰνὸν ἄχος τό μοί ἐστιν, ἐπεὶ πάθον ἄλγεα θυμῷ.   

 

 

Την κόρην που μου διάλεξαν οι Αχαιοί βραβείον,

που εκείνην, όταν έριξα της χώρας της τα τείχη,

έχει αποκτήσ’ η λόγχη μου, μου επήρε τώρα οπίσω

ο Ατρείδης, ως ατίμητος να ήμουν εδώ ξένος.

Αλλ’ ό,τι εγίνη ας έγινε. Κι αιώνια να βαστάξει

δεν ημπορούσεν η χολή. Τωόντι στον θυμόν μου

είπα, που δεν θα έπαυα, πριν στα δικά μου πλοία

της μάχης φθάσει ο βοητός και βρόντος του πολέμου.

 

κούρην ἣν ἄρα μοι γέρας ἔξελον υἷες Ἀχαιῶν,

δουρὶ δ᾽ ἐμῷ κτεάτισσα πόλιν εὐτείχεα πέρσας,

τὴν ἂψ ἐκ χειρῶν ἕλετο κρείων Ἀγαμέμνων

Ἀτρεΐδης ὡς εἴ τιν᾽ ἀτίμητον μετανάστην.

ἀλλὰ τὰ μὲν προτετύχθαι ἐάσομεν· οὐδ᾽ ἄρα πως ἦν                                                                                       

ἀσπερχὲς κεχολῶσθαι ἐνὶ φρεσίν· ἤτοι ἔφην γε

οὐ πρὶν μηνιθμὸν καταπαυσέμεν, ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν δὴ

νῆας ἐμὰς ἀφίκηται ἀϋτή τε πτόλεμός τε.

 

 

Αλλ’ έπαρε και ζώσου εσύ τα υπέρλαμπρ’ άρματά μου

και οδήγα τους ατρόμητους στην μάχην Μυρμιδόνας

ότι από Τρώας σύγνεφο κατάμαυρο έχει ζωσει

τες πρύμνες όλες κι οι Αχαιοί σπρωχθήκαν στης θαλάσσης

την άκρην και κρατούν ακόμη ολίγον τόπον.

Και όλη των Τρώων έπεσεν επάνω τους η πόλις,

ξέθαρροι, οπού του κράνους μου το μέτωπο να λάμπει

κοντά δεν βλέπουν. Και γοργά θα φεύγαν να γεμίσουν

νεκροί τους λάκκους, αν σ’ εμέ ήταν ο Ατρείδης πράος.

Και τώρα ιδού πώς τον στρατόν εζώσαν τ’ άρματά τους.

 

τύνη δ᾽ ὤμοιιν μὲν ἐμὰ κλυτὰ τεύχεα δῦθι,

ἄρχε δὲ Μυρμιδόνεσσι φιλοπτολέμοισι μάχεσθαι,     

εἰ δὴ κυάνεον Τρώων νέφος ἀμφιβέβηκε

νηυσὶν ἐπικρατέως, οἳ δὲ ῥηγμῖνι θαλάσσης

κεκλίαται, χώρης ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντες

Ἀργεῖοι, Τρώων δὲ πόλις ἐπὶ πᾶσα βέβηκε

θάρσυνος· οὐ γὰρ ἐμῆς κόρυθος λεύσσουσι μέτωπον

ἐγγύθι λαμπομένης· τάχα κεν φεύγοντες ἐναύλους

πλήσειαν νεκύων, εἴ μοι κρείων Ἀγαμέμνων

ἤπια εἰδείη· νῦν δὲ στρατὸν ἀμφιμάχονται.

 

 

Διότι από τον όλεθρον τους Δαναούς να σώσει

η λόγχη πλέον δεν λυσσά στο χέρι του Τυδείδη,

ουδέ του Ατρείδη ακούω πλια το μισητό μου στόμα,

αλλά του Έκτορος βροντά φωνή, του ανθρωποφόνου,

το πρόσταγμα εις τους Τρώας του, που όλην την πεδιάδα

πλημμύρισαν και με βοήν συντρίβουν τους Αργείους.

 

οὐ γὰρ Τυδεΐδεω Διομήδεος ἐν παλάμῃσι

μαίνεται ἐγχείη Δαναῶν ἀπὸ λοιγὸν ἀμῦναι·      75

οὐδέ πω Ἀτρεΐδεω ὀπὸς ἔκλυον αὐδήσαντος

ἐχθρῆς ἐκ κεφαλῆς· ἀλλ᾽ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο

Τρωσὶ κελεύοντος περιάγνυται, οἳ δ᾽ ἀλαλητῷ

πᾶν πεδίον κατέχουσι μάχῃ νικῶντες Ἀχαιούς.

 

 

Αλλ’ όμως πέσ’ επάνω τους, ω Πάτροκλε ανδρειωμένε,

πρόφθασε πριν αδάμαστην βάλουν φωτιά στα πλοία

και κάψουν την επιστροφήν στην ποθητήν πατρίδα.

 

Και όλον τον λόγον που θα ειπώ βάλε στον νουν και πείθου.

Να λάβω δόξαν και τιμήν απ’ όλους τους Αργείους,

θα κάμεις και την όμορφην να μου αποδώσουν κόρην,

με δώρ’ακόμα υπέρλαμπρα. Και αφού μακράν των πλοίων

τους διώξεις, γύρε παρευθύς. Κι εάν θελήσεις δόξαν

να σου χαρίσει ο βροντητής, μη συ επιθυμήσεις

 

ἀλλὰ καὶ ὧς Πάτροκλε νεῶν ἄπο λοιγὸν ἀμύνων  

ἔμπεσ᾽ ἐπικρατέως, μὴ δὴ πυρὸς αἰθομένοιο

νῆας ἐνιπρήσωσι, φίλον δ᾽ ἀπὸ νόστον ἕλωνται.

πείθεο δ᾽ ὥς τοι ἐγὼ μύθου τέλος ἐν φρεσὶ θείω,

ὡς ἄν μοι τιμὴν μεγάλην καὶ κῦδος ἄρηαι

πρὸς πάντων Δαναῶν, ἀτὰρ οἳ περικαλλέα κούρην                                                                              

ἂψ ἀπονάσσωσιν, ποτὶ δ᾽ ἀγλαὰ δῶρα πόρωσιν.

ἐκ νηῶν ἐλάσας ἰέναι πάλιν^· εἰ δέ κεν αὖ τοι

δώῃ κῦδος ἀρέσθαι ἐρίγδουπος πόσις Ἥρης,

 

 

χωρίς εμέ ν’ αγωνισθείς με τ’ ανδρειωμένα πλήθη

των Τρώων. Και αδοξώτερον θενά με καταστήσεις.

Μη στου πολέμου την φωτιάν και στην σφαγήν των Τρώων

μεθύσεις και ως την Ίλιον με θάρρος προχωρήσεις,

μη κάποιος απ’ τον Όλυμπον θεός εμπεί στην μάχην,

ότι πολύ τους αγαπά ο μακροβόλος Φοίβος.

 

Αλλ’ άμα φέρεις άνεσιν στες πρύμνες στρέψε οπίσω

ευθύς, κι εκείνοι ας πολεμούν κατόπι στην πεδιάδα.

 

μὴ σύ γ᾽ ἄνευθεν ἐμεῖο λιλαίεσθαι πολεμίζειν

Τρωσὶ φιλοπτολέμοισιν· ἀτιμότερον δέ με θήσεις·    

μὴ δ᾽ ἐπαγαλλόμενος πολέμῳ καὶ δηϊοτῆτι

Τρῶας ἐναιρόμενος προτὶ Ἴλιον ἡγεμονεύειν,

μή τις ἀπ᾽ Οὐλύμποιο θεῶν αἰειγενετάων

ἐμβήῃ· μάλα τούς γε φιλεῖ ἑκάεργος Ἀπόλλων·

ἀλλὰ πάλιν τρωπᾶσθαι, ἐπὴν φάος ἐν νήεσσι      95

θήῃς, τοὺς δ᾽ ἔτ᾽ ἐᾶν πεδίον κάτα δηριάασθαι.

 

 

Δία πατέρα, και Αθηνά, και Απόλλων, χάρισέ μας

κανείς από τον θάνατον να μην σωθεί των Τρώων

μηδέ κανείς των Αχαιών, να μείνωμεν οι δύο

και μόνοι εμείς να ρίξωμεν τα τείχ’ ιερά της Τροίας.».

 

αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον

μήτέ τις οὖν Τρώων θάνατον φύγοι ὅσσοι ἔασι,

μήτέ τις Ἀργείων, νῶϊν δ᾽ ἐκδῦμεν ὄλεθρον,

ὄφρ᾽ οἶοι Τροίης ἱερὰ κρήδεμνα λύωμεν^.       100

 

 

Τους λόγους τούτους έλεγαν εκείνοι μεταξύ τους,

και ο Αίας πλια δεν έμενε, πνιγμένος απ’ τα βέλη.

Του Δία τον νικούσε ο νους, τα τόξα ομού των Τρώων.

Τρομακτικά στους μήλιγγες τα φάλαρα τα ωραία

του κράνους απ’ το κτύπημα των ακοντιών κροτούσαν,

και αγανακτούσε η αριστερή του πλάτη ως εκρατούσε

πάντοτε αυτός ασάλευτην εμπρός του την ασπίδα

μ’ όσα σ’ αυτήν και αν στύλωναν ακόντια να την σπρώξουν.

 

ὣς οἳ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον,

Αἴας δ᾽ οὐκ ἔτ᾽ ἔμιμνε· βιάζετο γὰρ βελέεσσι·

δάμνα μιν Ζηνός τε νόος καὶ Τρῶες ἀγαυοὶ

βάλλοντες· δεινὴν δὲ περὶ κροτάφοισι φαεινὴ

πήληξ βαλλομένη καναχὴν ἔχε, βάλλετο δ᾽ αἰεὶ

κὰπ φάλαρ᾽ εὐποίηθ᾽· ὃ δ᾽ ἀριστερὸν ὦμον ἔκαμνεν

ἔμπεδον αἰὲν ἔχων σάκος αἰόλον· οὐδὲ δύναντο

ἀμφ᾽ αὐτῷ πελεμίξαι ἐρείδοντες βελέεσσιν.

 

 

Αγκομαχούσε φοβερά και απ’ όλα του τα μέλη

ίδρωτας έρρεε πολύς και ανασασμόν δεν είχε.

Κακόν επάνω στο κακό τον έσφιγγε τριγύρω.

 

αἰεὶ δ᾽ ἀργαλέῳ ἔχετ᾽ ἄσθματι, κὰδ δέ οἱ ἱδρὼς

πάντοθεν ἐκ μελέων πολὺς ἔρρεεν, οὐδέ πῃ εἶχεν

ἀμπνεῦσαι· πάντῃ δὲ κακὸν κακῷ ἐστήρικτο.

 

 

Μούσες από τον Όλυμπον, διδάξετέ με τώρα,

πώς επρωτόπεσε η φωτιά στων Αχαιών τα πλοία.

Ο Έκτωρ επλησίασε και με το μέγα ξίφος

εχώρισε του Αίαντος το φράξινο κοντάρι

κάτω απ’ την λόγχην. Κι έσειε το κολοβό κοντάρι

ο Αίας ανωφέλητα. Και η χάλκινή του λόγχη

με βρόντον έπεσε μακράν. Ερρίγωσεν ο Αίας

και με την άψεγην ψυχήν εγνώρισε τα θεία

έργα, ότι κάθε μηχανή αφάνιζε της μάχης

και εις τους Τρώας έδιδε την νίκην ο Κρονίδης.

Και από τα βέλη εσύρθηκε. Κι ευθύς εκείνοι εβάλαν

φωτιά στα πλοία και άσβεστη μέσα του απλώθ’ η φλόγα.

 

ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι,

ὅππως δὴ πρῶτον πῦρ ἔμπεσε νηυσὶν Ἀχαιῶν.

Ἕκτωρ Αἴαντος δόρυ μείλινον ἄγχι παραστὰς

πλῆξ᾽ ἄορι μεγάλῳ αἰχμῆς παρὰ καυλὸν ὄπισθεν,  

ἀντικρὺ δ᾽ ἀπάραξε· τὸ μὲν Τελαμώνιος Αἴας

πῆλ᾽ αὔτως ἐν χειρὶ κόλον δόρυ, τῆλε δ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ

αἰχμὴ χαλκείη χαμάδις βόμβησε πεσοῦσα.

γνῶ δ᾽ Αἴας κατὰ θυμὸν ἀμύμονα ῥίγησέν τε

ἔργα θεῶν, ὅ ῥα πάγχυ μάχης ἐπὶ μήδεα κεῖρε  120

Ζεὺς ὑψιβρεμέτης, Τρώεσσι δὲ βούλετο νίκην·

χάζετο δ᾽ ἐκ βελέων. τοὶ δ᾽ ἔμβαλον ἀκάματον πῦρ

νηῒ θοῇ· τῆς δ᾽ αἶψα κατ᾽ ἀσβέστη κέχυτο φλόξ.

 

 

Και το καράβι έζωνε το πυρ. Τότε ο Πηλείδης

τα δυο μεριά του εκτύπησε και είπε του Πατρόκλου:

 

«Πάτροκλε διογέννητε, κινήσου ανδρειωμένε,

κίνημα βλέπω του πυρός κει πέρα στα καράβια.

Μη τα πατήσουν και φυγής δεν μείνει ελπίδα πλέον.

Τ’ άρματα ζώσου, ωστόσο εγώ τα πλήθη συναθροίζω.».

 

ὣς τὴν μὲν πρυμνὴν πῦρ ἄμφεπεν· αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς

μηρὼ πληξάμενος Πατροκλῆα προσέειπεν·        125

ὄρσεο διογενὲς Πατρόκλεες ἱπποκέλευθε·

λεύσσω δὴ παρὰ νηυσὶ πυρὸς δηΐοιο ἰωήν·

μὴ δὴ νῆας ἕλωσι καὶ οὐκέτι φυκτὰ πέλωνται·

δύσεο τεύχεα θᾶσσον, ἐγὼ δέ κε λαὸν ἀγείρω.

 

 

Είπε, κι εφόρει ο Πάτροκλος τ’ άρματα που αστράφταν.

Πρώτα τες κνήμες έζωσε με τες λαμπρές κνημίδες

που ήσαν με αργυροκάρφωτες περόνες αρμοσμένες.

Κατόπιν θώρακα λαμπρόν αστερωτόν στα στήθη

έβαλε, οπού ο φτερόποδος Αιακίδης εφορούσε.

Ξίφος αργυροκάρφωτον εκρέμασε απ’ τους ώμους

χάλκινο, κι έπειτα τρανήν και στερεήν ασπίδα.

Εις την γενναίαν κεφαλήν καλόν έθεσε κράνος

μ’ αλόγου χαίτην και φρικτός σειόταν επάν’ ο λόφος.

 

ὣς φάτο, Πάτροκλος δὲ κορύσσετο νώροπι χαλκῷ.                                                                             

κνημῖδας μὲν πρῶτα περὶ κνήμῃσιν ἔθηκε

καλάς, ἀργυρέοισιν ἐπισφυρίοις ἀραρυίας·

δεύτερον αὖ θώρηκα περὶ στήθεσσιν ἔδυνε

ποικίλον ἀστερόεντα ποδώκεος Αἰακίδαο.

ἀμφὶ δ᾽ ἄρ᾽ ὤμοισιν βάλετο ξίφος ἀργυρόηλον  135

χάλκεον, αὐτὰρ ἔπειτα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε·

κρατὶ δ᾽ ἐπ᾽ ἰφθίμῳ κυνέην εὔτυκτον ἔθηκεν

ἵππουριν· δεινὸν δὲ λόφος καθύπερθεν ἔνευεν.

 

 

Κι επήρε καλοφούκτωτα δυο δυνατά κοντάρια

και όχι το μέγα, το βαρύ κοντάρι του Αχιλλέως

οπού κανείς των Αχαιών να σείσει δεν μπορούσε

και το’σειε μόνος ο Αχιλλευς από το Πήλειον όρος

κομμένο φράξο πόδωκεν ο Χείρων του πατρός του

φόνον να φέρει αφεύγατον εις τους ανδρειωμένους.

 

εἵλετο δ᾽ ἄλκιμα δοῦρε, τά οἱ παλάμηφιν ἀρήρει.

ἔγχος δ᾽ οὐχ ἕλετ᾽οἶον ἀμύμονος Αἰακίδαο       140

βριθὺ μέγα στιβαρόν· τὸ μὲν οὐ δύνατ᾽ ἄλλος Ἀχαιῶν

πάλλειν, ἀλλά μιν οἶος ἐπίστατο πῆλαι Ἀχιλλεὺς

Πηλιάδα μελίην, τὴν πατρὶ φίλῳ πόρε Χείρων[1]

Πηλίου[2] ἐκ κορυφῆς, φόνον ἔμμεναι ἡρώεσσιν[3].

 

 

Κι είπε στον Αυτομέδοντα να ζέψει ευθύς τους ίππους

φίλον του εξόχως σεβαστόν κατόπιν του Αχιλλέως,

στην μάχην ετοιμότατον εις κάθε προσταγήν του.

 

ἵππους δ᾽ Αὐτομέδοντα θοῶς ζευγνῦμεν ἄνωγε,     

τὸν μετ᾽ Ἀχιλλῆα ῥηξήνορα τῖε μάλιστα,

πιστότατος δέ οἱ ἔσκε μάχῃ ἔνι μεῖναι ὁμοκλήν.

 

 

Και ο Αυτομέδων έζεψε τον Ξάνθον και Βαλίον,

πουλάρι’ ανεμόποδα, τα γέννησε η Ποδάργη

η Άρπυι’ από τον Ζέφυρον ως έβοσκε στην χλόην

στα τείχη του Ωκεανού. Τους έδεσε στο πλάγι

τον Πήδασον ασύγκριτον, που’χε ο Πηλείδης φέρει

από του Ηετίωνος την πορθημένην πόλιν,

κι ίππος συμβάδιζε θνητός με αθάνατα πουλάρια.

 

Τους Μυρμιδόνας σύνταζε και αρμάτωνε ο Πηλείδης

όλους απ’ όλες τες σκηνές. Και ως ωμοφάγοι λύκοι

με δύναμιν αδάμαστην, αφού στα όρη ελάφι

κερατοφόρο εσπάραξαν μεγάλο και το φάγαν

και είναι τα σιαγόνια τους κατάμαυρ’ από το αίμα.

 

τῷ δὲ καὶ Αὐτομέδων ὕπαγε ζυγὸν ὠκέας ἵππους

Ξάνθον καὶ Βαλίον, τὼ ἅμα πνοιῇσι πετέσθην,

τοὺς ἔτεκε Ζεφύρῳ ἀνέμῳ Ἅρπυια Ποδάργη      150

βοσκομένη λειμῶνι παρὰ ῥόον Ὠκεανοῖο^^.

ἐν δὲ παρηορίῃσιν ἀμύμονα Πήδασον ἵει,

τόν ῥά ποτ᾽ Ἠετίωνος ἑλὼν πόλιν ἤγαγ᾽ Ἀχιλλεύς,

ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπεθ᾽ ἵπποις ἀθανάτοισι.

Μυρμιδόνας δ᾽ ἄρ᾽ ἐποιχόμενος θώρηξεν Ἀχιλλεὺς 

πάντας ἀνὰ κλισίας σὺν τεύχεσιν· οἳ δὲ λύκοι ὣς

ὠμοφάγοι, τοῖσίν τε περὶ φρεσὶν ἄσπετος ἀλκή,

οἵ τ᾽ ἔλαφον κεραὸν μέγαν οὔρεσι δῃώσαντες

δάπτουσιν· πᾶσιν δὲ παρήϊον αἵματι φοινόν·

 

 

 

ß                                                            à

G

 



[1]ΧΕΙΡΩΝ

Αρχικά, ο Χείρων ήταν θεός της ιατρικής στην Θεσσαλία, αλλά αργότερα επέζησε στην Ελληνική μυθολογία σαν ένας από τους κενταύρους. Διέφερε από τους άλλους κενταύρους γιατί ο Χείρων ήταν σοφός και με πολλές θεραπευτικές γνώσεις. Είχε πολλούς μαθητές, ανάμεσά τους ήταν ο Ασκληπιός, ο Θησέας, και ο Αχιλλέας. Οταν χτυπήθηκε  από ένα δηλητηριασμένο βέλος του Ηρακλή, ο Χείρων αντάλλαξε την αθανασία του (χαρίζοντάς την στον Προμηθέα) για να αποφύγει τους πόνους της πληγής του. Μετά τον θάνατό του έγινε ο αστερισμός του Τοξότη. Ο Χείρων θεωρείται γιος του Κρόνου και της Φιλύρας. 

Βλ. και ΙΛΙΑΔΟΣ  ΡΑΨΩΔΙΑ Δ, στ. 219.

>>   >> ΙΛΙΑΔΟΣ  ΡΑΨΩΔΙΑ Τ, στ. 390.

 

[2]Εξ ου και το όνομαΠηλεύς’= αυτός που μπορούσε να ΠΑΛΛΕΙ - να χειριστεί - το τεράστιο αυτό κοντάρι.

 μελίη = μελία # φράξο # φλαμουριά # μέλεγος # κοντάρι  από ξύλο μελιάς

 

[3]Βλ. καιΙΛΙΑΔΟΣ  ΡΑΨΩΔΙΑ  Τ, στ. 387-391.

 



^Ο Αχιλλέας λέει στον Πατροκλο να μην μείνει στην μάχη εναντίον των Τρώων, παρά μόνο για να αποσωβήσει τον κίνδυνο να καούν τα πλοία των Αχαιών.  [Αν αυτό συνέβαινε, πράγματι θα ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση και για τον ίδιο τον Αχιλλέα με τους Μυρμιδόνες...].

 

 

^  Μια άλλη προσευχή του Αχιλλέα στο Π, στ. 233 κ.εξ.

 

 

^^Η ΑΡΠΥΙΑ  ΠΟΔΑΓΡΗ γεννησε τα άλογα του Αχιλλέα Ξάνθο και Βαλίο.

ΑΡΠΥΙΕΣ. Οι θυγατέρες του Τυφώνα ή του Θαύμαντα ή του Ποσειδώνα, που συμπαρασύρουν και καταστρέφουν τα πάντα στο πέρασμα του. Τοπος διαμονής τους θεωρούνταν οι Στροφάδες, νησιά του Ιονίου πελάγους. Είναι φτερωτά τέρατα που τρέχουν με την ταχύτητα των ανέμων, ωχρες στο πρόσωπο, με σώμα πουλιού και μακριά νύχια, που αρπάζουν την λεία τους για να χορτάσουν την λαιμαργία τους, η οποία όμως παραμένει αιώνια. Συνήθιζαν να καταβροχθίζουν τα φαγητά ή να τα μολύνουν με δυσώδη ουσία. Τα ονόματα τους είναι: Κελαινώ, Αελλώ Ωκυπέτη, Νικοθόη, Ωκυπόδη, Αχολόη, Ποδάργη και Αελλόπους. Αδελφή τους είναι η Ίρις που εμφανίζεται μετά την θύελλα [βλ. και Οδύσσεια α 241, ο 77, Θεογ. 267 Απολλόδ. Α 120 κ.εξ.].

Στην ΡΑΨΩΔΙΑ Ψ, στ. 277, ο Αχιλλέας λέει πως τους ίππους του τους χάρισε  ο Ποσειδώνας στον πατέρα του τον Πηλέα, και αυτός τους έδωσε στον Αχιλλέα. Βλ. και ΡΑΨΩΔΙΑ Ρ, στ. 426 την περιγραφή της αντίδρασης των αλόγων μόλις κατάλαβαν πως σκοτώθηκε ο Πάτροκλος.