ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Π΄

(στίχοι  : 692-867 [τέλος] )

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Ποιον πρώτον και ποιον ύστερον εγύμνωσες στην μάχην,

Πάτροκλε, οπόταν οι θεοί σ’ εκάλεσαν στον Άδην;

 

Έπεσε πρώτα ο Άδρηστος. Ο Αυτόνοος κατόπιν,

ο Επίστωρ, ο Μελάνιππος, ο Πέριμος Μεγάδης,

ο Έχεκλος, ο Έλασος, ο Μούλιος και ο Πυλάρτης,

κι οι άλλοι εδειλοψύχησαν κι έφυγαν όλοι εμπρός του.

 

ἔνθα τίνα πρῶτον τίνα δ᾽ ὕστατον ἐξενάριξας

Πατρόκλεις, ὅτε δή σε θεοὶ θάνατον δὲ κάλεσσαν;

Ἄδρηστον μὲν πρῶτα καὶ Αὐτόνοον καὶ Ἔχεκλον

καὶ Πέριμον  Μεγάδην καὶ Ἐπίστορα καὶ Μελάνιππον,                                                                       

αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Ἔλασον καὶ Μούλιον ἠδὲ Πυλάρτην·

τοὺς ἕλεν· οἳ δ᾽ ἄλλοι φύγαδε μνώοντο ἕκαστος.

 

 

Θα’παιρναν τότ’ οι Αχαιοί την υψηλήν Τρωάδα,

τόσο τριγύρω εμάνιζεν η λόγχη του Πατρόκλου,

στον πύργον αν δεν έστεκεν ο Φοίβος, που των Τρώων

υπέρμαχος, τον όλεθρον εκείνου εμελετούσε.

 

Και τρεις εσκάλωσε φορές ο Πάτροκλος στο τείχος

και τρεις τον εξετίναξεν ο Φοίβος με τα χέρια

τ’ αθάνατα κτυπώντας του την φωτεινήν ασπίδα.

 

ἔνθά κεν ὑψίπυλον Τροίην ἕλον υἷες Ἀχαιῶν

Πατρόκλου ὑπὸ χερσί, περὶ πρὸ γὰρ ἔγχεϊ θῦεν,

εἰ μὴ Ἀπόλλων Φοῖβος ἐϋδμήτου ἐπὶ πύργου      700

ἔστη τῷ ὀλοὰ φρονέων, Τρώεσσι δ᾽ ἀρήγων.

τρὶς μὲν ἐπ᾽ ἀγκῶνος βῆ τείχεος ὑψηλοῖο

Πάτροκλος, τρὶς δ᾽ αὐτὸν ἀπεστυφέλιξεν Ἀπόλλων

χείρεσσ᾽ ἀθανάτῃσι φαεινὴν ἀσπίδα νύσσων.

 

 

Αλλ’ ότε ως δαίμων τέταρτην φοράν εχύθη ο ήρως,

φοβερήν του’βαλε κραυγήν ο Απόλλων και του είπε:

 

«Πάτροκλε διογέννητε, δεν έχει ορίσ’  η μοίρα

των αποτόλμων Τρώων συ την πόλη να πορθήσεις,

ούδ’ ο Αχιλλεύς, εις την ανδρειά περίσσ’ ανώτερός σου.».

 

Είπε, κι ευθύς ο Πάτροκλος μακράν εσύρθη οπίσω

για να αποφύγει την ορμήν του μακροβόλου Φοίβου.

Κι έμεν’ ο Έκτωρ στες Σκαιές με τα γοργά πουλάρια.

Κι ερεύνα ο νους του αν θα στραφεί στην ταραχήν της μάχης

ή θα φωνάξει τον λαόν ν’ αποκλεισθεί στο τείχος.

 

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὸ τέταρτον ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος,  705

δεινὰ δ᾽ ὁμοκλήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·

χάζεο διογενὲς Πατρόκλεες· οὔ νύ τοι αἶσα

σῷ ὑπὸ δουρὶ πόλιν πέρθαι Τρώων ἀγερώχων,

οὐδ᾽ ὑπ᾽ Ἀχιλλῆος*, ὅς περ σέο πολλὸν ἀμείνων.

ὣς φάτο, Πάτροκλος δ᾽ ἀνεχάζετο πολλὸν ὀπίσσω  

μῆνιν ἀλευάμενος ἑκατηβόλου Ἀπόλλωνος.

Ἕκτωρ δ᾽ ἐν Σκαιῇσι πύλῃς ἔχε μώνυχας ἵππους·

δίζε γὰρ ἠὲ μάχοιτο κατὰ κλόνον αὖτις ἐλάσσας,

ἦ λαοὺς ἐς τεῖχος ὁμοκλήσειεν ἀλῆναι.

 

 

Και τούτο ενώ στοχάζονταν ήλθεν εμπρός του ο Φοίβος.

Άνδρας εφάνη στην μορφήν καλός και ρωμαλέος,

ο Άσιος, οπού θείον του τον είχε απ’ την Εκάβην,

κι ήταν υιός του Δύμαντος, που πέρα εις της Φρυγίας

τα μέρ’ ήταν εγκάτοικος κει που ο Σαγγάριος ρέει.

Εκείνου επήρε την μορφήν και του’πε τότε ο Φοίβος:

 

«Έκτορ’, από τον πόλεμον τι απέχεις; Δεν σου πρέπει.

Άμποτε αντί κατώτερος να’μουν ανώτερός σου,

ελεεινήν ανάπαυσιν θα είχες απ’ την μάχην.

Αλλ’ έλα, κίνα τ’ άλογα στον Πάτροκλον επάνω

όπως τον πάρ’ η λόγχη σου και ο Φοίβος σε δοξάσει.».

 

ταῦτ᾽ ἄρα οἱ φρονέοντι παρίστατο Φοῖβος Ἀπόλλων                                                                            

ἀνέρι εἰσάμενος αἰζηῷ τε κρατερῷ τε

Ἀσίῳ, ὃς μήτρως ἦν Ἕκτορος ἱπποδάμοιο

αὐτοκασίγνητος Ἑκάβης[1], υἱὸς δὲ Δύμαντος,

ὃς Φρυγίῃ ναίεσκε ῥοῇς ἔπι Σαγγαρίοιο·

τῷ μιν ἐεισάμενος[2] προσέφη Διὸς υἱὸς Ἀπόλλων·  720

Ἕκτορ τίπτε μάχης ἀποπαύεαι; οὐδέ τί σε χρή.

αἴθ᾽ ὅσον ἥσσων εἰμί, τόσον σέο φέρτερος εἴην·

τώ κε τάχα στυγερῶς πολέμου ἀπερωήσειας.

ἀλλ᾽ ἄγε Πατρόκλῳ ἔφεπε κρατερώνυχας ἵππους,

αἴ κέν πώς μιν ἕλῃς, δώῃ δέ τοι εὖχος Ἀπόλλων.  725

 

 

Είπε κι εστράφηκε ο θεός στον θόρυβον της μάχης,

και τον ανδρείον πρόσταξε ο Έκτωρ Κεβριόνην

ευθύς κατά τον πόλεμον τους ίππους να ραβδίσει.

Κι έβαλε τάραχον κακόν ο Φοίβος στους Αργείους,

των Τρώων και του Έκτορος την νίκην να χαρίσει.

Και ο Έκτωρ δεν εφρόντιζε τους άλλους να φονεύει

αλλά τους ίππους έσπρωχνε στον Πάτροκλον επάνω.

 

ὣς εἰπὼν ὃ μὲν αὖτις ἔβη θεὸς ἂμ πόνον ἀνδρῶν,

Κεβριόνῃ δ᾽ ἐκέλευσε δαΐφρονι φαίδιμος Ἕκτωρ

ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν. αὐτὰρ Ἀπόλλων

δύσεθ᾽ ὅμιλον ἰών, ἐν δὲ κλόνον Ἀργείοισιν

ἧκε κακόν, Τρωσὶν δὲ καὶ Ἕκτορι κῦδος ὄπαζεν.  730

Ἕκτωρ δ᾽ ἄλλους μὲν Δαναοὺς ἔα οὐδ᾽ ἐνάριζεν·

αὐτὰρ ὃ Πατρόκλῳ ἔφεπε κρατερώνυχας ἵππους.

 

 

Και από τ’ αμάξι ο Πάτροκλος επήδησε κρατώντας

την λόγχην με τ’ αριστερό, κι εφούκτωσε με τ’ άλλο

χοντρό λιθάρι δοντερό και αντιστυλωμένος

το’ριξε και τον Έκτορα εκτύπησε απ’ ολίγο.

Αλλ’ όμως τον ηνίοχον τον Κεβριόνην ήβρε,

που ήταν νοθογέννητος του δοξαστού Πριάμου,

ενώ κρατούσε τα λουριά, μες στο μεσόφρυδό του.

Και ο τραχύς λίθος σύντριψε τα φρύδια, και όλο εσπάσθη

το κόκαλο, και καταγής επέσαν οι οφθαλμοί του

αυτού εμπρός στα πόδια του. Και απ’ τον λαμπρόν του θρόνον

έπεσε κάτω ως βουτηχτής κι εβγήκεν η ψυχή του.

 

Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν ἀφ᾽ ἵππων ἆλτο χαμᾶζε

σκαιῇ ἔγχος ἔχων· ἑτέρηφι δὲ λάζετο πέτρον

μάρμαρον ὀκριόεντα τόν οἱ περὶ χεὶρ ἐκάλυψεν,   735

ἧκε δ᾽ ἐρεισάμενος, οὐδὲ δὴν χάζετο φωτός,

οὐδ᾽ ἁλίωσε βέλος, βάλε δ᾽ Ἕκτορος ἡνιοχῆα

Κεβριόνην νόθον υἱὸν ἀγακλῆος Πριάμοιο

ἵππων ἡνί᾽ ἔχοντα μετώπιον ὀξέϊ λᾶϊ.

ἀμφοτέρας δ᾽ ὀφρῦς σύνελεν λίθος, οὐδέ οἱ ἔσχεν  740

ὀστέον, ὀφθαλμοὶ δὲ χαμαὶ πέσον ἐν κονίῃσιν

αὐτοῦ πρόσθε ποδῶν· ὃ δ᾽ ἄρ᾽ ἀρνευτῆρι ἐοικὼς

κάππεσ᾽ ἀπ᾽ εὐεργέος δίφρου, λίπε δ᾽ ὀστέα θυμός.

 

 

Και τότε τον ανάπαιξες, ω Πάτροκλε ιππομάχε.

 

«Ω, κοίτα! πόσο είναι ελαφρός που εύκολα βουτάει !

μες στο ιχθυοφόρο πέλαγος αν τύχαινεν εκείνος,

και μέσα στ’άγρια κύματα θα επήδ’ από την πλώρην

να ψάξει στρείδια και πολλούς μ’ εκείνα να χορτάσει.

Τόσ’ εύκολ’ απ’ την άμαξα στο σιάδι αυτός βουτάει.

Είναι κι οι Τρώες βουτηχταί πιδέξιοι, καθώς βλέπω.».

 

Είπε, κι ευθύς εχύθηκε στον ήρωα Κεβριόνην,

την ορμήν είχε λιονταριού, που ταύρους αφανίζει

ώσπου στο στήθος το κτυπούν κι ανδρειά του το φονεύει.

Με λύσσαν τέτοια, Πάτροκλε, του εχύθηκες επάνω.

 

τὸν δ᾽ ἐπικερτομέων προσέφης Πατρόκλεες ἱππεῦ·

ὢ πόποι ἦ μάλ᾽ ἐλαφρὸς ἀνήρ, ὡς ῥεῖα κυβιστᾷ.  745

εἰ δή που καὶ πόντῳ ἐν ἰχθυόεντι γένοιτο,

πολλοὺς ἂν κορέσειεν ἀνὴρ ὅδε τήθεα διφῶν

νηὸς ἀποθρῴσκων, εἰ καὶ δυσπέμφελος εἴη,

ὡς νῦν ἐν πεδίῳ ἐξ ἵππων ῥεῖα κυβιστᾷ.

ἦ ῥα καὶ ἐν Τρώεσσι κυβιστητῆρες ἔασιν.                750

ὣς εἰπὼν ἐπὶ Κεβριόνῃ ἥρωϊ βεβήκει

οἶμα λέοντος ἔχων, ὅς τε σταθμοὺς κεραΐζων

ἔβλητο πρὸς στῆθος, ἑή τέ μιν ὤλεσεν ἀλκή·

ὣς ἐπὶ Κεβριόνῃ Πατρόκλεες ἆλσο μεμαώς.

 

 

Και απ’ τ’ άλλο μέρος πήδησεν ο Έκτωρ απ’ τ’ αμάξι.

Κι εκείν’ οι δύο πιάσθηκαν εις τον νεκρόν επάνω

σαν δυο λεοντάρια στο βουνό, της πείνας λυσσιασμένα

μάχονται μεγαλόψυχα για σκοτωμένο ελάφι.

 

Παρόμοια ποιος τον νεκρόν θα πάρει Κεβριόνην

ο Έκτωρ και ο Πάτροκλος, μάχης δεινοί τεχνίται,

με τον αλύπητον χαλκόν ν’ αντισφαγούν ζητούσαν.

 

Με πείσμ’ από την κεφαλήν ο  Έκτωρ τον κρατούσε

οι Τρώες και οι Δαναοί σφοδρήν κρατούσαν μάχην.

 

Ἕκτωρ δ᾽ αὖθ᾽ ἑτέρωθεν ἀφ᾽ ἵππων ἆλτο χαμᾶζε.    

τὼ περὶ Κεβριόναο λέονθ᾽ ὣς δηρινθήτην,

ὥ τ᾽ ὄρεος κορυφῇσι περὶ κταμένης ἐλάφοιο

ἄμφω πεινάοντε μέγα φρονέοντε μάχεσθον·

ὣς περὶ Κεβριόναο δύω μήστωρες ἀϋτῆς

Πάτροκλός τε Μενοιτιάδης καὶ φαίδιμος Ἕκτωρ  760

ἵεντ᾽ ἀλλήλων ταμέειν χρόα νηλέϊ χαλκῷ.

Ἕκτωρ μὲν κεφαλῆφιν ἐπεὶ λάβεν οὐχὶ μεθίει·

Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν ἔχεν ποδός· οἳ δὲ δὴ ἄλλοι

Τρῶες καὶ Δαναοὶ σύναγον κρατερὴν ὑσμίνην.

 

Και όπως μ’ αγών’ αντίζηλον ο Εύρος με τον Νότον

στο όρος δάσος πολεμούν βαθύ και φουντωμένο

από πολύφλουδες κρανιές και φράξα και μελέγους

που σμίγουν όλ’, αντικτυπούν τα μακριά κλαδιά τους,

όμοια με αντίθετην ορμήν οι Αχαιοί και οι Τρώες

σφάζονταν και την άνανδρην φυγήν στον νουν δεν είχαν,

και ως μάχονταν ολόγυρα εκεί στον Κεβριόνην

λόγχες εμπήχθηκαν πολλές και φτεροφόρ’ ακόντια

και ασπίδες σκούντησαν πολλές λιθαρια φουκτωμένα.

Και αυτός στο μέσο απέραντος στον στρόβιλον της σκόνης

κοιτάμενος τους ιππικούς αγώνες λησμονούσε.

 

ὡς δ᾽ Εὖρός τε Νότος τ᾽ ἐριδαίνετον ἀλλήλοιιν     765

οὔρεος ἐν βήσσῃς βαθέην πελεμιζέμεν ὕλην

φηγόν τε  μελίην τε τανύφλοιόν τε  κράνειαν,

αἵ τε πρὸς ἀλλήλας ἔβαλον τανυήκεας ὄζους

ἠχῇ θεσπεσίῃ, πάταγος δέ τε ἀγνυμενάων,

ὣς Τρῶες καὶ Ἀχαιοὶ ἐπ᾽ ἀλλήλοισι θορόντες       770

δῄουν, οὐδ᾽ ἕτεροι μνώοντ᾽ ὀλοοῖο φόβοιο.

πολλὰ δὲ Κεβριόνην ἀμφ᾽ ὀξέα δοῦρα πεπήγει

ἰοί τε πτερόεντες ἀπὸ νευρῆφι θορόντες,

πολλὰ δὲ χερμάδια μεγάλ᾽ ἀσπίδας ἐστυφέλιξαν

μαρναμένων ἀμφ᾽ αὐτόν· ὃ δ᾽ ἐν στροφάλιγγι κονίης

κεῖτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ἱπποσυνάων.

 

 

Και όσον ο ήλιος έλαμπε στα μεσουράνια μέρη

κτυπιόνταν κι έπεφταν πολλοί και απ’ τα δυο μέρη ομοίως

και άμ’ έγειρεν ο ήλιος, όταν τα βόδια λυώνται,

τότ’ ενικούσαν οι Αχαιοί χωρίς να θέλ’ η μοίρα.

Και από τ’ ακόντια ξεσυραν τον ήρωα Κεβριόνην

μακράν των Τρώων, κι έπειτα τον γδύσαν απ’ τα όπλα.

Στους Τρώας πέφτει ο Πάτροκλος αφανισμόν να φέρει

και τρεις φορές κραυγάζοντας τρομακτικώς εχύθη

και άνδρες εννέα τη φορά ροβόλησαν στον Άδη.

Αλλ’ όταν τέταρτη φορά ωσάν θεός ορμούσε,

τότε σου εφάνη, Πάτροκλε, το τέλος της ζωής σου.

 

ὄφρα μὲν Ἠέλιος μέσον οὐρανὸν ἀμφιβεβήκει,

τόφρα μάλ᾽ ἀμφοτέρων βέλε᾽ ἥπτετο, πῖπτε δὲ λαός·

ἦμος δ᾽ Ἠέλιος μετενίσετο βουλυτὸν δέ,

καὶ τότε δή ῥ᾽ ὑπὲρ αἶσαν Ἀχαιοὶ φέρτεροι ἦσαν. 780

ἐκ μὲν Κεβριόνην βελέων ἥρωα ἔρυσσαν

Τρώων ἐξ ἐνοπῆς, καὶ ἀπ᾽ ὤμων τεύχε᾽ ἕλοντο,

Πάτροκλος δὲ Τρωσὶ κακὰ φρονέων ἐνόρουσε.

τρὶς μὲν ἔπειτ᾽ ἐπόρουσε θοῷ ἀτάλαντος Ἄρηϊ

σμερδαλέα ἰάχων, τρὶς δ᾽ ἐννέα φῶτας ἔπεφνεν.   785

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὸ τέταρτον ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος,

ἔνθ᾽ ἄρα τοι Πάτροκλε φάνη βιότοιο τελευτή·

 

 

 

Ότι στην μάχην σου’λθ’ εμπρός τρομακτικός ο Φοίβος.

Και δεν τον είδε, ως έρχονταν, στην ταραχήν της μάχης

μες στην κατάχνια ολόκλειστος του εστήθη οπίσω ο Φοίβος

με την παλάμην πετακτήν του επάταξε τους ώμους

και όλην την ράχην. Κι έστριψεν τα μάτια του Πατρόκλου.

Και ο Φοίβος απ’ την κεφαλήν του επέταξε το κράνος,

που αντήχησε, ως εκύλησε στα πόδια εκεί των ίππων.

Και η χαίτη του στα χώματα  μολύνθη και στο αίμα.

Και ως τότε δεν εγίνετο να μολυνθεί στο χώμα

ο κώνος λαμπροφούντωτος, που έσκεπε τ’ ωραίο

μέτωπο και την κεφαλήν του θείου Αχιλλέως.

Και τότε το’δωκεν ο Ζευς του Έκτορος να σκέπει

την κεφαλήν του κι έφθανε σ’ αυτόν η μαύρ’ ημέρα.

 

ἤντετο γάρ τοι Φοῖβος ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ

δεινός· ὃ μὲν τὸν ἰόντα κατὰ κλόνον οὐκ ἐνόησεν,

ἠέρι γὰρ πολλῇ κεκαλυμμένος ἀντεβόλησε·           790

στῆ δ᾽ ὄπιθεν, πλῆξεν δὲ μετάφρενον εὐρέε τ᾽ ὤμω

χειρὶ καταπρηνεῖ, στρεφεδίνηθεν δέ οἱ ὄσσε.

τοῦ δ᾽ ἀπὸ μὲν κρατὸς κυνέην βάλε Φοῖβος Ἀπόλλων·

ἣ δὲ κυλινδομένη καναχὴν ἔχε ποσσὶν ὑφ᾽ ἵππων

αὐλῶπις τρυφάλεια, μιάνθησαν δὲ ἔθειραι             795

αἵματι καὶ κονίῃσι· πάρος γε μὲν οὐ θέμις ἦεν

ἱππόκομον πήληκα μιαίνεσθαι κονίῃσιν,

ἀλλ᾽ ἀνδρὸς θείοιο κάρη χαρίεν τε μέτωπον

ῥύετ᾽ Ἀχιλλῆος· τότε δὲ Ζεὺς Ἕκτορι δῶκεν

ᾗ κεφαλῇ φορέειν, σχεδόθεν δέ οἱ ἦεν ὄλεθρος.       800

 

 

Κι εκόπη το μακρόσκιο κοντάρι στην παλάμην

το λογχοφόρο, το βαρύ, και του’πεσε απ’ τους ώμους

μ’ όλον τον τελαμώνα της η κροσσωμένη ασπίδα.

 

Και ο Φοίβος, του Διός υιός, τον θώρακα του λύει.

Εθεοκρούσθη ο Πάτροκλος, του ελήθηκαν τα μέλη

και θαμπωμένος έμεινε. Και οπίσω με την λόγχην

τον κτύπησ’ ένας Δάρδανος των ώμων εις την μέσην,

ο Πανθοϊδης Εύφορβος, που επρώτευε των άλλων

στην λόγχην, εις το τρέξιμο και στην ιππομαχίαν.

 

πᾶν δέ οἱ ἐν χείρεσσιν ἄγη δολιχόσκιον ἔγχος

βριθὺ μέγα στιβαρὸν κεκορυθμένον· αὐτὰρ ἀπ᾽ ὤμων

ἀσπὶς σὺν τελαμῶνι χαμαὶ πέσε τερμιόεσσα.

λῦσε δέ οἱ θώρηκα ἄναξ Διὸς υἱὸς Ἀπόλλων.

τὸν δ᾽ ἄτη φρένας εἷλε, λύθεν δ᾽ ὑπὸ φαίδιμα γυῖα,    

στῆ δὲ ταφών· ὄπιθεν δὲ μετάφρενον ὀξέϊ δουρὶ

ὤμων μεσσηγὺς σχεδόθεν βάλε Δάρδανος ἀνὴρ

Πανθοΐδης Εὔφορβος[3], ὃς ἡλικίην ἐκέκαστο

ἔγχεΐ θ᾽ ἱπποσύνῃ τε πόδεσσί τε καρπαλίμοισι·

 

 

Όταν πολέμου αμάθητος προτήλθεν ιππομάχος,

είκοσι άνδρες μόνος του κατέβασε απ’ τους ίππους.

Αυτός πρώτος σ’ ελόγχισεν, ω Πάτροκλε ιππομάχε,

και δεν σε φόνευσε, κι ευθύς την λόγχην απ’ το σώμα

άρπαξε και μες στον στρατόν εσύρθη, δεν εστάθη

ν’ αντιταχθεί στον Πάτροκλον, αν και ξαρματωμένον,

αλλ’ ως το χέρι του θεού τον δάμασε και η λόγχη

προς τους συντρόφους έστρεφε την μοίραν ν’ αποφύγει.

 

καὶ γὰρ δὴ τότε φῶτας ἐείκοσι βῆσεν ἀφ᾽ ἵππων  810

πρῶτ᾽ ἐλθὼν σὺν ὄχεσφι διδασκόμενος πολέμοιο·

ὅς τοι πρῶτος ἐφῆκε βέλος Πατρόκλεες ἱππεῦ

οὐδὲ δάμασσ᾽· ὃ μὲν αὖτις ἀνέδραμε, μίκτο δ᾽ ὁμίλῳ,

ἐκ χροὸς ἁρπάξας δόρυ μείλινον, οὐδ᾽ ὑπέμεινε

Πάτροκλον γυμνόν περ ἐόντ᾽ ἐν δηϊοτῆτι.              815

Πάτροκλος δὲ θεοῦ πληγῇ καὶ δουρὶ δαμασθεὶς

ἂψ ἑτάρων εἰς ἔθνος ἐχάζετο κῆρ᾽ ἀλεείνων.

 

 

Και ο Έκτωρ απ’ τες φάλαγγες άμ’ είδε τον γενναίον

Πάτροκλον ν’ αποσύρεται κονταροπληγωμένος,

προχώρησε, του εστήθη εμπρός, και μέσα εις το λαγγόνι

την λόγχην όλην έμπηξε κι η άκρη εβγήκε πέρα.

Έπεσε και κατήφεια στους Αχαιούς εχύθη.

Και ως λέοντας και αδείλιαστος αγριόχοιρος στο όρος

μάχονται μεγαλόψυχα για μια μικρή βρυσούλα,

ότι θα πιούν θέλουν και οι δυο με λύσσαν, ώσπου ο χοίρος

ασκομαχώντας ξεψυχά στον λέοντ’ αποκάτω.

 

Ἕκτωρ δ᾽ ὡς εἶδεν Πατροκλῆα μεγάθυμον

ἂψ ἀναχαζόμενον βεβλημένον ὀξέϊ χαλκῷ,

ἀγχίμολόν ῥά οἱ ἦλθε κατὰ στίχας, οὖτα δὲ δουρὶ    

νείατον ἐς κενεῶνα, διὰ πρὸ δὲ χαλκὸν ἔλασσε·

δούπησεν δὲ πεσών, μέγα δ᾽ ἤκαχε λαὸν Ἀχαιῶν·

ὡς δ᾽ ὅτε σῦν ἀκάμαντα λέων ἐβιήσατο χάρμῃ,

ὥ τ᾽ ὄρεος κορυφῇσι μέγα φρονέοντε μάχεσθον

πίδακος ἀμφ᾽ ὀλίγης· ἐθέλουσι δὲ πιέμεν ἄμφω·      825

πολλὰ δέ τ᾽ ἀσθμαίνοντα λέων ἐδάμασσε βίηφιν·

 

 

Ομοίως τον ανδράγαθον υιόν του Μενοιτίου,

πολλών φονέα μαχητών ο Πριαμίδης Έκτωρ

με λόγχην εθανάτωσε κι επάνω του εκαυχήθη:

 

«Την πόλιν μας, ω Πάτροκλε, θαρρούσες ν’ αφανίσεις,

και δούλες στην πατρίδα σου να πάρεις τες γυναίκες,

ανόητε! Και ακούραστα γι’ αυτές ετρικυμίζαν

τ’ άλογα τα φτερόποδα του Έκτορος, κι εκείνος –

που είμαι πρώτος μαχητής των φιλομάχων Τρώων,

και δεν θα ιδούν, ενόσω ζω, την δουλικήν ημέρα.

 

ὣς πολέας πεφνόντα Μενοιτίου ἄλκιμον υἱὸν

Ἕκτωρ Πριαμίδης σχεδὸν ἔγχεϊ θυμὸν ἀπηύρα,

καί οἱ ἐπευχόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·

Πάτροκλ᾽ ἦ που ἔφησθα πόλιν κεραϊξέμεν ἁμήν,   830

Τρωϊάδας δὲ γυναῖκας ἐλεύθερον ἦμαρ ἀπούρας

ἄξειν ἐν νήεσσι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν

νήπιε· τάων δὲ πρόσθ᾽ Ἕκτορος ὠκέες ἵπποι

ποσσὶν ὀρωρέχαται πολεμίζειν· ἔγχεϊ δ᾽ αὐτὸς

Τρωσὶ φιλοπτολέμοισι μεταπρέπω, ὅ σφιν ἀμύνω

ἦμαρ ἀναγκαῖον· σὲ δέ τ᾽ ἐνθάδε γῦπες ἔδονται.

 

 

Και τώρα σε τα όρνεα θα φάγουν εις την Τροίαν.

Άθλιε! Δεν σε ωφέλησεν ο ανδρείος Αχιλλέας.

Θα σου παράγγελνε πολλά την ώρα που εκινούσες:

 

«Να μη γυρίσεις, Πάτροκλε, ιππόμαχε, στα πλοία

πριν σχίσεις εις του Έκτορος τα στήθη τον χιτώνα

βαμμένον εις το αίμα του». Αυτά θα είπ’ εκείνος

και αυτά τα λόγια σ’ άρεσαν, ανόητος ως είσαι.».

 

ἆ δείλ᾽, οὐδέ τοι ἐσθλὸς ἐὼν χραίσμησεν Ἀχιλλεύς,

ὅς πού τοι μάλα πολλὰ μένων ἐπετέλλετ᾽ ἰόντι·

μή μοι πρὶν ἰέναι Πατρόκλεες ἱπποκέλευθε

νῆας ἔπι γλαφυρὰς πρὶν Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο   840

αἱματόεντα χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαΐξαι.

ὥς πού σε προσέφη, σοὶ δὲ φρένας ἄφρονι πεῖθε.

 

 

Και, Πάτροκλε, του απάντησες με τη ψυχήν στο στόμα:

 

«Έκτορ, καυχήσου όσο μπορείς, τώρα που ο Ζευς και ο Φοίβος

την νίκην σου εχάρισαν – και αυτοί με καταβάλλουν

εύκολ’, αφού μου αφαίρεσαν τα όπλ’ από τους ώμους.

Και είκοσιν όμοιοι με σε να είχαν έλθει εμπρός μου

όλοι νεκροί θα έπεφταν στην λόγχην μου αποκάτω.

Εμένα η μοίρα εφόνευσεν η μαύρη με τον Φοίβον

και απ’ τους θνητούς ο Εύφορβος. Τρίτος εσύ με γδύνεις.

 

τὸν δ᾽ ὀλιγοδρανέων προσέφης Πατρόκλεες ἱππεῦ·

ἤδη νῦν Ἕκτορ μεγάλ᾽ εὔχεο· σοὶ γὰρ ἔδωκε

νίκην Ζεὺς Κρονίδης καὶ Ἀπόλλων, οἵ με δάμασσαν  

ῥηιδίως· αὐτοὶ γὰρ ἀπ᾽ ὤμων τεύχε᾽ ἕλοντο.

τοιοῦτοι δ᾽ εἴ πέρ μοι ἐείκοσιν ἀντεβόλησαν,

πάντές κ᾽ αὐτόθ᾽ ὄλοντο ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ δαμέντες.

ἀλλά με μοῖρ᾽ ὀλοὴ καὶ Λητοῦς ἔκτανεν υἱός,

ἀνδρῶν δ᾽ Εὔφορβος· σὺ δέ με τρίτος ἐξεναρίζεις. 850

 

Και άκουσε ακόμα τι θα ειπώ και βάλε το στον νουν σου.

Ολίγες είν’ οι μέρες σου. Και, ιδού σε παραστέκει

η μοίρα η παντοδύναμη, κι η ώρα του θανάτου,

οπού απ’ το χέρι αδάμαστο θα πέσεις του Αχιλλέως.».

 

Με αυτά τα λόγι’ απέθανε. Και κλαίοντας θλιμμένη

την μοίραν, που νεότητα και ανδρείαν της επήρε,

από τα μέλη του η ψυχή κατέβηκε στον Άδη.

Νεκρόν τον επροσφώνησεν ο λαμπροφόρος Έκτωρ:

ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·

οὔ θην οὐδ᾽ αὐτὸς δηρὸν βέῃ, ἀλλά τοι ἤδη

ἄγχι παρέστηκεν θάνατος καὶ μοῖρα κραταιὴ

χερσὶ δαμέντ᾽ Ἀχιλῆος ἀμύμονος Αἰακίδαο.

ὣς ἄρα μιν εἰπόντα τέλος θανάτοιο κάλυψε·         855

ψυχὴ δ᾽ ἐκ ῥεθέων πταμένη Ἄϊδος δὲ βεβήκει

ὃν πότμον γοόωσα λιποῦσ᾽ ἀνδροτῆτα καὶ ἥβην.

τὸν καὶ τεθνηῶτα προσηύδα φαίδιμος Ἕκτωρ·

 

 

«Ω Πάτροκλε, τον θάνατον γιατί μου προμαντεύεις;

Ποιος ξερει μήπως ο Αχιλλεύς, της Θέτιδος ο γόνος,

χάσει αυτός πρώτος την ζωήν στην λόγχην μου αποκάτω;»

 

 

Πατρόκλεις τί νύ μοι μαντεύεαι αἰπὺν ὄλεθρον;

τίς δ᾽ οἶδ᾽ εἴ κ᾽ Ἀχιλεὺς Θέτιδος πάϊς ἠϋκόμοιο      860

φθήῃ ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ τυπεὶς ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσαι;

 

 

Είπε και μέσ’ απ’ την πληγήν, πατώντας τον, την λόγχην

ανέσπασε και ανάσκελον, τον έσπρωξε στο χώμα.

Κι ευθύς στον Αυτομέδοντα με το κοντάρι εχύθη,

που είχε ακόλουθον λαμπρόν ο ασύγκριτος Πηλείδης,

να τον κτυπήσει, αλλ’ έπαιρναν αυτόν οι ταχείς ίπποι,

οι αθάνατοι που οι θεοί χαρίσαν του Πηλέως.

 

ὣς ἄρα φωνήσας δόρυ χάλκεον ἐξ ὠτειλῆς

εἴρυσε λὰξ προσβάς, τὸν δ᾽ ὕπτιον ὦσ᾽ ἀπὸ δουρός.

αὐτίκα δὲ ξὺν δουρὶ μετ᾽ Αὐτομέδοντα βεβήκει

ἀντίθεον θεράποντα ποδώκεος Αἰακίδαο·             865

ἵετο γὰρ βαλέειν· τὸν δ᾽ ἔκφερον ὠκέες ἵπποι

ἄμβροτοι, οὓς Πηλῆϊ θεοὶ δόσαν ἀγλαὰ δῶρα.

 

 

 

ß                                                            à

G

 



[1] Αφού ο Άσιος ‘ήταν υιός του Δύμαντος’, και θείος του Έκτορα, από την μητέρα του, την Εκάβη, τότε ο πατέρας της Εκάβης ήταν ο ΔΥΜΑΣ, βασιλιάς της Φρυγίας.

 

[2] Ο Φοίβος παίρνει μορφή ανθρώπου για να μιλήσει στον Τρώα Έκτορα.

 

[3] Εύφορβος, ο γιος του Πάνθοου και της Φροντίδας, Δαρδάνιος. Πολέμησε μαζί με τους Τρώες και τραυμάτισε τον Πάτροκλο, αλλά σκοτώθηκε από τον Μενέλαο. [Βλ. Ιλιάδος Ραψωδία Γ, στ. 146 για τον πατέρα του, Πάνθοο, και Ιλιάδος Ραψωδία Ρ, στ. 59, όπου τον σκοτώνει ο Μενέλαος.]
Μετενσάρκωση  του Ευφόρβου θεωρούσε τον εαυτό του ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ.

Ο Εύφορβος ήταν αδελφός του Πολυδάμαντα [Βλ. Ιλιάδος Ραψωδία Λ, στ. 57, Ραψωδία Ρ, στ. 600 κ.εξ., και Ραψωδία Σ, στ. 249 κ.εξ και του Υπερήνορα Ραψωδία Ξ, στ. 516 .

 



*  Βλ. και  ΡΑΨΩΔΙΑ  Ρ, στ. 401 κ.εξ. όπου ο Αχιλλέας γνώριζε πως αυτός δεν θα κατακτούσε την Τροία γιατί είχε ακούσει να το λέει ο Δίας στην μητέρα του, την Θέτιδα.